Google+ Followers

Και τώρα;



Μονολογώντας
Και τώρα;


Την 25 Μαρτίου 1823 ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας Τζορτζ Κάνινγκ γνωστοποιεί στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, την Τσαρική Ρωσία και το Σουλτάνο ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα των επαναστατημένων Ελλήνων να αποκλείουν τις τουρκικές ακτές με τα πλοία τους. Λίγους μήνες μετά, την 30η Νοεμβρίου 1823 όμιλος Άγγλων τραπεζιτών χορηγεί δάνειο 800.000 λιρών στους μαχόμενους Έλληνες. Και αρχίζουν τα παρατράγουδα. Που συνεχίζονται μέχρι τώρα. Μια ατελείωτη γραμμή δανείων που το μεγαλύτερο μέρος τους περνά στις τσέπες των επιτήδειων για να ζουν αυτοί καλά και οι άλλοι να ξεπουπουλιάζονται στη φορολογία.
Η Ελλάδα απελευθερώνεται εν τέλει ερήμην των Ελλήνων, όταν στις 8 Οκτωβρίου 1828 ο τριεθνής στόλος καταναυμαχεί τον στόλο του Ιμπραήμ στην Πύλο. Από εκεί δηλαδή που κατάγεται και ο πρωθυπουργός, που ξέρει καλά πως χωρίς τους ξένους κράτος ελληνικό δεν θα υπάρχει, αφού φρόντισαν οι συνάδελφοί του πολιτικοί να ακολουθούν το δόγμα του Δεληγιάννη και όχι του Τρικούπη. Πιθανόν γιατί παραδειγματίστηκαν από τη δολοφονία του Καποδίστρια και δε θέλησαν να τα βάλουν ποτέ με τους κοτσαμπάσηδες τούτου του τόπου. Βέβαια μεταξύ της εποχής του Καποδίστρια και της εποχής του Τρικούπη πολλά τραγικά έχουν συμβεί, ξεκινώντας από τους Κουντουριώτηδες και το Μιαούλη που με το στόλο τους πυρπολούν τον (ελληνικό) στόλο στον Πόρο και συλλαμβάνουν τον Κανάρη. Ακολουθούν πολλά, τόσα πολλά που σηκώνεται η τρίχα όποιου έχει έστω ελάχιστη τσίπα και δε λέει «εγώ να είμαι καλά και όλα τ’ άλλα μπούρμπουλας να γίνουν». Δυστυχώς όμως εκείνοι που έλεγαν το παραπάνω είναι πολλοί, τόσο πολλοί που ζαλίζεσαι όταν σκέφτεσαι το μεγάλο φαγοπότι που μας έφερε μέχρι εδώ.
Στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 ο αναμορφωτής της χώρας Χαρίλαος Τρικούπης δηλώνει στη Βουλή «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν!». Έχει προηγηθεί η πρωθυπουργία Δεληγιάννη που τα έχει κάνει λίμπα, καταπίνοντας όλα τα δάνεια και διορίζοντας μαζικά κάθε ψηφοφόρο στο δημόσιο. Στη σύγχρονη Ελλάδα έχει προηγηθεί ένας Παπανδρέου που ούρλιαζε ότι «λεφτά υπάρχουν» και μετά μιλούσε για «την επανάσταση του αυτονόητου» με «περίστροφα πάνω στο τραπέζι» και άλλες μπούρδες για τις οποίες και για το πώς σύρθηκε η χώρα στα μνημόνια και τις τρόϊκες ο Σαμαράς είχε υποσχεθεί πώς θα ρίξει άπλετο φως και θα αποδοθούν ευθύνες. Αποτέλεσμα: Να ξεσχίσει όλους όσοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, με μια καρικατούρα υπουργού να δηλώνει πως «ήρθε η σειρά της Εκάλης».
Σιγά τα ωά μεγάλε… Πιες ακόμα λίγο αίμα από εκεί που μπορείς και άσε τα νταηλίκια. Δεν ιδρώνει η «Εκάλη», ούτως ή άλλως αυτή σε στηρίζει, αυτή αύριο μεθαύριο θα σε στείλει σε κάποια Τράπεζα ή Οργανισμό για να τα ’κονομάς ισοβίως. Γι’ αυτό συνέχισε να μηχανεύεσαι με το επιτελείο των τεχνοκρατών σου με ποιους ακόμα τρόπους θα εξοντώσεις και το τελευταίο όνειρο των τίμιων, πλην απροστάτευτων, Ελλήνων.
Βέβαια, μετά τις εκλογές, όποτε και να γίνουν, που αυτός και οι συνάδελφοί του μ’ επικεφαλής τον πρωθυπουργό θα διαβάζουν με απογοήτευση τους αριθμούς, δε θα αναγνωρίσουν λάθη και παραλείψεις, αλλά θα ρίξουν και πάλι τις ευθύνες στο λαό, αυτόν τον ίδιο το λαό που βογγά και δεν έχει δει, ούτε αποκρατικοποιήσεις και ιδιωτικοποιήσεις, ούτε ανασύσταση του δημόσιου τομέα, ούτε βήματα στην Παιδεία, ούτε τις επενδύσεις. Αντίθετα, άλλα βιώνει και για άλλα γελά πικρά: Για την απελευθέρωση (όχι δεν είναι απόδραση) του Ξηρού, για τα θρησκευτικά δεδομένα του Τσίπρα (μήπως θα έπρεπε να εξαφανίσουμε και το όνομα του, μουσουλμάνου το θρήσκευμα, Οδυσσέα Ανδρούτσου, από τους ήρωες οπλαρχηγούς της επανάστασης του 1821;), για την αναποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης που ξέχασε το «Ζάππειο» και, όσα υποσχέθηκε, μένουν ακόμα χωρίς αντίκρισμα.
Βραδάκι της Κυριακής και μια σύμπτωση με πάει στη συνοικία της Νεάπολης, εκεί όπου πριν χρόνια έσφυζε η ζωή. Κατήφεια και σκοτάδια, άδεια μαγαζιά. Θυμάμαι τη συχνά επαναλαμβανόμενη φράση του πρωθυπουργού: «Διαψεύσαμε τις Κασσάνδρες…» και χαμογελώ κι εγώ πικρά. Μονολογώ μέσα στη νύχτα ότι λίγο μ’ ενδιαφέρει τι έλεγαν οι Κασσάνδρες της χώρας μου. Εκείνο που με καίει είναι τι προσδοκούσα απ’ αυτήν την κυβέρνηση, τι έχω εισπράξει και ποιο χρώμα θα έχει η αυριανή μέρα…

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Για το πόσο "μουσουλμάνος το θρήσκευμα" ήταν πραγματικά ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, διαφωτιστική είναι, νομίζω, η παρακάτω επιστολή:

Αγαπητοί μου Γαλαξιδιώτες

Ήτανε βέβαια απ’ το Θεό γραμμένο να δράξωμε τα άρματα μια ημέρα και να χυθούμε κατεπάνω στους τύραννους μας, που τόσα χρόνια ανελέητα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε απόκάτω στη σκλαβιά και στο σπαθί των Τούρκων να ακονιέται εις τα κεφάλια μας; Δεν τηράτε που τίποτα δε μας απόμεινε; οι εκκλησιές μας γεννήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων. Κανένας δεν μπορεί να πει πως τάχα έχει τίποτε εδικό του, γιατί το ταχύ βρίσκεται φτωχός σα διακονιάρης στη στράτα. Οι φαμελιές μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκριση των Τούρκων. Τίποτα αδέρφια δε μας έμεινε. Δεν είναι πρέπον να σταυρώσουμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό. Ο Θεός μας έδωσε χέρια, γνώσι, νου. Ας ρωτήσουμε την καρδιά μας και ό,τι μας απανταχαίνει ας το βάλουμε γρήγορα σε πράξιν και ας είμεθα, αδέρφια, πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνω μας. Ό, τι θα κάμωμε πρέποντας είναι να το κάμωμε μια ώρα αρχύτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε το κεφάλι μας. Τώρα η Τουρκιά είναι μπερδεμλενη σε πολέμους και δεν έχει ασκέρια να στείλη κατεπάνου μας. Ας ωφεληθώμεν από την περίστασιν, όπου ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονά μας έστειλε δια ελόγου μας. Μια ώρα πρέπεοντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα, αδέρφια, ή να ξεσκλαβωθούμε ή να πεθάνωμε. Και βέβαια καλύτερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε Χριστιανός και Έλληνας.

Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξιδιώτες, εμπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτη, με τιμές, με δόξες. Οι Τούρκοι ό, τι και αν ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας. Γιατί το σπαθί του Οδυσσέα δεν χωρατεύει. Έπειτα, κοντά στα άλλα, ενθυμούνται και τον πατέρα μου που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθειαν, αδέρφια. Δεν θέλω εγώ μονάχα να καλοπερνώ και το γένος μου να βογγά στη σκλαβιά. Μου καίγεται η καρδιά μου σαν συλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν.

Από το Μωρηά μου στείλανε γράμματα πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου. Μα θέλω πρώτα να είμαι βέβαιος το πώς θα με ακολουθήσετε κι εσείς. Αν εσείς κάμετε αρχή από τη μια μεριά κι εγώ από την άλλη, θα σηκωθή όλη η Ρούμελη. Γιατί ο κόσμος φοβάται. Μα σαν ιδή ελόγου σας, που έχετε καράβια και ξέρετε καλύτερα τα πράγματα, το πώς σηκώνετε μπαϊράκι θενά τελειώση ότι καλύτερο το πράγμα.

Περιμένω απόκρισι με τον ίδιο τρόπο που φέρνει το γράμμα μου. Τη μπαρούτη και τα βόλια τα έλαβα και τα εμοίρασα. Να με οικονομήσετε και στουρνάρια και αν σας περισσεύη και άλλη μπαρούτη να μου στείλετε, γιατί θα την δώσω στους Πατρατσικιώτας. Του πανουργιά τα λόγια μην τα πολυακούτε. Είναι φοβιτσιάρης. Μα σαν τον σηκώσωμεν εμείς, αλλέως δεν μπορεί να πράξη πάρεξ να έρθη με το μέρος μας.

Αύριο βράδυ να έρθη ένας στο μοναστήρι και θα ευρή τον Γκούραν για να μιλήση σαν να ήμουνα εγώ ο ίδιος. Τον Γκούρα να τον αγαπάτε. Είναι παιδί δικό μας και καλό παλληκάρι.

Χαιρετίσματα σε όλυς πέρα και πέρα. Σας χαιρετώ και σας γλυκοφιλώ



22 Μαρτίου 1821

Ο αγαπητός σας

ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