Google+ Followers

Τα Χριστούγεννα της εξαθλίωσης



Μονολογώντας


Τα Χριστούγεννα της εξαθλίωσης
Του Άγγελου Πετρουλάκη



Πηχυαίοι οι τίτλοι στις εφημερίδες που προδικάζουν τις μαύρες μέρες. Οι τηλεοπτικές κραυγές, που μετατρέπουν το τίποτα σε πολύ, προκαλούν την αντοχή του νευρικού συστήματος. Η Ελλάδα σέρνεται στον παραλογισμό, χωρίς ίχνος σοβαρότητας απ’ αυτούς που ορίζουν τα πολιτικά χαρακτηριστικά της. Όλοι, μα όλοι, έχουν επιδοθεί σ’ έναν αγώνα να διατηρήσουν το πλέον προσοδοφόρο των επαγγελμάτων: Πολιτικός.
Ο λόγος πυκνώνει για την επανίδρυση της Κεντροαριστεράς. Από ποιους; Θα  προσδοκούσα πως συζητούν αυτοί που δεν ευθύνονται για τον εκφυλισμό της. Το αντίθετο συμβαίνει. Και πλέον αναρωτιέμαι ποιοι ευθύνονται για τον εκφυλισμό της;
Ο λόγος πυκνώνει επίσης για την οντότητα της αμιγούς Αριστεράς. Ποιες οι προθέσεις της; Ποια η καθαρότητα της στρατηγικής της; Πώς θα πορευτούν στο μελλοντικό πολιτικό σκηνικό και ποια συμφέροντα θα εξυπηρετήσουν;
Αλλά πυκνώνει και ο λόγος για την κυβέρνηση… «εθνικής σωτηρίας», δηλαδή για την ομάδα των πολιτικών, που πριν τις εκλογές ήθελαν διακαώς να μας… σώσουν, ούρλιαζαν για τα λουκέτα της αγοράς, ούρλιαζαν για τη λεηλασία των συντάξεων, ούρλιαζαν για το φούντωμα της ανεργίας, ούρλιαζαν για τα μπαϊράκια των συνδικαλιστών, ούρλιαζαν για το φαγοπότι των ΔΕΚΟ και των άλλων οργανισμών. Θα περίμενε κανείς πως τα λουκέτα δεν θα αυξάνονταν, πως οι συντάξεις δεν θα πετσοκόβονταν άλλο, πως η ανεργία θα μειώνονταν, πως οι συνδικαλιστές θα έπαυαν να είναι εξουσίες, πως οι ΔΕΚΟ και οι άλλοι οργανισμοί θα παρουσίαζαν κερδοφορίες…
Τίποτε απ’ όλα. Όλα στο χειρότερο. Με τη γελοιότητα να παρελαύνει καθημερινά αφού ο λόγος τους έχει μόνο… αντιπολιτευτικά στοιχεία: Να παταχθεί η φοροδιαφυγή, να έχουν όλοι οι Έλληνες υγεία, να τονωθεί η αγορά, να αποκατασταθούν οι αδικίες, να… να… να…
Και γιατί ρε καλόπαιδα δεν τα κάνετε; Με τι περνά η καθημερινότητά σας; Γιατί δεν επανιδρύσατε το κράτος; Γιατί μεγαλώσατε το δράμα ενός λαού για το οποίο εσείς και οι όμοιοί σας εκλεγμένοι είστε υπεύθυνοι. Πού είναι τα μαχαίρια σας που θα έφταναν στο κόκαλο; Πού είναι τα κλεμμένα που θα ξαναγύριζαν στο εθνικό ταμείο; Γιατί εγώ και κάποια ακόμα εκατομμύρια συν-Έλληνες γινόμαστε ολοένα και φτωχότεροι; Εμείς κλέψαμε; Εμείς νομοθετήσαμε; Εμείς υπογράψαμε τα χαριστικά δάνεια; Εμείς διαπραγματευθήκαμε με τις όποιες Siemens και τους τόσους ακόμα διαπλεκόμενους; Εμείς φάγαμε τους ίδιους μεζέδες που φάγατε εσείς και ο προσφιλής σας Πάγκαλος;
Και τι θα γίνει ρε καλόπαιδα όταν αυτή η παθητική σιωπή της μεγάλης μάζας του ελληνικού λαού αρχίσει να κινείται; Όταν γίνει κραυγή και σεισμός, όταν χυθεί αίμα σε πεζοδρόμια; Ποιους θα κατονομάσετε ως υπεύθυνους; Ποιος θα βγάλει τα κάρβουνα από τη φωτιά; Και πώς θα ξαναγυρίσει η ελπίδα στον Έλληνα;
Το κεφάλαιο της εξαθλίωσης της χώρας θα φέρει μια και μόνο υπογραφή: Του πρωθυπουργού. Αυτήν θα καταγράψει η πολιτική ιστορία, αφού θα είναι ο ηγέτης που υπόγραψε όλα τα διατάγματα των υπουργών του και όλες τις διαπραγματεύσεις με την «Τρόικα», δηλαδή με τους εκπροσώπους αυτών που μέχρι τώρα έκλειναν τα μάτια στη διαφθορά, υποδαυλίζοντας τη διαπλοκή, και αφού στάθηκε ανίκανος να εμπνεύσει έναν άλλο αέρα στη χειμαζόμενη κοινωνία.
Δεκέμβριος του 2013 με όλες τις ελπίδες εξόριστες και με ψαλιδισμένα φτερά. Οι πολίτες άφωνοι μπροστά στη λεηλασία της ζωής και των ονείρων τους βλέπουν τις τύχες τους να ορίζονται είτε από μη ευφυείς, είτε από φαύλους, είτε από άνομους, πάντως αδίστακτους εχθρούς των δικαιωμάτων του ανθρώπου να έχει εργασία, περιουσία, μέλλον.
Δεκέμβριος του 2013 και Χριστούγεννα. Τα συσσίτια των πεινασμένων θ’ αυξηθούν, οι έρανοι για τα παιδιά των ανήμπορων θ’ αυξηθούν, τα κροκοδείλια δάκρυα των πολιτικάντηδων θ’ αυξηθούν. Το κράτος πρόνοιας διάτρητο θα τουρτουρίζει σε αποδιοργανωμένα νοσοκομεία, στα σκαλιά των εφοριών, στο μηδέν της αξιοπρέπειας.
Δεκέμβριος του 2013 και νιώθω απόλυτα προδομένος και ματαιωμένος μπροστά στη μεγάλη γιορτή. Δεν κατέχω το χώρο της φιλοσοφίας για να οδοιπορήσω στη νύχτα των Χριστουγέννων και, ως οι αγραυλούντες ποιμένες, να στοχαστώ για το απόλυτο της νύχτας που διαρκεί κάποιες χιλιάδες χρόνια… Όμως, τολμώ να πω, ότι έπρεπε να φανεί για μια ακόμα φορά το μεγάλο αστέρι για ν’ αντιληφθούμε ότι μας αξίζει η ελπίδα, μας αξίζει ένας άλλος κόσμος. Είναι ασύλληπτα σύντομο το πέρασμά μας από τη ζωή ώστε να μη μας ταιριάζει αυτός ο κόσμος με τα τόσα του «προπατορικά» αμαρτήματα, αλλά να μας ανήκει ένας άλλος πιο φωτεινός και πιο μελωδικός για να πορευτούμε πέραν του χείλους της αβύσσου…

