Google+ Followers

Παιχνιδάκι στα χέρια της...




Ζωές στο κόκκινο - απόσπασμα - Εκδόσεις Γράφημα

Ο Θάνος… εάλω!


Όλα αυτά το ίδιο βράδυ που στις Μηλιές του Πηλίου, το άλλο ζεύγος, ο Θάνος και η Γεωργία, επιστρέφοντας στον δικό τους ξενώνα, έμελλε να ζήσουν στιγμές ιδιαίτερης ερωτικής έντασης, καθώς το μυαλό της εκρηκτικής Γεωργίας μεθυσμένο από τις πολλαπλές εικόνες του Στέφανου, που πια είχε κατακυριεύσει κάθε επιθυμία της, ζήτησε από τον εραστή της πράγματα ανήκουστα και τρομερά για έναν άνθρωπο με κοινή φαντασία και ζωή αναλωμένη στο οικονομικό δούναι και λαβείν. Ασυγκράτητη η Γεωργία, παριστάνοντας τη δήθεν ζαλισμένη από τα ηδύποτα κοκτέιλ με τα εξωτικά ονόματα, με το που μπήκε στην ευρύχωρη σάλα του διαμερίσματος με την πηλιορείτικη διακόσμηση, αποφάσισε να παίξει τον ρόλο της καλοπληρωμένης πόρνης με τρόπο μοναδικό.
Στο μυαλό της ο Στέφανος και μπροστά της ο Θάνος. Εκείνον ήθελε, αυτόν είχε. Αλλού τα θέλω της, αλλού τα έχει της. Χωρίς να μπορεί να στήσει ούτε ένα όνειρο, έτσι για να έχει ένα παράθυρο ανοιχτό σε μέρες αυριανές. Ίσως και να ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί τον εαυτό της, φτάνοντας σε σημεία προσωπικού εξευτελισμού, που όμως τρέλαναν τον ηλικιωμένο εραστή της ο οποίος ζούσε το απροσδόκητο.
Δεν του πέρασε από το μυαλό, του Θάνου, ότι η ύπουλη φαντασία της ερωμένης του θα προχωρούσε εκείνο το βράδυ σε παράτολμες ερωτικές διεκδικήσεις, με στόχο την αφύπνιση εκείνων των διαστροφών, που μπορούν να κρατήσουν δέσμιο έναν άντρα στις επιθυμίες μιας γυναίκας, όταν εκείνη αποτελεί τη δεύτερη και λαθραία, βεβαίως, ζωή του, που πλέον –για τον συγκεκριμένο άντρα– ήταν η πιο ουσιαστική.
«Φταίει η πανσέληνος, αγάπη μου...», του ψιθύριζε με φωνή δήθεν τρέμουσα από ηδονή όταν του άνοιγε όλες τις εισόδους τού σώματός της, καλώντας τον να την κατακυριεύσει. Εκείνος μέσα στην παραζάλη του, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο φεγγάρι, άρχισε ν’ αναρωτιέται αν τελικά είναι αλήθεια όσα λέγονται για την επίδραση της Σελήνης στην ανθρώπινη ψυχική   ισορροπία. Ο άνθρωπος που το επώνυμό του ήταν συνώνυμο της επιχειρηματικής επιτυχίας, ο άνθρωπος που κινούσε δεκάδες εργοστάσια κι επιχειρήσεις με χιλιάδες εργαζόμενους, ο άνθρωπος που μπορούσε κι επηρέαζε ποικιλόμορφες εξουσίες, παραφρόνησε ακούγοντας τη μικρή αμαρτωλή να τον ικετεύει με σφιγμένα δόντια: «Σχίσε με άντρα μου...» 
Ναι, «είμαι άντρας, ο άντρας σου…», ψελλίζει εκείνος λαχανιάζοντας και, ξέπνοος μετά από τόσα παιγνίδια, αδυνατεί να σχίσει τη μικρή αμαρτωλή. Απλά τελειώνει και γέρνει πλάι της αποκαμωμένος.
Εκείνη, όμως, επιχειρεί να κρατήσει όρθιο τον μύθο του. Του λέει πως τη διέλυσε, πως δεν μπορεί να συμμαζέψει τα κομμάτια της, πως ήταν ένας ταύρος και πως μετά απ’ αυτόν δεν υπάρχει παρά ο… θάνατος.
