Google+ Followers

Και τώρα;



Μονολογώντας
Και τώρα;


Την 25 Μαρτίου 1823 ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας Τζορτζ Κάνινγκ γνωστοποιεί στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, την Τσαρική Ρωσία και το Σουλτάνο ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα των επαναστατημένων Ελλήνων να αποκλείουν τις τουρκικές ακτές με τα πλοία τους. Λίγους μήνες μετά, την 30η Νοεμβρίου 1823 όμιλος Άγγλων τραπεζιτών χορηγεί δάνειο 800.000 λιρών στους μαχόμενους Έλληνες. Και αρχίζουν τα παρατράγουδα. Που συνεχίζονται μέχρι τώρα. Μια ατελείωτη γραμμή δανείων που το μεγαλύτερο μέρος τους περνά στις τσέπες των επιτήδειων για να ζουν αυτοί καλά και οι άλλοι να ξεπουπουλιάζονται στη φορολογία.
Η Ελλάδα απελευθερώνεται εν τέλει ερήμην των Ελλήνων, όταν στις 8 Οκτωβρίου 1828 ο τριεθνής στόλος καταναυμαχεί τον στόλο του Ιμπραήμ στην Πύλο. Από εκεί δηλαδή που κατάγεται και ο πρωθυπουργός, που ξέρει καλά πως χωρίς τους ξένους κράτος ελληνικό δεν θα υπάρχει, αφού φρόντισαν οι συνάδελφοί του πολιτικοί να ακολουθούν το δόγμα του Δεληγιάννη και όχι του Τρικούπη. Πιθανόν γιατί παραδειγματίστηκαν από τη δολοφονία του Καποδίστρια και δε θέλησαν να τα βάλουν ποτέ με τους κοτσαμπάσηδες τούτου του τόπου. Βέβαια μεταξύ της εποχής του Καποδίστρια και της εποχής του Τρικούπη πολλά τραγικά έχουν συμβεί, ξεκινώντας από τους Κουντουριώτηδες και το Μιαούλη που με το στόλο τους πυρπολούν τον (ελληνικό) στόλο στον Πόρο και συλλαμβάνουν τον Κανάρη. Ακολουθούν πολλά, τόσα πολλά που σηκώνεται η τρίχα όποιου έχει έστω ελάχιστη τσίπα και δε λέει «εγώ να είμαι καλά και όλα τ’ άλλα μπούρμπουλας να γίνουν». Δυστυχώς όμως εκείνοι που έλεγαν το παραπάνω είναι πολλοί, τόσο πολλοί που ζαλίζεσαι όταν σκέφτεσαι το μεγάλο φαγοπότι που μας έφερε μέχρι εδώ.
Στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 ο αναμορφωτής της χώρας Χαρίλαος Τρικούπης δηλώνει στη Βουλή «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν!». Έχει προηγηθεί η πρωθυπουργία Δεληγιάννη που τα έχει κάνει λίμπα, καταπίνοντας όλα τα δάνεια και διορίζοντας μαζικά κάθε ψηφοφόρο στο δημόσιο. Στη σύγχρονη Ελλάδα έχει προηγηθεί ένας Παπανδρέου που ούρλιαζε ότι «λεφτά υπάρχουν» και μετά μιλούσε για «την επανάσταση του αυτονόητου» με «περίστροφα πάνω στο τραπέζι» και άλλες μπούρδες για τις οποίες και για το πώς σύρθηκε η χώρα στα μνημόνια και τις τρόϊκες ο Σαμαράς είχε υποσχεθεί πώς θα ρίξει άπλετο φως και θα αποδοθούν ευθύνες. Αποτέλεσμα: Να ξεσχίσει όλους όσοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, με μια καρικατούρα υπουργού να δηλώνει πως «ήρθε η σειρά της Εκάλης».
Σιγά τα ωά μεγάλε… Πιες ακόμα λίγο αίμα από εκεί που μπορείς και άσε τα νταηλίκια. Δεν ιδρώνει η «Εκάλη», ούτως ή άλλως αυτή σε στηρίζει, αυτή αύριο μεθαύριο θα σε στείλει σε κάποια Τράπεζα ή Οργανισμό για να τα ’κονομάς ισοβίως. Γι’ αυτό συνέχισε να μηχανεύεσαι με το επιτελείο των τεχνοκρατών σου με ποιους ακόμα τρόπους θα εξοντώσεις και το τελευταίο όνειρο των τίμιων, πλην απροστάτευτων, Ελλήνων.
Βέβαια, μετά τις εκλογές, όποτε και να γίνουν, που αυτός και οι συνάδελφοί του μ’ επικεφαλής τον πρωθυπουργό θα διαβάζουν με απογοήτευση τους αριθμούς, δε θα αναγνωρίσουν λάθη και παραλείψεις, αλλά θα ρίξουν και πάλι τις ευθύνες στο λαό, αυτόν τον ίδιο το λαό που βογγά και δεν έχει δει, ούτε αποκρατικοποιήσεις και ιδιωτικοποιήσεις, ούτε ανασύσταση του δημόσιου τομέα, ούτε βήματα στην Παιδεία, ούτε τις επενδύσεις. Αντίθετα, άλλα βιώνει και για άλλα γελά πικρά: Για την απελευθέρωση (όχι δεν είναι απόδραση) του Ξηρού, για τα θρησκευτικά δεδομένα του Τσίπρα (μήπως θα έπρεπε να εξαφανίσουμε και το όνομα του, μουσουλμάνου το θρήσκευμα, Οδυσσέα Ανδρούτσου, από τους ήρωες οπλαρχηγούς της επανάστασης του 1821;), για την αναποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης που ξέχασε το «Ζάππειο» και, όσα υποσχέθηκε, μένουν ακόμα χωρίς αντίκρισμα.
Βραδάκι της Κυριακής και μια σύμπτωση με πάει στη συνοικία της Νεάπολης, εκεί όπου πριν χρόνια έσφυζε η ζωή. Κατήφεια και σκοτάδια, άδεια μαγαζιά. Θυμάμαι τη συχνά επαναλαμβανόμενη φράση του πρωθυπουργού: «Διαψεύσαμε τις Κασσάνδρες…» και χαμογελώ κι εγώ πικρά. Μονολογώ μέσα στη νύχτα ότι λίγο μ’ ενδιαφέρει τι έλεγαν οι Κασσάνδρες της χώρας μου. Εκείνο που με καίει είναι τι προσδοκούσα απ’ αυτήν την κυβέρνηση, τι έχω εισπράξει και ποιο χρώμα θα έχει η αυριανή μέρα…