Κακοί Έλληνες, άδικο κράτος



Μονολογώντας


Κακοί Έλληνες, άδικο κράτος


Το ακούσαμε κι αυτό την εβδομάδα που μας πέρασε, λίγο πριν οι 153 βουλευτές ψηφίσουν θετικά για τον προϋπολογισμό. Από τα χείλη του υπουργού Στουρνάρα. Οι Έλληνες υπο-φορολογούνται!!!
Προφανώς θα ήθελε να το πει ο πρωθυπουργός Σαμαράς, αλλά, αφού εκείνος προεκλογικά άλλα έλεγε, οδυρόμενος υπέρ όσων επλήγησαν από το μνημόνιο, επέλεξε να ειπωθεί από το στόμα του Στουρνάρα. Γιατί δεν εξηγείται αλλιώς. Αν δεν συμφωνούσε, αν ήταν άλλη η πίστη του, θα έπρεπε αστραπιαία να τον αποκαθηλώσει και να ζητήσει συγγνώμη από τον ελληνικό λαό, που η κυβέρνησή του μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να πατάξει τη φοροδιαφυγή και να φορολογήσει την «Εκάλη» ή όποια άλλη κάστα εννοούσε όταν έλεγε την ηλιθιότητά του ο υπουργός Στουρνάρας. Ναι παρουσίασε πλεόνασμα η οικονομία μας, παρουσιάζει όμως και τραγικά νούμερα γύρω από την ανεργία και τις τιναγμένες στον αέρα επιχειρήσεις. Αν η οικονομία πήγαινε καλά δε θα συζητούσαμε για διακοπές ηλεκτροδότησης από τη ΔΕΗ. Δε θα υπήρχαν συσσίτια, δεν θα υπήρχαν τα κοινωνικά παντοπωλεία. Αλλά κανείς Σαμαράς, κανείς Στουρνάρας, κανείς Γεωργιάδης στάθηκε στη ουρά για συσσίτιο. Η τσέπη τους χαμογελά με γοητεία και στο φιλέτο και στη συναγρίδα…
Όχι, δεν είμαι οργισμένος. Αηδιασμένος είμαι. Αηδιασμένος γιατί βλέπω να παίζεται ακόμα μια φορά το έργο του ψεύδους και της ανικανότητας, χωρίς τίποτα να γκρεμίζεται από τις εξουσίες. Αποφασισμένες να προφυλάξουν τα συμφέροντα των μεγάλων φοροφυγάδων, αποφασισμένες να προστατεύσουν τις ανομίες των «οφ σορς» (μάθαμε και αυτόν τον όρο), αποφασισμένες να καλύψουν τους άνομους, έστρεψαν όλο τους το μένος εναντίων των ανίσχυρων, αυτών που απροστάτευτοι προσπαθούσαν να επιζήσουν και να εξασφαλίσουν το ελάχιστο για το μέλλον των παιδιών τους. Και θρασύτατα ομολογούν ότι στο μέλλον θα επιχειρήσουν να πατάξουν τη φοροδιαφυγή που είναι το μέγα καρκίνωμα της ελληνικής οικονομίας. Όλα στο μέλλον, όλα στο κάποτε… Στο τώρα μόνο ο μικρομεσαίος, μόνο ο αδύναμος συνταξιούχος, ο απελπισμένος άνεργος. Και η φτηνή δικαιολογία για το πελατειακό κράτος. Μα ποιος το δημιούργησε αυτό το κράτος; Ποιος είχε τη δυνατότητα να δημιουργήσει πελατειακές σχέσεις; Ο πολίτης ή η εξουσία;
Κρίμα. Άξιζε καλύτερη τύχη αυτή η χώρα. Διαβάζω με απέραντη μελαγχολία μια συνέντευξη του Κώστα Μουρσελά στην Ελένη Γκίκα, στο Έθνος: «Όλα τα τελευταία χρόνια, ποτέ δεν με έπεισαν ούτε οι συνδικαλιστές, οι απεργίες τους, ούτε οι πολιτικοί, κυρίως αυτοί, ανθρωπάκια στην πλειοψηφία τους. Δεν έχω δει περισσότερους Ταρτούφους συγκεντρωμένους στη Βουλή. Προσωπεία χωρίς πρόσωπα. Δεν έχω δει τόσους ψεύτες συγκεντρωμένους σε μια αίθουσα. Άλλα να λένε, άλλα να πιστεύουν, άλλα να κάνουν. Οι πρώτοι φοροφυγάδες, οι πρώτοι παραβάτες, οι πρώτοι παράνομοι».
Το έχουν πει σοφοί οικονομολόγοι, το έχουν πει πολιτικοί που χαρακτηρίστηκαν ως γραφικοί. Αυτός ο τόπος δε χρειάζεται δάνεια, δε χρειάζεται μνημόνια. Μια εξυγίανση της  κρατικής μηχανής θέλει να εφαρμόζει τη νομοθεσία και να εισπράττει μέχρι τελευταίο ευρώ φόρους και εισφορές, έτσι ώστε να εξαλειφθεί η μάστιγα της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής και «λευκούς» πολιτικούς. Δυστυχώς ελάχιστους τέτοιους γνώρισε η πατρίδα. Η συντριπτική τους πλειοψηφία  ήταν κακοί Έλληνες που έστησαν ένα άδικο κράτος.
Σήμερα αυτοί οι κακοί Έλληνες, βολεμένοι σε βάθος αρκετών γενεών, χλευάζουν τον χειμαζόμενο πολίτη και με μεθοδικότητα παραδίνουν τη χώρα στην αναξιοπρέπεια και τον εξευτελισμό, ευαγγελιζόμενοι μια δήθεν κοινωνική ευαισθησία.


Άγγελος Πετρουλάκης

Οι ελεεινοί της ανικανότητας και της ευκολίας



Μονολογώντας

Οι ελεεινοί της ανικανότητας και της ευκολίας
Του Άγγελου Πετρουλάκη

Απέραντη και απερίγραπτη αηδία είναι το μόνο που κυριαρχεί ως συναίσθημα απέναντι σε όσα διαδραματίζονται στην πολιτική σκηνή. Για μια ακόμα φορά η αίθουσα του Κοινοβουλίου άδεια. Πέραν του ομιλητή, κάπου δέκα-δεκαπέντε βουλευτές στα έδρανα. Οι υπόλοιποι;
Οι υπόλοιποι θα γεμίσουν τα έδρανα την τελευταία ημέρα. Για τον πιο δύσκολο προϋπολογισμό των τελευταίων ετών. Αηδία ξανά…
Ανατρέχω στα γυμνασιακά χρόνια, στον απουσιολόγο με το απουσιολόγιο, στις επιπτώσεις των απουσιών. Πιο αυστηρές εκείνες απ’ αυτές που μπορεί να ισχύουν για τη Βουλή των Ελλήνων. Τι στο καλό, παιδιά είναι οι βουλευτές για να είμαστε αυστηροί απέναντι τους;
Δυστυχώς δεν είναι παιδιά, δυστυχώς είναι ενήλικες, άρα διαβρωμένοι μέσα και έξω, άρα άθλιοι σε συμπεριφορές και ήθος. Και πιο πολύ άθλιοι κάποιοι από εμάς, που χρόνια τώρα συνωστίζονταν έξω από βουλευτικά γραφεία, ή περίμεναν υπομονετικά τη χειραψία τους σε τυχαίες συναντήσεις, πιστοί σ’ ένα πολιτικό σύστημα που ισοπέδωνε αξίες και δημιουργούσε κομματικούς μύθους.
Τώρα, βαθειά πληγωμένοι από το ίδιο το σύστημα, απέραντα προδομένοι από τις ίδιες μας τις προσδοκίες, παρακολουθούμε τις τελετές θανάτου που ονομάζονται «συνεδριάσεις της Βουλής» ξέροντας πως μόνο μαύρο διαθέτει πλέον η χρωματική παλέτα του μέλλοντός μας.
Τι κρίμα…
Άξιζε άλλη τύχη τούτος ο τόπος. Δεν την είχε, δεν την έχει, δε θα την έχει…
Αντίθετα, θα έχει πάντα δάκρυα για τους πληβείους τούτης της κοινωνίας, πάντα πόνο για τους ανίσχυρους, πάντα καταφρόνια για τους ασυμβίβαστους. Θα έχει πάντα πολίτες διαφόρων κατηγοριών και πολλών ετερόκλητων ευκαιριών. Και η απόσταση μεταξύ «Εκάλης» και δωματίων με μαγκάλια ολοένα θα μεγαλώνει, και  πάντα όχι με την ευθύνη των απλών πολιτών, αλλά της εξουσίας. Με τον υπουργό Στουρνάρα να συγκρίνει τα φορολογικά βάρη των Ελλήνων μ’ αυτά των Γερμανών.
Άμε στον αγύριστο ανεγκέφαλε της πολιτικής οικονομίας και ανάλγητε της κοινωνικής ηθικής…
Βγάλε το υπουργιλίκι από πάνω σου και την προστασία που απολαμβάνεις εξ αιτίας του κι έλα ίσος με ίσο να κουβεντιάσουμε, που επιχειρείς συγκρίσεις με μια χώρα που σέβεται τον δικό της πολίτη και πιστεύει στην έννοια του νόμου.
Όμως για το ότι είναι αυτός υπουργός και για το θράσος που έχει να νομοθετεί άδικα και να προβαίνει σε δηλώσεις απόλυτα προκλητικές, ευθύνη έχει ο πρωθυπουργός. Με τη στάση του ο Αντώνης Σαμαράς δηλώνει ότι τα όσα λέγει και όσα πράττει ο κύριος υπουργός χαίρουν της ευλογίας του και μαρτυρούν ότι εκφράζεται για λογαριασμό του. Διαφορετικά έπρεπε ο κύριος υπουργός να είχε αποκαθηλωθεί και να ξαναγύριζε στις παλιές του επαγγελματικές ενασχολήσεις, σε κάποιες τράπεζες του εξωτερικού να μαγειρεύει άλλα οικονομικά σενάρια.
Βέβαια σε δεύτερο βαθμό ευθύνη έχουν όλοι όσοι συνεργάζονται με την κυβερνητική πλειοψηφία ή σιωπούν, ή τον ανέχονται. Ευθύνη έχουν και οι αντιπολιτευόμενοι που δεν κατόρθωσαν να πείσουν για τη σοβαρότητα της άλλης άποψης, αλλά και για την ολοκληρωμένη πολιτική τους σκέψη και το πολιτικό τους ήθος. Η στάση και των μεν και των δε δηλώνει πως πάνω απ’ όλα βάζουν το προσωπικό τους συμφέρον, το βουλευτιλίκι δηλαδή,



Η αυτοταπείνωση ενός έθνους



Μονολογώντας… 

Η αυτοταπείνωση ενός έθνους

Πάνε κάπου τριάντα χρόνια όταν με τον ίδιο τίτλο στήλης ξεκίνησε μια σειρά καθημερινών χρονογραφημάτων στην τότε «Ελευθερία» της πόλης μας. Στα τριάντα και κάτι αυτά χρόνια πολλά άλλαξαν στη ζωή μας. Είδαμε το «τίποτα» να γίνεται «σημαντικό», το «σημαντικό» να αποδομείται και να καταρρέει, είδαμε το «δήθεν» ν’ αποκτά υπόσταση και να γίνεται διασημότητα, είδαμε τη ματαιοδοξία να κυριαρχεί στις κοινωνικές διαδικασίες, είδαμε πολλά, θαυμαστά και μη, ανεξιχνίαστα και τρομερά…
Όμως το σημαντικότερο που είδαμε και που βιώνουμε είναι η αυτοταπείνωση ενός έθνους, η απαξίωση κάθε ονείρου, ο εκφυλισμός κάθε προσδοκίας. Περίγελως η χώρα, αξιολύπητοι οι πολίτες της. Τουλάχιστον οι πολλοί, αυτοί που ήθελαν να έχουν «το κούτελό τους καθαρό» και ονειρεύονταν ένα ηλιόλουστο μέλλον για τα παιδιά τους.
Αυτοί οι πολλοί υπήρξαν τα θύματα μιας παρανοϊκής πολιτικής μισαλλοδοξίας, ποτισμένης με τον κομματικό εγωισμό και ταγμένης στο να εξυπηρετεί τη διαφθορά και τη διαπλοκή, πρώτα για το δικό της μιαρό συμφέρον. Τώρα αυτά τα θύματα, υποχρεώνονται στην ταπείνωση, απολαμβάνοντας τον χλευασμό των ίδιων εξουσιών, αδύναμα ν’ αντιδράσουν, ανήμπορα να ξαναστήσουν όνειρα και να προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους.
Δυστυχώς βιώνουμε την αυτοταπείνωσή μας. Δε διδαχτήκαμε το ελάχιστο από την ιστορία μας και πληρώνουμε το λάθος. Αποδειχτήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων και πλέον με πολιτικές εξουσίες υποταγμένες στον εγωισμό τους ζούμε το τέλος της αξιοπρέπειάς μας. Συν-υπεύθυνοι γι’ αυτήν την υποταγή παρακολουθούμε αμήχανα την άλωση των δικαιωμάτων μας ως πολίτες, προσβλέποντας στο «τίποτα».
Το 1949 η χώρα βγήκε – όπως βγήκε – από το αίμα και τον θάνατο. Και δεν αγκαλιαστήκαμε για να την ξαναχτίσουμε, δεν κλάψαμε όλοι μαζί για να μην επαναλάβουμε λάθη. Χωρίσαμε τον πόνο σε δεξιό και αριστερό, βάλαμε ετικέτες στους θανάτους. Εκείνους που είχαν σπείρει τον όλεθρο δεν τους πήραμε μετανάστες για να δουλέψουν στα εργοστάσιά μας. Γίναμε εμείς μετανάστες στα δικά τους. Δεν απαιτήσαμε τα ληστεμένα μας, προσκυνήσαμε για την ελεημοσύνη τους. Μας δανειοδότησαν για να στήσουμε το μεγάλο φαγοπότι της διαπλοκής και της διαφθοράς. Κι εμείς με σημαιούλες και συνθήματα στήναμε ένα κράτος μαϊμού, χειροκροτούσαμε μια απάτη, που βόλευε πολλούς, σίγουρα όχι όλους, και προχωρούσαμε στο άγνωστο χωρίς καμιά διάθεση αυτοκριτικής. Τους σκεπτικιστές τους χαρακτηρίσαμε γραφικούς και φροντίσαμε για την απομόνωσή τους. Μας χαλούσαν τη βόλεψη…
Τώρα η βόλεψη πήγε περίπατο για πολλούς. Έμεινε η αμηχανία, οι κουτσουρεμένες συντάξεις, οι μισθοί της πείνας, το πεθαμένο σύστημα υγείας, η ανάπηρη παιδεία, οι εκμηδενισμένες περιουσίες, ο μπαμπούλας της τρόϊκας. Έμεινε ένας Σαμαράς κι ένας Τσίπρας, ένας Στουρνάρας… Και οι πέριξ αυτών. Να αυτοθαυμάζονται καθώς μας οδηγούν σ’ ένα μεταλλαγμένο Ζάλογγο. Στον απόλυτο θάνατο του μέλλοντός μας…

Λόγος τρίτος - Δ4



          Οι πέτρες...

Οι πέτρες είναι για να σμιλεύονται
              -να γίνονται ειδώλια.
Οι πέτρες είναι για να μένουν
              -σιωπηλές και ακίνητες.

                   Οι πέτρες είναι για να θυμίζουν...

Οι πέτρες
μπορεί και να μην είναι πέτρες,
μπορεί να είναι ανάσες,
                         κυματισμοί ματιών.

Οι πέτρες
μπορεί και νά  ’ναι Πέτρες ασήκωτες,
να καίνε τα δάχτυλα,
να σχίζουν τα χείλη,
                       να κοκκινίζουν απ’ το αίμα μας...

Μπορεί και νά ’ναι ομολογίες ζωής,
                   νά ’ναι αρχή και τέλος,
                               τα μεγάλα ερωτηματικά
                               τ’ ανερμήνευτα και τα μαγικά,
                               τα σπουδαία ανεξιχνίαστα,
                               τα θανάσιμα λόγια.
Ας μην βεβηλωθούν από αμύητους.
Μου ανήκουν όπως ο θάνατος,
όπως οι έσχατοι λόγοι της εκδημίας μου...




Πώς ντύνεσαι τη σιωπή







Πόνος άναρθρος τ’ απομεσήμερα της απουσίας.

Πώς ντύνεσαι τη σιωπή κατάσαρκα
κι επιχειρείς να χορέψεις
μ’ ένα κονσέρτο για δυο πιάνα του Mendelssohn;

Αποφλοιώνομαι
με φωνή παθητική,
απόλυτα παθητική,
όπως η υπομονή
και όπως οι ταπεινοί πανσέδες,
όπως το δάκρυ του ενός
ή το λευκό χαρτί που φαντάζει απροσπέλαστο.

Το σώμα σου ξωκλήσι του έρωτα...




 
Φωτογραφία: Βάνια Τλούπα


Σώμα...
Το σώμα σου...

Το σώμα σου ξωκλήσι του έρωτα,
εγώ ο προσκυνητής του.
Να σκύψω...
Ν’ αφήσω στο στήθος σου
το αποτύπωμα των χειλιών μου.
Στις ρώγες έναν αναστεναγμό
και στο κοχύλι της ήβης σου
τρεις νότες - ακροκέραμα του πόνου.

Με αστρική ταχύτητα ταξιδεύω
στο συμπαντικό σου πόνο,
φορώντας κατάσαρκα επιθυμίες ανομολόγητες.

Λόγος και αιτία για ένα τραγούδι



Τραγουδάς.

Αργά, αλλά σταθερά
παραμερίζεις τη λήθη.
Αργά, αλλά σταθερά,
αποκαλύπτεται ο πόνος.
Βαθιά, απύθμενη πληγή,
ερυθρομέλανο χάος.

Χαρτογραφείς στο ανεκπλήρωτο
υποσχέσεις και όνειρα.
Στα δυο διπλώνεσαι.
Κλείνεις την πόρτα.




                             Φυσάει έρωτας
                             στα μονοπάτια της σιωπής

Αναζητάω τα ίχνη μιας άλλης ανάβασης.



         
Στη Μονεμβασιά, το βράχο τον ανυποχώρητο, όπου για χιλιετίες  ευδοκιμούσε μόνο η πέτρα και η φραγκοσυκιά, κάθισα κι έκλαψα, ξέροντας πως προχωράω πια στο χρονικό του πόνου. 
 
Πήρα το δρόμο της επιστροφής, έχοντας απέναντί μου τον ήλιο, που ανατέλλει ερήμην της αγωνίας του ανθρώπου, διαιωνίζοντας έτσι την τραγικότητα των αναπάντητων ερωτηματικών.




Αναζητάω τα ίχνη μιας άλλης ανάβασης.


Το τοπίο ίδιο,
οι πέτρες ακίνητες.
Τουρίστες
που πάνε κι έρχονται στα καλντερίμια.

Σε θολωτές,
μισογκρεμισμένες καμάρες,
μπαίνω,
αναζητώντας τα χνάρια σου.
Στον Ελκόμενο Χριστό
εντοπίζω το πρόσωπό σου
σε μαυρισμένη αγιογραφία.

Έξω απ’ το σπίτι του ποιητή,
μια φοβισμένη σαύρα
ομολογεί πως η «Εαρινή Συμφωνία»
πέρασε στ’ αζήτητα των ανθρώπων.
                         
                             Στα δικά σου αζήτητα εγώ.







Μακρινή Ιθάκη Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου

ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή



      Το εξώφυλλο: Της Θωμαής Κόντου 
Υπάρχουμε,
σ’ ένα κατακερματισμένο σήμερα,
ανάμεσα σε ορίζοντες απροσπέλαστους,
ανάμεσα σε χέρια τεντωμένα
              που ψηλαφούν τα σκοτάδια.

Υπάρχουμε,
χωρίς να ξέρουμε το γιατί,
βαδίζοντας δρόμους άγνωστους,
απέναντι σ’ άγνωστο τέλος,
θρυμματιζόμενοι από πλαστότητες
              και αυταπάτες.

Υπάρχουμε
μέσα στους μύθους μας,
αναζητώντας τη λύτρωση
              σε φαιδρά είδωλα.

              
     Τι θ’ απογίνουμε
    σ’ ένα αύριο δίχως μύθους;

Μόνοι απέναντι στην άγνοια
πώς θα παλέψουμε την αγωνία;
Με τους αμφιβληστροειδείς άδειους από ήλιο
              τι χρώμα θα έχουν οι εικόνες;


Πώς θ’ αντιπαλέψουμε τη μοίρα μας
                               κ υ ρ ί α,
τώρα, που όλα όσα μας τυλίγουν
έγιναν πλαστικά;

Φυσάει απόψε... (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Κάποτε ( Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Σε περίμενα ( Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Αλάλητες ώρες (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Αντίο (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Ακριβά όνειρα (Άγγελος Πετρουλάκης - Σοφία Στρέζου)

Παιχνιδάκι στα χέρια της...




Ζωές στο κόκκινο - απόσπασμα - Εκδόσεις Γράφημα

Ο Θάνος… εάλω!


Όλα αυτά το ίδιο βράδυ που στις Μηλιές του Πηλίου, το άλλο ζεύγος, ο Θάνος και η Γεωργία, επιστρέφοντας στον δικό τους ξενώνα, έμελλε να ζήσουν στιγμές ιδιαίτερης ερωτικής έντασης, καθώς το μυαλό της εκρηκτικής Γεωργίας μεθυσμένο από τις πολλαπλές εικόνες του Στέφανου, που πια είχε κατακυριεύσει κάθε επιθυμία της, ζήτησε από τον εραστή της πράγματα ανήκουστα και τρομερά για έναν άνθρωπο με κοινή φαντασία και ζωή αναλωμένη στο οικονομικό δούναι και λαβείν. Ασυγκράτητη η Γεωργία, παριστάνοντας τη δήθεν ζαλισμένη από τα ηδύποτα κοκτέιλ με τα εξωτικά ονόματα, με το που μπήκε στην ευρύχωρη σάλα του διαμερίσματος με την πηλιορείτικη διακόσμηση, αποφάσισε να παίξει τον ρόλο της καλοπληρωμένης πόρνης με τρόπο μοναδικό.
Στο μυαλό της ο Στέφανος και μπροστά της ο Θάνος. Εκείνον ήθελε, αυτόν είχε. Αλλού τα θέλω της, αλλού τα έχει της. Χωρίς να μπορεί να στήσει ούτε ένα όνειρο, έτσι για να έχει ένα παράθυρο ανοιχτό σε μέρες αυριανές. Ίσως και να ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί τον εαυτό της, φτάνοντας σε σημεία προσωπικού εξευτελισμού, που όμως τρέλαναν τον ηλικιωμένο εραστή της ο οποίος ζούσε το απροσδόκητο.
Δεν του πέρασε από το μυαλό, του Θάνου, ότι η ύπουλη φαντασία της ερωμένης του θα προχωρούσε εκείνο το βράδυ σε παράτολμες ερωτικές διεκδικήσεις, με στόχο την αφύπνιση εκείνων των διαστροφών, που μπορούν να κρατήσουν δέσμιο έναν άντρα στις επιθυμίες μιας γυναίκας, όταν εκείνη αποτελεί τη δεύτερη και λαθραία, βεβαίως, ζωή του, που πλέον –για τον συγκεκριμένο άντρα– ήταν η πιο ουσιαστική.
«Φταίει η πανσέληνος, αγάπη μου...», του ψιθύριζε με φωνή δήθεν τρέμουσα από ηδονή όταν του άνοιγε όλες τις εισόδους τού σώματός της, καλώντας τον να την κατακυριεύσει. Εκείνος μέσα στην παραζάλη του, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο φεγγάρι, άρχισε ν’ αναρωτιέται αν τελικά είναι αλήθεια όσα λέγονται για την επίδραση της Σελήνης στην ανθρώπινη ψυχική   ισορροπία. Ο άνθρωπος που το επώνυμό του ήταν συνώνυμο της επιχειρηματικής επιτυχίας, ο άνθρωπος που κινούσε δεκάδες εργοστάσια κι επιχειρήσεις με χιλιάδες εργαζόμενους, ο άνθρωπος που μπορούσε κι επηρέαζε ποικιλόμορφες εξουσίες, παραφρόνησε ακούγοντας τη μικρή αμαρτωλή να τον ικετεύει με σφιγμένα δόντια: «Σχίσε με άντρα μου...» 
Ναι, «είμαι άντρας, ο άντρας σου…», ψελλίζει εκείνος λαχανιάζοντας και, ξέπνοος μετά από τόσα παιγνίδια, αδυνατεί να σχίσει τη μικρή αμαρτωλή. Απλά τελειώνει και γέρνει πλάι της αποκαμωμένος.
Εκείνη, όμως, επιχειρεί να κρατήσει όρθιο τον μύθο του. Του λέει πως τη διέλυσε, πως δεν μπορεί να συμμαζέψει τα κομμάτια της, πως ήταν ένας ταύρος και πως μετά απ’ αυτόν δεν υπάρχει παρά ο… θάνατος.
Στο μπάνιο, αρκετή ώρα αργότερα, καθώς του ζητά να τη σαπουνίσει, του τονίζει πως πάντα έτσι θέλει να της κάνει έρωτα και ότι νιώθει έρμαιο, παιχνιδάκι στα χέρια του. Κι εκείνος αισθάνεται μια ολοκλήρωση μοναδική, μια επιβεβαίωση που δεν την είχε νιώσει ακόμα κι όταν είχε κάνει το πιο πετυχημένο επιχειρηματικό του βήμα. Συλλογίζεται, εκείνη την ώρα, τους δεκάδες φίλους του, στην ίδια ηλικία πάνω κάτω, που κοιμούνται έναν ύπνο όμοιο με των άλλων ημερών, πλάι στην ίδια γυναίκα, τη γυναίκα τους, που μπορεί και να έχουν κάποιους μήνες ή και χρόνια ν’ αγγίξουν και μακαρίζει τον εαυτό του, γιατί αυτός μπορεί να ζει την ένταση και την έκσταση ενός τέτοιου πάθους με μια γυναίκα όντως εκπληκτική. Τι αξία έχει η ζωή αν δεν μπορείς να της ρουφήξεις και το μεδούλι ακόμα;, αναρωτιέται.
Η Γεωργία, που τον ακούει να μονολογεί, διαισθάνεται ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό του. Κι έχοντας παίξει τον ρόλο της επιτυχημένα μέχρι εκείνη τη στιγμή, αποφασίζει πως πρέπει να διατηρήσει και να εκμεταλλευτεί την κτήση της με κάθε τέχνασμα. Δήθεν του εξομολογείται κάποιους φόβους της, ενώ την ίδια στιγμή τα δάχτυλά της παίζουν με τα πλέον ερωτογενή του σημεία.
Τι θα γίνει αν κάποια μέρα τη βαρεθεί; Τι νόημα θα έχει η ζωή της χωρίς αυτόν; Υποδυόμενη την προβληματισμένη προχωρά σε συγκρίσεις. Εκείνος είναι ο απόλυτα επιτυχημένος, ο παντοδύναμος, αυτός που έχει εξασφαλισμένα τα πάντα. Η ίδια είναι ένα έρμαιο στην ανασφάλεια. Τι κι αν είναι νέα και όμορφη; Τα νιάτα φεύγουν, η ομορφιά μαραίνεται.
Τα λόγια της αναστατώνουν τον Θάνο, που εκείνη τη στιγμή βρίσκεται ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι με τη Γεωργία καβάλα στο στήθος του.
Ναι, δεν είναι αβάσιμα όσα του λέει. Απροστάτευτο πουλάκι είναι η αγάπη του. Χωρίς προοπτική, χωρίς μέλλον.
Στον ίδιο χώρο, λοιπόν, δυο κόσμοι διαφορετικοί   –ο ένας στην αποχαυνωτική γαλήνη του και ο άλλος στη συνωμοτική εγρήγορση– συνθέτουν το σύμπλεγμα των γυμνών κορμιών.
Το ένα σώμα έχει εμφανέστατα τα ίχνη του χρόνου πάνω του, ενώ το άλλο απειλεί την ισορροπία της φύσης με τη συγκλονιστικότητα της ομορφιάς του. Μόνο που το κουρασμένο σώμα ζει μέσα στην απόλυτη σιγουριά μιας ρωμαλέας οικονομικής πραγματικότητας, σε αντίθεση με το άλλο σώμα, που βιώνει την αβεβαιότητα.
«Θα καταλήξω να εκλιπαρώ να με παντρευτεί κανένας υπαλληλάκος, όταν εσύ θα με βαρεθείς…», του λέει με σπασμένη φωνή κάποια στιγμή.
Η φράση είναι καταλυτική για τον μεσήλικα εραστή, που απλώνει το χέρι του και της χαϊδεύει τα μαλλιά, έχοντας κιόλας αποφασίσει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του. Την ίδια στιγμή, παρά το ακατάλληλο της ώρας, καλεί στο κινητό του τον κτηματομεσίτη φίλο του και του δίνει εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό μιας… ανιψιάς του. Λίγες μέρες μετά, τα συμβόλαια για την αγορά ενός διαμερίσματος διακοσίων τετραγωνικών μέτρων κι ενός καταστήματος ίδιου εμβαδού, στη συμβολή δυο κεντρικότατων δρόμων τής πόλης, γίνονται απ’ ευθείας στο όνομα της Γεωργίας, η οποία προσπαθεί να μείνει ψύχραιμη απέναντι στα γεγονότα που τρέχουν ταχύτατα. Πριν καν κλείσει μήνας από εκείνη τη βραδιά, η Γεωργία, κρατώντας στο χέρι της τα κλειδιά των δυο οικημάτων, θα προσφέρει στον γενναιόδωρο εραστή της ακόμα μια πανδαισία αξέχαστων εμπειριών.
Αυτό έγινε την ημέρα που η σύζυγος Ευτυχία ταξίδεψε στο Γεράκι, τη βυζαντινή καστροπολιτεία του Πάρνωνα, απ’ όπου το επόμενο βράδυ, ο Πέτρος θα φωτογράφιζε την πανσέληνο του Ιουλίου μέσα από τα ερείπια των εκκλησιών. Πρωί έφυγε η Ευτυχία, νωρίς το απόγευμα ο άντρας της έφτανε στις Μηλιές του Πηλίου, πανέτοιμος για μια ακόμα νύχτα ευτυχίας. Στην τσέπη του είχε τα κλειδιά των ακινήτων που αποτελούσαν πλέον προσωπική περιουσία της Γεωργίας, κλειδιά που τ’ απίθωσε πάνω στο εφηβαίο της, όταν –όπως της ζήτησε εκείνος– αυτή ξάπλωσε γυμνή στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά.
Ήταν μια συμβολική κίνηση;
Ακόμα και ο συμβολισμός να μην υπήρχε στις προ­θέσεις τού εραστή, αυτή η κίνηση ομολογούσε ολόκληρη την αλήθεια: Ότι, δηλαδή, διαμέρισμα και μαγαζί ήταν περιουσία αποκτηθείσα από το αιδοίο της και μόνο.
Η Γεωργία, θέλοντας να επιβεβαιώσει τη δύναμη αυτού του όπλου, επιχείρησε μια ακόμα δυναμική άλωση του Θάνου της, ο οποίος έζησε ό,τι πιο τολμηρό θα μπορούσε να δείξει η κινηματογραφική βιομηχανία της τσόντας. Ο μεγαλοεπιχειρηματίας εραστής δεν είχε υποψιαστεί πως ο έρωτας και πιο συγκεκριμένα η πάλη των σωμάτων, δεν είχε όρια. Η Γεωργία του το έμαθε με τον πιο πειστικό τρόπο, μετερχόμενη οτιδήποτε θα μπορούσε να τον εξουθενώσει, αλλά και να κρατήσει εσαεί δέσμια τη σκέψη του στα ερωτικά της σπήλαια. 
Ο κύριος Θάνος οδηγήθηκε στην άλωσή του μέσα από τα πλέον σκοτεινά μονοπάτια του έρωτα, πιστεύοντας πως βιώνει το υπέρτατο σε όλη του την έκφραση και έχοντας πεισθεί ότι η ηδονή είναι μορφή αθανα­σίας.
Ο κύριος Θάνος, το βράδυ της 20ης προς την 21η Ιουλίου, συνάντησε έναν άλλον Θάνο, ίσως τον Θανασάκη της εφηβικής ηλικίας, ένα παιδί που όλα τα έβλεπε νέα και τρόμαζε στη θέα τους, και προσπαθούσε να τα εξιχνιάσει μόνο στα όνειρά του. Εκείνο το βράδυ, ο μικρός Θανασάκης ξαναβγήκε στις εμπειρίες του κόσμου για να μάθει απ’ την αρχή το σώμα της γυναίκας και να καταθέσει την ευγνωμοσύνη του απέναντι στη ζωή, που τόσο γενναιόδωρη του είχε σταθεί.   

Ήταν μια φορά ένας μόνος…




 Ζωές στο κόκκινο - απόσπασμα - Εκδόσεις Γράφημα

Τη μέρα που άλλαζε ο χρόνος, το μεγάλο σπίτι της οικογένειας είχε κάθε λόγο να είναι καταστόλιστο και ολόλαμπρο. Ήταν μια ευκαιρία να γιορτάσουν την Πρωτοχρονιά και την επιτυχή έκβαση της εγχείρησης του κυρίου Θάνου μαζί με αγαπημένους φίλους. Η οικοδέσποινα Ευτυχία απογοητεύτηκε, όμως, όταν ένας από τους καλεσμένους της αρνήθηκε την πρόσκληση. Κι αυτός ήταν ο Πέτρος, τον οποίο από την ώρα που έπαθε το έμφραγμα ο άντρας της, η Ευτυχία δεν είχε δει ούτε μια φορά. Δυο τρεις φορές του είχε τηλεφωνήσει και του έχει μιλήσει περί ανέμων και υδάτων, δίνοντάς του να καταλάβει, έστω με μισόλογα, ότι τίποτε δεν ήταν όπως παλιά…
Του είχε ζητήσει πίστωση χρόνου. Του είχε δηλώσει πως ένιωθε κουρασμένη απ’ όλα όσα είχαν συμβεί. Αλλά, παρ’ όλα αυτά του τηλεφώνησε για να τον προσκαλέσει στο ρεβεγιόν. Κι εκείνος, αφού επιστράτευσε όση ψυχραιμία διέθετε, τη ρώτησε:
    Ως τι θα έρθω; Ως τέως εραστής σου ή ως φίλος της οικογένειας;
    Νομίζω πως μιλάς σαν να σου έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό.
    Εσύ είσαι αυτή που ζήτησε πίστωση χρόνου. Εγώ είμαι αυτός που σου δήλωσα πως στις προθέσεις μου δεν ήταν ποτέ ν’ αποτελώ μια ενόχληση και μόνο.
    Δε μ’ ενοχλείς…
    Λυπάμαι… Έχεις αρκετούς γύρω σου που θα θέλουν να είσαι χαρούμενη. Είμαι απόλυτα σίγουρος πως θα είμαι μια ενόχληση και μόνο. Δε θα έρθω…
Το πρωί της τελευταίας μέρας τού χρόνου, του τηλεφωνεί και ο ίδιος ο Θάνος. Επιμένει πως τον θέλει ανάμεσα στους καλεσμένους του.
Αρνείται και πάλι. «Μα ποιος ο λόγος; Έχεις να πας κάπου καλύτερα;», τον ρωτά ιδιαίτερα φορτικά ο κύριος Θάνος.
Όχι.... Δεν έχει να πάει κάπου καλύτερα, αλλά θα μείνει στο σπίτι του. Άλλωστε, πριν χαράξει, θα φύγει για ταξίδι, δικαιολογείται. Καλύτερα να κοιμηθεί νωρίς, να μην το ξενυχτήσει.
Ο συνομιλητής του έχει μάθει να μην καταθέτει εύκολα τα όπλα. Συνεχίζει τις ερωτήσεις.
«Ταξιδεύουν χρονιάρες μέρες; Και με τη μοτοσικλέτα; Τελικά, θα μας πεις πού πηγαίνεις;» 
Στο διάβολο και ακόμα παραπέρα θέλει ν’ απαντήσει, αλλά λέει: «Στο Ναύπλιο... Υπάρχει μια φίλη εκεί που με περιμένει να φάμε μαζί το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς...»
Λέει ψέματα, όμως. Ούτε ο ίδιος ξέρει πού θα πάει. Αρκεί να φύγει. Να μην είναι στην ίδια πόλη μ’ εκείνη, που πλέον πνιγμένη από τις ενοχές, τον περιθωριοποιεί, λες κι έφταιγε η δική τους σχέση για το ότι κλώτσησε η καρδιά τού Θάνου. Και δεν ήταν μόνο η περιθωριοποίηση, αυτό που κόστιζε στον Πέτρο, αλλά το ότι μέσα στις χούφτες του στριφογύριζε δραματικότερη από κάθε άλλη φορά η μοναξιά, με την απώλεια της Ευτυχίας να στριφογυρίζει σαν μαχαίρι στα σωθικά του. Πλέον τίποτα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως καταφυγή του. Από κείνο το πρωινό τού Νοέμβρη, ακόμα και οι φωτογραφικές μηχανές έμεναν απείραχτες στις τσάντες τους. Τα βράδια κυλούσαν βασανιστικά, έστω κι αν συχνά ο φίλος του, ο Αστέρης Λιθακιάς, επιχειρούσε να σπάσει τη φυλακή του και να εκμαιεύσει την αιτία τής απομόνωσής του. Η γυναίκα, που τόσο αιφνίδια είχε μπει στην ούτως ή άλλως μοναχική ζωή του, τον είχε πείσει πως εφεξής οι μέρες του θα ήταν γεμάτες όχι μόνο με την προσδοκία ενός χαμόγελου, αλλά και με αγγίγματα δακτύλων, με ψιθύρους, με την ήρεμη ανάσα και τη μυρωδιά ενός αγαπημένου σώματος. Η ανατροπή που ήρθε και η απομάκρυνση της Ευτυχίας, η οποία απέφευγε να ξεκαθαρίσει τη θέση της, ισχυριζόμενη πως για τη στάση της έφταιγαν αποκλειστικά και μόνο οι ενοχές της, είχε γίνει αιτία να κατρακυλήσει σε μια κατάσταση απόγνωσης και άρνησης. Η πρόσκληση για τη βραδιά της Πρωτοχρονιάς είχε ηχήσει στ’ αφτιά του ως εμπαιγμός. Το «όχι», που επέμενε να λέει, ήταν ίσως η πρώτη απόπειρα να γυρίσει σελίδα.     
Ο συνομιλητής του δεν επέμενε άλλο. Είναι γεγονός πως αυτός δεν καταλάβαινε τις ιδιορρυθμίες των καλλιτεχνών, αλλά δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να τον πείσει αφού ο Πέτρος ήταν κάθετος στην απόφασή του.
Η Ευτυχία δεν έχει καιρό για να σκεφτεί τον Πέτρο και η απογοήτευσή της για τη δεύτερη άρνησή του κρατά μόνο κάποια λεπτά τής ώρας. Οι προετοιμασίες της γιορτής την απορροφούν εντελώς, θέλει να είναι όλα τέλεια. Όλα...
Και είναι. Ο άντρας της, φανερά αδυνατισμένος, αλλά δυνατός και κεφάτος, η Καίτη πανέμορφη, ο Στέφανος γοητευτικός. Αυτοί είναι η οικογένειά της, αυτοί την ενδιαφέρουν εκείνη τη συγκεκριμένη βραδιά, όλες τις βραδιές από εδώ και πέρα. Μ’ αυτούς έχει τάξει να ζήσει τη ζωή της. Πάνω απ’ όλα οι δικοί μου άνθρωποι, η οικογένειά μου, μονολογεί σε κάποια στιγμή.
Κι εκείνος; Εκείνος ήταν ένα μικρό διάλειμμα, μια νότα χαράς, αλλά και ένα μεγάλο λάθος, μια άτυχη στιγμή και κάτι που τη γέμισε ενοχές. Αν δεν είχε συμβεί ό,τι συνέβη με την υγεία τού άντρα της ίσως να ήταν διαφορετικά. Όμως, μετά απ’ αυτήν την περιπέτεια, μόνο ο Θάνος της είναι ο κόσμος της.
Τον Πέτρο θα τον θυμηθεί ξανά λίγο πριν τις δέκα το βράδυ. Ίσως γιατί ξαφνικά νιώθει πως κάτι της λείπει. Ίσως και κάποιο ίχνος ενοχής για υποσχέσεις που είχαν δοθεί παλιότερα. Ίσως γιατί κάπου σ’ έναν από τους καθρέφτες του σπιτιού της να είδε τα μάτια του. Όχι, δεν ήταν τα μάτια του στον καθρέφτη. Ήταν τα λευκώματά του που είδε σε κάποιο τραπεζάκι τού σαλονιού. Γιατί δεν τα μάζεψε; Γιατί δεν τα έβαλε σ’ ένα απ’ τα ψηλότερα ράφια της βιβλιοθήκης της; Τα λευκώματα ήταν που έφεραν μέσα στο σαλόνι του σπιτιού της τα μάτια του. Ό,τι υπήρχε σ’ αυτά ήταν επειδή το είχαν δει τα δικά του μάτια, τα γεμάτα θλίψη, ακόμα κι όταν έγερνε πάνω της για να την οδηγήσει στην ερωτική παραφορά.
Ανεβαίνει βιαστικά στο δωμάτιό της και του τηλεφωνεί. Παίρνει ώρα ν’ απαντήσει και το κινητό του δεν έχει καλή λήψη. «Πού βρίσκεσαι;», τον ρωτά.
    Στην Εθνική. Πλησιάζω στη Θήβα...
    Πού πας; Πότε έφυγες;
    Πάω στη Μάνη... Έφυγα στις επτά το απόγευμα...
    Είσαι τρελός; Είχες πει ότι θα έφευγες αύριο πρωί…    Είμαι ένας μόνος... Γι’ αυτό και φεύγω όποτε μου καπνίσει.
    Κατάλαβα… Στο Ναύπλιο πας. Στη Μαρίνα…
    Η Μαρίνα έχει τελειώσει πριν εφτά χρόνια… Και ό,τι τελειώνει για μένα, δεν ξαναρχίζει. Στη Μάνη πάω…
    Κάνε ό,τι θέλεις...
Κλείνει το τηλέφωνο εκνευρισμένη και κατεβαίνει στους καλεσμένους της. Αρκετά ασχολήθηκε μαζί του. Δε θα της χαλάσει αυτός τη βραδιά. Άλλωστε, τώρα, έχει χρήματα να πάει όπου θέλει και να περάσει κι   εκείνος καλά. Τι φταίει εκείνη αν αυτός είναι ιδιόρρυθμος και του κάπνισε να φύγει για τη Μάνη με τη μοτοσικλέτα μέσα στο καταχείμωνο; Δε θα σε λυπηθούμε κιόλας…
Οι καλεσμένοι της εκφράζονται με θαυμασμό για την ομορφιά της. Της μιλούν μ’ ενθουσιασμό για τη βραδιά που ετοίμασε. Εκείνη τους καλεί να περάσουν στα τραπέζια, γιατί με την αλλαγή τού χρόνου τους επιφυλάσσει εκπλήξεις. «Απόψε θα το κάψουμε. Θα το ξημερώσουμε...», τους λέει. Και το ξημέρωσαν…