Στο μπάνιο, αρκετή ώρα αργότερα, καθώς του ζητά να τη σαπουνίσει, του τονίζει πως πάντα έτσι θέλει να της κάνει έρωτα και ότι νιώθει έρμαιο, παιχνιδάκι στα χέρια του. Κι εκείνος αισθάνεται μια ολοκλήρωση μοναδική, μια επιβεβαίωση που δεν την είχε νιώσει ακόμα κι όταν είχε κάνει το πιο πετυχημένο επιχειρηματικό του βήμα. Συλλογίζεται, εκείνη την ώρα, τους δεκάδες φίλους του, στην ίδια ηλικία πάνω κάτω, που κοιμούνται έναν ύπνο όμοιο με των άλλων ημερών, πλάι στην ίδια γυναίκα, τη γυναίκα τους, που μπορεί και να έχουν κάποιους μήνες ή και χρόνια ν’ αγγίξουν και μακαρίζει τον εαυτό του, γιατί αυτός μπορεί να ζει την ένταση και την έκσταση ενός τέτοιου πάθους με μια γυναίκα όντως εκπληκτική. Τι αξία έχει η ζωή αν δεν μπορείς να της ρουφήξεις και το μεδούλι ακόμα;, αναρωτιέται.
Η Γεωργία, που τον ακούει να μονολογεί, διαισθάνεται ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό του. Κι έχοντας παίξει τον ρόλο της επιτυχημένα μέχρι εκείνη τη στιγμή, αποφασίζει πως πρέπει να διατηρήσει και να εκμεταλλευτεί την κτήση της με κάθε τέχνασμα. Δήθεν του εξομολογείται κάποιους φόβους της, ενώ την ίδια στιγμή τα δάχτυλά της παίζουν με τα πλέον ερωτογενή του σημεία.
Τι θα γίνει αν κάποια μέρα τη βαρεθεί; Τι νόημα θα έχει η ζωή της χωρίς αυτόν; Υποδυόμενη την προβληματισμένη προχωρά σε συγκρίσεις. Εκείνος είναι ο απόλυτα επιτυχημένος, ο παντοδύναμος, αυτός που έχει εξασφαλισμένα τα πάντα. Η ίδια είναι ένα έρμαιο στην ανασφάλεια. Τι κι αν είναι νέα και όμορφη; Τα νιάτα φεύγουν, η ομορφιά μαραίνεται.
Τα λόγια της αναστατώνουν τον Θάνο, που εκείνη τη στιγμή βρίσκεται ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι με τη Γεωργία καβάλα στο στήθος του.
Ναι, δεν είναι αβάσιμα όσα του λέει. Απροστάτευτο πουλάκι είναι η αγάπη του. Χωρίς προοπτική, χωρίς μέλλον.
Στον ίδιο χώρο, λοιπόν, δυο κόσμοι διαφορετικοί   –ο ένας στην αποχαυνωτική γαλήνη του και ο άλλος στη συνωμοτική εγρήγορση– συνθέτουν το σύμπλεγμα των γυμνών κορμιών.
Το ένα σώμα έχει εμφανέστατα τα ίχνη του χρόνου πάνω του, ενώ το άλλο απειλεί την ισορροπία της φύσης με τη συγκλονιστικότητα της ομορφιάς του. Μόνο που το κουρασμένο σώμα ζει μέσα στην απόλυτη σιγουριά μιας ρωμαλέας οικονομικής πραγματικότητας, σε αντίθεση με το άλλο σώμα, που βιώνει την αβεβαιότητα.
«Θα καταλήξω να εκλιπαρώ να με παντρευτεί κανένας υπαλληλάκος, όταν εσύ θα με βαρεθείς…», του λέει με σπασμένη φωνή κάποια στιγμή.