Πόσος βόθρος, θεέ μου…



Μονολογώντας

Πόσος βόθρος, θεέ μου…

 Έκπληκτοι οι βιομηχανικοί εργάτες που μετρούν και τα τελευταία ευρώ του μεροκάματού τους, θυμωμένοι οι συνταξιούχοι που υποχρεώθηκαν να ζήσουν στην αναξιοπρέπεια, αγανακτισμένοι οι υπάλληλοι των 485 ευρώ και των τετράωρων, απελπισμένοι οι άνεργοι που αντιμετωπίζουν πλέον όχι την επιβίωση αλλά το θάνατό τους, παρακολουθούν τις κάθε τόσο αποκαλύψεις για τον χορό της μίζας και την παντοκρατορία της διαπλοκής. Δισεκατομμύρια ευρώ, εκατοντάδες δισεκατομμύρια στις τσέπες των επιτήδειων, στις τσέπες των κολασμένων, των αλητών, των ληστών, των ανθελλήνων…
Όλοι αυτοί δεν ήταν παρά οι άνθρωποι, οι στενοί συνεργάτες, οι φίλοι, τα στελέχη αυτών που έφεραν τη χώρα στον γκρεμό και που συνεχίζουν να κυβερνούν και ν’ αποφασίζουν για τους άλλους, για μας…
Μα πώς αυτοί που χαντάκωσαν τη χώρα, θα μπορέσουν τώρα να τη σώσουν; Τι τραγικό ευτράπελο είναι αυτό; Και πώς ακόμα δεν έχουν σηκωθεί μέχρι και οι πέτρες να τους πάρουν στο κυνήγι;
Ίσως την απάντηση θα πρέπει να τη γυρέψουμε στην ιστορία, που θέλει αυτό το κράτος να γεννιέται μέσα από εμφύλιους, από τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη του, ίσως μοναδικού για την ανιδιοτέλεια και την αφοσίωση στην έννοια της πατρίδας, από τα δάνεια που καταφαγώθηκαν πριν καν τα χρήματα μπουν στα κρατικά ταμεία.
Θλίψη και αγανάκτηση. Βροχή τα ονόματα, ωκεανοί τα βρόμικα ευρώ. Και να σκεφτεί κανείς πως μόνο ένα μέρος των εξοπλισμών διερευνά η δικαιοσύνη. Ακόμα δεν έβαλε κανείς στη δικαστική έρευνα τις προμήθειες των νοσοκομείων, τα εκπαιδευτικά προγράμματα των πανεπιστημίων, τα δημόσια έργα κι ένα σωρό ακόμα τομείς που κατάπιναν χρήμα. Ακόμα δεν ερευνήθηκαν οι συμβάσεις της Ολυμπιάδας, ακόμα δεν έφτασε εισαγγελέας στα έξοδα για δημόσιες (;) σχέσεις στα υπουργεία εξωτερικών, στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στις φιέστες και στα πολιτιστικά φεστιβάλ, στις χρηματοδοτήσεις των ποδοσφαιρικών σωματείων, στους συνεταιρισμούς.
Για όλα αυτά έφταιξαν οι βιομηχανικοί εργάτες, οι εργατοϋπάλληλοι, οι συνταξιούχοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες.
Δεν έφταιξαν οι όμοιοι του Σαμαρά, του Βενιζέλου, του Στουρνάρα και των άλλων…
Ποιος ο ληστής και ποιο το θύμα;
Γιατί πρέπει μια ολόκληρη κοινωνία να οδηγηθεί στην παράκρουση;
Εν τέλει μόνο ένας πρέπει να οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα: Ο Έλληνας ψηφοφόρος που τους έδωσε την εξουσία. Αυτός ο ψηφοφόρος που κάποτε γέμιζε τις πλατείες με πλακάτ και σημαιούλες για να χειροκροτήσει τον «αρχηγό», που γέμιζε τα πούλμαν για να αποδείξει στη Δράμα ότι και η Κρήτη είναι με τον «αρχηγό», αυτός ο ψηφοφόρος που ξεροστάλιαζε στα βουλευτικά γραφεία, υποκλινόμενος στο τίποτα που διαφέντευε τη ζωή του, αυτός ο ψηφοφόρος που είχε γαλάζια, πράσινα, κόκκινα καφενεία και πολλάκις ψήφιζε τον «τάδε» επειδή τον ψήφιζε και ο παππούς του, αυτός που ψηφοφόρος που την επομένη των εκλογών απαιτούσε προγραφές…
Και τώρα ερημιά…
Τώρα ένας Σαμαράς που δεν έβγαλε μήνα με 400 ευρώ, που δεν έβαλε 10 ευρώ βενζίνη γιατί δεν είχε άλλα η τσέπη του, που δεν ζητιάνεψε από συγγενείς για να στείλει το παιδί του που σπουδάζει στην Αθήνα σ’ ένα πανεπιστήμιο μόνιμα κλειστό, ούτε πήγε στα επείγοντα να νιώσει την αναξιοπρέπεια του σκύλου.
Τώρα ένας Στουρνάρας που δεν εκπλιπαρεί για μια χημειοθεραπεία, που δεν γνωρίζει τη γεύση του μουχλιασμένου ψωμιού, που δεν μάζεψε παλιόξυλα για το τζάκι του μήπως και ζεσταθούν τα ξυλιασμένα πόδια των ποδιών του…
Βαθιά στο φόντο του κάδρου ένας Τσοχατζόπουλος (μόνο) να μετασχηματίζεται σε σύμβολο και γύρω του εκατοντάδες πρόσωπα με θολές φυσιογνωμίες, που διαφεύγουν και απολαμβάνουν τα κλεμμένα.
Πόσο κρίμα, πόσος βόθρος…
Πόση αναξιοπρέπεια και πόσο αδύναμη η Δικαιοσύνη. Με ποιο νομοθετικό πλαίσιο να στείλεις στην αγχόνη κάποιες δεκάδες χιλιάδες ληστές που έφαγαν με χρυσά κουτάλια επιδοτήσεις, αναπτυξιακά προγράμματα, προμήθειες και ό,τι ακόμα βάλει ο νους του ανθρώπου. Από τα πάρτι των συνδικαλιστών μέχρι τους εκβιασμούς των υπουργών, από την αγορά αεροπλάνων μέχρι τη γάζα και το βαμβάκι των νοσοκομείων. Ένα ατελείωτο φαγοπότι σε βάρος όλων όσοι πίστευαν στην ισονομία, στη δικαιοσύνη και στην τιμιότητα.
Θα μείνει ατιμώρητο αυτό το φαγοπότι, άραγε;
Πιθανότητα, αφού ακόμα δεν άρχισε να ξύνεται η επιφάνεια για να μπούμε στο βάθος, εκεί που υπάρχουν τα τεράστια δημόσια έργα, κάποιες οδικές αρτηρίες που παλιώνουν μέχρι να παραδοθούν στην κυκλοφορία, κάποιες γέφυρες που μας βεβαιώνουν ότι το γιοφύρι της Άρτας το συναντάς και στις μέρες μας, ή εκεί που κάποιες γάζες και κάποια ράμματα κοστολογούνταν κάπου εκατό φορές πάνω… Μέχρι να φτάσει εκεί η Δικαιοσύνη, όλα τα αδικήματα θα έχουν παραγραφεί και πιθανόν οι δράστες να έχουν αποδημήσει εις Κύριον, με τους απογόνους τους να κάνουν ζωή χαρισάμενη με τα κλεμμένα του Ελληνικού λαού.
Ας είμαστε καλά…

ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι...



 Μαζεύω τ’ απομεινάρια της χθεσινής μέρας:

                     Ένα φιλί που ξεστράτισε
                                       και χορεύει
                                       αδέσποτο στον ουρανό.
                     Τη θύμηση της γλώσσας,
                                      που επίμονα έψαχνε τον ουρανίσκο.
                     Τα χείλη που υγράνθηκαν
                     και γυαλίζουν στον ήλιο.
                    
                                       -Να με θυμάσαι όταν θα γίνω βροχή...             
                    
                     Τα στήθη,
                     που τόξευαν με τις ρώγες
                     το στερέωμα του πόθου,
                     ή αυτό που συνήθιζα να ονομάζω
                                 σώμα του έρωτα...
 
                                       -Να με θυμάσαι όταν θα γίνω ακρογιάλι...

                     Το κορμί σου         
                                                   διάφανο-
                     λαξευμένο με λαχανιασμένες ανάσες,
                                                   διάφανο-
                     κεντημένο με προσευχές ακροδαχτύλων,
                                                   διάφανο-
                     χρωματισμένο με χρώματα πρωινού,
                                                   διάφανο-
                     σκεπασμένο με τις φοβερές εκρήξεις
                     μιας ζωής που σου αφιερώθηκε,
                     ως θανάσιμο δοξαστικό της αγάπης.


                     Κάτω από τα βλέφαρά μου, μια αγωνία επιμένει να ξεδιψά με τον ιδρώτα της νύχτας και να μεθά με το απροσδιόριστο φως των ματιών σου, πριν αυτά αποφασίσουν να προχωρήσουν στην αναθεώρηση του τοπίου. Πλέον, οι αόρατοι βηματισμοί του μέλλοντος, μας καθηλώνουν στη σκιά της ιστορίας.
                     Κάθε που τα μεσάνυχτα αποκαλύπτουν την ερημιά μας, η ιεροτελεστία των φωτοσκιάσεων αποτυπώνει στα πρόσωπά μας άλλα πρόσωπα, προεκτείνει τα δάκτυλά μας, εντοιχίζοντας τις χειρονομίες...
                    Μόριο ενός κόσμου που αυτοκτονεί μέσα στη γνώση του, διασπώμαι σε όσα με συνθέτουν: στα μάτια σου, τα χείλη και το σώμα σου, στις ραγδαίες βροχές που έγιναν ανάμνηση και στην αράγιστη σιωπή των μετάλλων.  
           
                     Έπρεπε να υπάρξουμε - έστω ως μόρια σκόνης - για να βιώσουμε, έτσι, το άπειρο ενός ουρανού, αλλά και το ελάχιστο ενός έρωτα απόλυτα θανάσιμου. Έπρεπε να περάσουμε από την πρόκληση του μακρόκοσμου της αγάπης, στη σιωπή του μικρόκοσμου της απόγνωσης.
                   Πια, μου ανήκει μόνο μια προδομένη εφηβεία κι ένας θάνατος μοναδικός στις τόσες αναπαραγωγές ονείρων.

                     Να με θυμάσαι
                     και στους ανέμους τους εφτά
                     να τραγουδάς τη νιότη σου,
                     αυτήν που πέρασε στο ΑΙΕΝ της λατρείας.

                     Να με θυμάσαι
                     γονατισμένο στην άκρη της όχθης
                     να δροσίζω τα πόδια σου,
                     να ικετεύω τα δάχτυλά σου...

                     Να με θυμάσαι...
                     Ν’ ανάβω κερί στην ανθισμένη σου ήβη
                     και να μεθώ με το κρασί του κορμιού σου...

                     Να με θυμάσαι κάθε Σεπτέμβρη. Στους ανέμους να μιλάς για τα βράδια που ικέτευα ένα φιλί κι ένα χαμόγελο. Στους καθρέφτες να μιλάς για τα κλειστά δωμάτια που φυλάκιζαν όνειρα και προσμονές. Και στη βροχή να μιλάς, εξηγώντας τις μυστικές διαδικασίες που σχηματοποιούσαν σ’ ένα τεράστιο «Εσύ» τον κόσμο και όλα γύρω έπαιρναν το δικό σου περίγραμμα...
                    



Λόγος και αιτία για ένα ταξίδι...




                     Δι’ ευχών των στιγμών της σιωπής
                     και του λαλίστατου μισόφωτος,
                     όπου η λάμπα αφηγείται
                     το χρονικό της θλίψης,
                             τότε που όλοι βιώναμε την εποχή
                             των μεγάλων απουσιών.
 ----------------------------- 
 
                     Τις εικόνες σου συνάζω
                     από φεγγάρια δακρυσμένα,
                     παίρνω δυο τόπια συννεφιά
                             κι ένα καράβι θύμησες,
                     στέλνω και στη Μονεμβασιά
                     τα χαιρετίσματα του ανέμου
                             και περιμένω...
 
                     Περιμένω εκείνες τις ώρες,
                     με το μοβ και το πορτοκαλί,
                     τις μεγάλες ώρες της σιωπής
                     και των ανθισμένων κυκλάμινων,
                     που διηγούνται τις θλίψεις ενός ουρανού
                     και πίνουν τα δάκρυα της μιας και μόνης θύμησης...
 
                     Τις εικόνες σου συνάζω
                     από τα σταροχώραφα
                     και τις ακροποταμιές,
                     από τα σταυροδρόμια
                     και τις άκρες των εθνικών οδών...
 
                     Τις εικόνες σου, συνάζω...

                      Πίνω τον καημό των σιωπηλών δειλινών,
                     χαϊδεύω απομεινάρια χειραψιών
                     και λέω πως
                                θα Υπάρχεις,
                     ακόμα κι αν τα δειλινά
                     μείνουν ως ματωμένες θάλασσες
                     στα μάτια μου.



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ…



Μονολογώντας

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ…

Του Άγγελου Πετρουλάκη

Ειλικρινά δεν ήθελα με το καλωσόρισμα του νέου χρόνου να γράψω απαισιόδοξα κείμενα. Αισθανόμουν ότι είχα δικαίωμα στην αισιοδοξία, έτσι ως αντίδραση στο κλίμα των ημερών. Όμως είχα την ατυχία να παρακολουθήσω κάποια δελτία ειδήσεων, να πληροφορηθώ για τα τόσα νέα συσσίτια ανέργων και απόρων, για τις τόσες και τόσες φιλανθρωπικές ενέργειες για δώρα σε παιδιά, για τρόφιμα σε οικογένειες που φτώχηναν… Είχα και την ατυχία να παρακολουθήσω συζητήσεις με ανθρωπάρια που κάποιοι τους έκαναν πρωθυπουργούς, υπουργούς, βουλευτές, προέδρους οργανισμών…
Εκείνον τον ανεκδιήγητο Σημίτη που μας κοίταζε στα μάτια και μας βεβαίωνε ότι   «Η Ελλάδα γύρισε σελίδα...», εννοώντας πως πια είμαστε μια ισχυρή οικονομικά χώρα, που θα ζει στην ευμάρεια.
Τον τσαρλατάνο Παπανδρέου, που διακήρυττε πως «Σώσαμε την Ελλάδα από σίγουρη χρεοκοπία» και πως «Η επανάσταση του αυτονόητου ξεκίνησε»
Εκείνον τον Καραμανλή με την επανίδρυση του Κράτους.
Κι αυτόν εδώ το Σαμαρά με τα Ζάπεια, που θρηνούσε για τα λουκέτα της αγοράς και το πετσόκομα των μισθών και συντάξεων.
Πόση κοροϊδία Θεέ μου… 
Κι ακόμα κανείς τους στη φυλακή, ακόμα όλοι αναιδείς και τροπαιοφόροι.
Με σαρκασμό και απόγνωση συνάμα, οι θύμισες...
Το ‘‘γύρισμα της σελίδας’’ αποκάλυψε ένα αισχρό φαγοπότι και μια τεράστια αυταπάτη. Οι εταίροι που τότε μας χειροκροτούσαν, σήμερα μας ρεζιλεύουν. Ίσως εκείνοι να ήξεραν από τότε πού οδηγούσε ο δρόμος που βαδίζαμε, απλά να σιωπούσαν εν αναμονή της γελοιοποίησής μας. 
Ίσως...
Δεν άξιζε αυτής της τύχης η ελληνική κοινωνία, ακόμα κι αν θεωρηθεί συν-υπεύθυνη των δεινών. Και τούτο γιατί η πάσχουσα σήμερα ελληνική κοινωνία δεν είναι αυτή που συντέλεσε δραστικά στη διάλυση του κράτους, αλλά ένα άλλο κομμάτι της που παραμένει ατιμώρητο, έχοντας διασφαλίσει για τον εαυτό του την ευμάρεια. Όλοι όσοι πήραν μέρος σ’ αυτό το φαγοπότι, όλοι όσοι με ληστρικές δράσεις διέλυσαν την οικονομία, μένουν μακριά από τις περικοπές, μένουν μακριά από την ανασφάλεια και δεν τους αγγίζει ούτε στο ελάχιστο η τραγωδία που βιώνουν οι πολλοί. Η οδύνη αφορά τους αδύναμους, τους μισθοσυντήρητους, τους βιοπαλαιστές. Αφορά αυτούς που δεν λάδωσαν και δε λαδώθηκαν, που δεν υπήρξαν λαμόγια, που δεν έκλεψαν, που δεν πήραν μίζες, που σεβάστηκαν τους θεσμούς, που πίστεψαν τα όμορφα λόγια, που τίμησαν τον νόμο. Αυτοί είναι τα θύματα.
Κάποιες δημοσκοπήσεις που χαρακτηρίζονται απόρρητες φέρνουν τη Χ.Α. δεύτερο κόμμα στην επιλογή των ψηφοφόρων. Αν αυτό αληθεύει, αν αυτό αποτελέσει γεγονός, σύμπας ο πολιτικός κόσμος θα πρέπει να οδηγηθεί στη φυλακή. Τα εκατομμύρια Ελλήνων που θα την έχουν αναδείξει σε δεύτερο κόμμα δε θα είναι φιλοναζιστές. Θα είναι εκείνοι που πόνεσαν από μια φτώχεια δίχως όρια, που βιώνουν την απόγνωση και τον εμπαιγμό κάθε Στουρνάρα και κάθε Γεωργιάδη. Ο τελευταίος μάλιστα έχει γράψει και ποίημα στο οποίο λέει πως δεν έχει τόση σημασία αν είσαι άστεγος ή ζεις σε πλούσιο σπίτι, αφού στην Αθήνα έχεις την τύχη να ζεις κάτω από τόσο λαμπρό ουρανό.
Κάποτε ο πρωθυπουργός Σημίτης είπε πως ‘‘αυτή’’ είναι η Ελλάδα. Αργότερα ο πρωθυπουργός Παπανδρέου μίλησε για ‘‘διεφθαρμένη χώρα’’. Δυο φράσεις απείρως σκληρότερες από οποιοδήποτε δημοσιογραφικό χαρακτηρισμό. Κανείς από τους δυο, όμως, δεν έκανε αυτοκριτική και δεν αυτοπυροβολήθηκε. Και οι δυο ζήτησαν από εκείνους που δεν έφταιξαν ν’ ανεβούν στον Γολγοθά και να πάρουν αυτοί στους ώμους τους τις αμαρτίες των δραστών. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα με το Σαμαρά, που δήθεν θλίβεται για τους πεινώντες και δεν στέλνει στο εκτελεστικό απόσπασμα τον Στουρνάρα που αποδείχθηκε ανίκανος να πατάξει την φοροδιαφυγή της «Εκάλης», όπως ο ίδιος χαρακτήρισε τους πλούσιους.
Το θανάσιμο αποτέλεσμα αυτής της απάτης είναι ότι ο πολίτης ήδη μεταμορφώθηκε σε μια α-πολίτικη προσωπικότητα, μπουχτισμένη από αηδία και έτοιμη ν’ ασπαστεί νέους «θεούς», που δε θα έχουν σχέση με την πολιτική και τις διαδικασίες της. Και τούτο είναι τραγικό γιατί φέρνει τον σύγχρονο άνθρωπο αντιμέτωπο με αξίες για τις οποίες αγωνίστηκε αρκετές χιλιάδες χρόνια. Είναι τραγικό γιατί πλέον ο άνθρωπος απεμπολά το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και εισέρχεται σε μια επικίνδυνη παθητικότητα. Παραδίδεται αμαχητί στις ορέξεις αυτών που σφετερίστηκαν αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα και μένει άφωνος μπροστά στη λεηλασία της ζωής και των ονείρων του.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Ά όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμο έξω.

Όχι, το τελευταίο δε συνέβη. «Ανεπαισθήτως», όπως διαπιστώνει ο Καβάφης, δεν μας έκλεισαν έξω. Τουναντίον, ότι συνέβη υπήρξε κραυγαλέο και για τούτο και οι δικές μας ευθύνες είναι δραματικές και ίσως θανάσιμες. Όλοι μας βιώσαμε την απαξίωση του πολιτικού συστήματος, όλοι μας καταγγέλλαμε ότι «τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν». Αλλά και όλοι μας ανεχόμασταν συμπεριφορές που πρόσβαλαν τη νοημοσύνη μας, όλοι μας με πράξεις ή παραλείψεις δίναμε άφεση αμαρτιών.
Το θέατρο του παραλόγου γεννήθηκε μέσα από τη σύγχυση των κοινωνικών αξιών του εικοστού αιώνα, καταγράφοντας κοινωνίες που δεν είχαν να πουν το ελάχιστο. Το δικό μας θέατρο του παραλόγου γεννιέται από μια κοινωνία που έχει να πει πολλά, αλλά σιωπά, αφήνοντας να κυριαρχεί η φλυαρία των ανερμάτιστων. Η ανάγνωσή του θα είναι επώδυνη όσο μένουμε στην παραίτηση και την ανοχή.
Η παραίτηση μας από το δικαίωμα να υπάρχουμε ως κοινωνικές και πολιτικές οντότητες, τις ευνοεί και φαλκιδεύει το μέλλον των παιδιών μας. Ας αφυπνιστούμε και ας δράσουμε...


Για όλα φταίω εγώ...



Μονολογώντας
Για όλα φταίω εγώ...
Του Άγγελου Πετρουλάκη

Τις τελευταίες ημέρες νιώθω ιδιαίτερα χαρούμενος, γιατί εντελώς αιφνιδιαστικά κατανόησα τους λόγους και τον υπαίτιο που η χώρα μου βασανίζεται από μύριες κακοδαιμονίες. Χρειάστηκε βέβαια πάνω από μισός αιώνας για να φτάσω σ’ αυτήν τη διαπίστωση, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι και ποιος είναι ο υπαίτιος; Εγώ!!!
Στο συμπέρασμα αυτό έφτασα ακούγοντας με προσοχή υπουργούς, νυν και τέως, αρμόδιους, νυν και τέως, ειδήμονες και δημοσιογράφους πάσης ενασχόλησης. Μέχρι και μετεωρολόγους άκουσα και παρεμπιπτόντως και κάποιους αστρολόγους. Άλλοτε καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση, άλλοτε ψάχνοντας ειδήσεις ή δηλώσεις στο διαδίκτυο. Και το συμπέρασμα με χαροποίησε ιδιαίτερα, αφού πλέον γνωρίζω ποιον θα πυροβολώ.
Εγώ φταίω για όλα. Για το υπέρογκο έλλειμμα φταίω εγώ. Για τη δυσκίνητη κρατική μηχανή φταίω εγώ. Για τις μαύρες τρύπες της οικονομίας φταίω εγώ. Για τη γραφειοκρατία φταίω εγώ. Για την εισφοροδιαφυγή φταίω εγώ. Για τη φοροδιαφυγή φταίω εγώ. Για τα διόδια στους δρόμους φταίω εγώ. Για το μπάχαλο της δημόσιας υγείας φταίω εγώ. Για τη διαπλοκή φταίω εγώ. Για τους ανοιχτομάτηδες που τα έπαιρναν ως τυφλοί φταίω εγώ. Για την αμετροέπεια του Στουρνάρα φταίω εγώ. Για την ατιμωρησία όσων λήστεψαν τα κρατικά ταμεία φταίω εγώ. Για την πτώχευση του Πέτρου Κωστόπουλου και του Λάκη Γαβαλά φταίω εγώ... Για το έλλειμμα της αστυνόμευσης και το μπάχαλο που γίνεται στους πεζόδρομους και στις πλατείες φταίω εγώ.. Για κάθε στραβό και ανάποδο εγώ φταίω…
Γράφοντας αυτές τις γραμμές έχω την επίγνωση πως κάποιοι από τους αναγνώστες, όταν θα τις διαβάσουν, θα χαμογελάσουν πικρά, πιστεύοντας ότι αυτοσαρκάζομαι. Όμως όχι. Γράφω ό,τι πλέον πιστεύω.
Πιθανόν να μην είχα καταλήξει στη διαπίστωση αυτή αν από τη μεταπολίτευση και μετά είχα ακούσει έστω έναν απ’ αυτούς που εξουσίασαν αυτόν τον τόπο – σε εθνικό, αλλά και δημοτικό επίπεδο - να παραδεχτεί ότι έφταιξε σε κάτι. Πάντα άλλοι θα έφταιγαν. Πώς γίνεται τώρα να μην φταιν αυτοί που υπογράφουν και να φταιν όλοι οι άλλοι, αυτό είναι κάτι που χρήζει ψυχιατρικής ανάλυσης. Με άλλη μέθοδο είναι αδύνατον να ερμηνευτεί.
Όλοι όσοι διεκδίκησαν την εξουσία είχαν πρόγραμμα διακυβέρνησης. Όλοι είχαν τις λύσεις στην τσέπη τους. Και όλοι με ασύνορο θράσος μιλούσαν για αμαρτωλό παρελθόν. Κανείς τους δεν παραδέχτηκε ότι έχει μερίδιο ευθύνης στο αμαρτωλό παρελθόν και κανείς τους δεν απεκατέστησε μια παράλειψη ή ένα λάθος. Άρα αφού δεν φταίει κανείς απ’ αυτούς, κάποιος άλλος θα φταίει και αυτός ο άλλος δεν μπορεί να είναι παρά ο απλός πολίτης, εγώ δηλαδή, εσύ, ο διπλανός μας. Όλοι εμείς που εξουσιαζόμαστε φταίμε, κανείς από τους εξουσιαστές. Αυτοί είναι σωτήρες και κάτω τα χέρια από τους σωτήρες.
Μέρα τη μέρα το πρόβλημα και η συζήτηση περί Δημοκρατίας αποκτά όλα τα χαρακτηριστικά του οδυνηρού. Γιατί η Δημοκρατία έπαψε να είναι το μονοπάτι που οδηγεί στην ανάδειξη των κοινών Αξιών και το σύστημα της διαφύλαξης των κοινών Δικαιωμάτων, αλλά μεταλλάχθηκε σε σύστημα διαφύλαξης αυθαιρεσιών. Η έκπτωση της έννοιας Δημοκρατία γνωρίζει στις ημέρες μας τον έσχατο εξευτελισμό.
Κάποτε, μικρό παιδί, κάποιοι προσπαθούσαν να με πείσουν ότι η δημοκρατία είναι φιλόστοργη, ότι το κράτος είναι κράτος πρόνοιας και δικαίου, ότι ήταν αναφαίρετο δικαίωμά μου να ταξιδεύω στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη ανεμπόδιστα. Κανείς δε μου είχε πει ότι θα πρέπει πέρα από τους φόρους μου να πληρώνω και τον δρόμο. Όλοι μου λέγαν ότι οι φόροι που πληρώνω είναι για να χτίζονται σχολεία, νοσοκομεία, να γίνονται δρόμοι, πλατείες, παιδικές χαρές. Τώρα το εμπέδωσα ότι όχι, θα πρέπει να τον πληρώνω τον δρόμο, ίσως αύριο να πληρώνουν τα παιδιά μου το σχολικό τους κτήριο, το νοσοκομείο, την πλατεία, την παιδική χαρά. Θέλεις να πας σχολείο; Δίνε κάθε πρωί ένα ευρώ για να χτιστεί μια καινούργια αίθουσα. Θέλεις να χαλαρώσεις σε μια πλατεία; Δίνε άλλο ένα ευρώ για τη μελλοντική της ανακατασκευή. Γιατί να πληρώνεις μόνο τον δρόμο που κάποτε θα κατασκευαστεί; Πλήρωνε παντού, πλήρωνε ακόμα και τον αέρα που αναπνέεις...
Αλλά, πλήρωνε και τη φτώχεια σου. Πλήρωνε για όλα. Αυτοί που σε διοικούν ξέρουν καλύτερα από σένα να ρυθμίζουν τη ζωή σου.
Τι κρίμα...
Σ’ αυτήν τη χώρα αξίζει καλύτερη μοίρα...
Σ’ αυτήν τη χώρα οι άνθρωποι δικαιούνται να ζουν με χαμόγελο...