Η φράση είναι καταλυτική για τον μεσήλικα εραστή, που απλώνει το χέρι του και της χαϊδεύει τα μαλλιά, έχοντας κιόλας αποφασίσει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του. Την ίδια στιγμή, παρά το ακατάλληλο της ώρας, καλεί στο κινητό του τον κτηματομεσίτη φίλο του και του δίνει εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό μιας… ανιψιάς του. Λίγες μέρες μετά, τα συμβόλαια για την αγορά ενός διαμερίσματος διακοσίων τετραγωνικών μέτρων κι ενός καταστήματος ίδιου εμβαδού, στη συμβολή δυο κεντρικότατων δρόμων τής πόλης, γίνονται απ’ ευθείας στο όνομα της Γεωργίας, η οποία προσπαθεί να μείνει ψύχραιμη απέναντι στα γεγονότα που τρέχουν ταχύτατα. Πριν καν κλείσει μήνας από εκείνη τη βραδιά, η Γεωργία, κρατώντας στο χέρι της τα κλειδιά των δυο οικημάτων, θα προσφέρει στον γενναιόδωρο εραστή της ακόμα μια πανδαισία αξέχαστων εμπειριών.
Αυτό έγινε την ημέρα που η σύζυγος Ευτυχία ταξίδεψε στο Γεράκι, τη βυζαντινή καστροπολιτεία του Πάρνωνα, απ’ όπου το επόμενο βράδυ, ο Πέτρος θα φωτογράφιζε την πανσέληνο του Ιουλίου μέσα από τα ερείπια των εκκλησιών. Πρωί έφυγε η Ευτυχία, νωρίς το απόγευμα ο άντρας της έφτανε στις Μηλιές του Πηλίου, πανέτοιμος για μια ακόμα νύχτα ευτυχίας. Στην τσέπη του είχε τα κλειδιά των ακινήτων που αποτελούσαν πλέον προσωπική περιουσία της Γεωργίας, κλειδιά που τ’ απίθωσε πάνω στο εφηβαίο της, όταν –όπως της ζήτησε εκείνος– αυτή ξάπλωσε γυμνή στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά.
Ήταν μια συμβολική κίνηση;
Ακόμα και ο συμβολισμός να μην υπήρχε στις προ­θέσεις τού εραστή, αυτή η κίνηση ομολογούσε ολόκληρη την αλήθεια: Ότι, δηλαδή, διαμέρισμα και μαγαζί ήταν περιουσία αποκτηθείσα από το αιδοίο της και μόνο.
Η Γεωργία, θέλοντας να επιβεβαιώσει τη δύναμη αυτού του όπλου, επιχείρησε μια ακόμα δυναμική άλωση του Θάνου της, ο οποίος έζησε ό,τι πιο τολμηρό θα μπορούσε να δείξει η κινηματογραφική βιομηχανία της τσόντας. Ο μεγαλοεπιχειρηματίας εραστής δεν είχε υποψιαστεί πως ο έρωτας και πιο συγκεκριμένα η πάλη των σωμάτων, δεν είχε όρια. Η Γεωργία του το έμαθε με τον πιο πειστικό τρόπο, μετερχόμενη οτιδήποτε θα μπορούσε να τον εξουθενώσει, αλλά και να κρατήσει εσαεί δέσμια τη σκέψη του στα ερωτικά της σπήλαια. 
Ο κύριος Θάνος οδηγήθηκε στην άλωσή του μέσα από τα πλέον σκοτεινά μονοπάτια του έρωτα, πιστεύοντας πως βιώνει το υπέρτατο σε όλη του την έκφραση και έχοντας πεισθεί ότι η ηδονή είναι μορφή αθανα­σίας.
Ο κύριος Θάνος, το βράδυ της 20ης προς την 21η Ιουλίου, συνάντησε έναν άλλον Θάνο, ίσως τον Θανασάκη της εφηβικής ηλικίας, ένα παιδί που όλα τα έβλεπε νέα και τρόμαζε στη θέα τους, και προσπαθούσε να τα εξιχνιάσει μόνο στα όνειρά του. Εκείνο το βράδυ, ο μικρός Θανασάκης ξαναβγήκε στις εμπειρίες του κόσμου για να μάθει απ’ την αρχή το σώμα της γυναίκας και να καταθέσει την ευγνωμοσύνη του απέναντι στη ζωή, που τόσο γενναιόδωρη του είχε σταθεί.   

Δεν υπάρχουν σχόλια: