Google+ Followers

Ζωές στο κόκκινο (απόσπασμα) - ΓΡΑΦΗΜΑ


Έζησα κι εγώ την ακραία ηδονή με κάποιον που ήταν κοντά μου όχι για τα λεφτά μου...


Επιστρέφουν στον ξενώνα. Κανείς τους δεν έχει διάθεση να μιλήσει για τίποτε. Μένουν στο μικρό σαλόνι, δήθεν παρακολουθώντας τηλεόραση. Μετά, με βαριά βήματα, ανεβαίνουν στο δωμάτιό τους. Ξαπλώνουν χωρίς να πουν λέξη. Σε κάποια στιγμή, ο Θάνος σπάζει τη σιωπή του. «Τώρα βλέπω σε ποια καταστροφή οδηγούσε ο δρόμος που βάδιζα, ακολουθώντας τη Γεωργία», της λέει και, με φωνή σχεδόν ψιθυριστή, ανοίγει την καρδιά του και περιγράφει με λεπτομέρειες όλα όσα είχε ζήσει μαζί της.
Η Ευτυχία νιώθει το τσίμπημα της ζήλιας ξανά, αλλά γρήγορα επανέρχεται. Ό,τι έγινε, έγινε… Άλλωστε, Θάνο μου, σε πολλά είμαστε πάτσι… Έζησα κι εγώ την ακραία ηδονή με κάποιον που ήταν κοντά μου όχι για τα λεφτά μου, όπως έγινε μ’ εσένα και τη Γεωργία, αλλά γιατί μ’ αγάπησε…Η σκέψη αυτή τη ρίχνει σ’ ένα βαθύ πηγάδι αναπόλησης. Για μια ακόμα φορά οι άμυνες που έχει στήσει απέναντι στο πρόσωπο του Πέτρου καταρρέουν. Αυτόν θέλει δίπλα της, όχι τον άντρα της. Για τον άντρα της έχουν αλλάξει και πάλι τα συναισθήματα. Το μόνο που αισθάνεται εκείνη τη στιγμή είναι αποστροφή. Δε θέλει ούτε να τον αγγίξει.
Ψελλίζει  καληνύχτα και στρέφει στο πλευρό, γυρίζοντάς του την πλάτη. Σε λίγη ώρα ακούει το ροχαλητό του, ενώ τα δικά της βλέφαρα δε λένε να κλείσουν. Δε σκέφτεται τίποτα απ’ όσα έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Μόνο το πρόσωπο του Πέτρου υπάρχει πια.
Τι είναι αυτό που κρατά το μυαλό της κολλημένο σ’ αυτήν την παρένθεση της ζωής της; Τι περιμένω από εδώ και μπρος; Πώς θα περάσουν τα χρόνια; Παίζοντας την ερωτευμένη νοσοκόμα και τον φύλακα άγγελο του Θάνου; Και ψάχνοντας για καινούργιες φίλες;
Το κρεβάτι δεν την κρατά. Νιώθει την ανάγκη να μιλήσει και πάλι μαζί του. Βγαίνει στο μπαλκόνι και τηλεφωνεί. Με το που ακούει τη φωνή του, αναστατώνεται. Η δική της, για μια ακόμα φορά, δυσκολεύεται να βγει.
«Έχω την ανάγκη σου…», ψιθυρίζει.
Ο Πέτρος δεν απαντά. Ίσως και να μην είναι μόνος, σκέφτεται στιγμιαία η Ευτυχία, αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να γίνει πιο εξομολογητική. Ό,τι είναι να ειπωθεί, ας ειπωθεί τώρα. Ούτως ή άλλως εδώ που έφτασα δεν έχει πιο κάτω.
    Πρέπει να βρεθούμε, πρέπει να μιλήσουμε. Δεν πρέπει να τελειώσουμε έτσι…
    Μα αν έχουμε τελειώσει είναι επειδή εσύ το θέλησες.  
    Κι εσύ που δεν ήθελες; Γιατί δεν επέμενες; Γιατί δεν με διεκδίκησες; Γιατί παρέδωσες τα όπλα αμαχητί; Γιατί γύρισες την πλάτη σου κι έφυγες, αφήνοντάς με στη σύγχυση;
    Γιατί έχω μάθει να μην στέκομαι εμπόδιο στις αποφάσεις των άλλων. Δική σου ήταν η απόφαση ν’ αφοσιωθείς στον άντρα σου.
    Αυτό πίστευα, αυτό επιδίωκα, αυτό προσπάθησα να κάνω.
    Και τι άλλαξε;
    Έχουν συμβεί πολλά. Τώρα λέω πως έχω την ανάγκη σου. Νιώθω πιο άδεια από ποτέ. Νομίζω πια πως το κορμί μου μαγαρίζεται. Μόνο στα χέρια σου αναστήθηκα. Μόνο μαζί σου η ζωή μου είχε βρει κάποιο νόημα…
    Το ίδιο οφείλω να ομολογήσω κι εγώ. Μα είναι αργά. Ίσως τελεσίδικα αργά. Πλέον υπάρχουμε ως σκιές του εαυτού μας από ένα παρελθόν που ούτε καν ξέρω αν μας ανήκει. Ας κρατήσουμε τουλάχιστον την ομορφιά των αναμνήσεων.
    Μόνο αυτό;
    Εγώ επέστρεψα σε μένα Ευτυχία. Γύρισα σπίτι μου, μόνος εντελώς, κλείνοντας και την τελευταία σελίδα τού βιβλίου που με ταξίδευε στη ζωή. Πια θα     υπάρχω ανάμεσα σε ό,τι με σημάδεψε και, πίστεψέ με, εσύ με σημάδεψες με θανάσιμα ανεξίτηλα. Πιστεύω πως ό,τι όμορφο έζησα δικαιούται να ζήσει μαζί μου, στα ταξίδια μου, στις φωτογραφίες μου. Νομίζω πως καταλαβαίνεις τι εννοώ. Θα υπάρχω…
Η Ευτυχία ανοιγοκλείνει το στόμα της για να μιλήσει. Να του ψιθυρίσει πως κι εκείνη υπάρχει. Όμως οι λέξεις κολλούν στον ουρανίσκο της. Διαισθάνεται πως ίσως δεν έχουν κλείσει όλες οι πόρτες. Και νιώθει έναν καινούργιο πόνο σαν σουβλιά στο στομάχι της.
Κλείνει το τηλέφωνο χωρίς τελικά να πει κάτι. Η ψύχρα  και το σκοτάδι την παραλύουν. Μόλις ξημερώσει θα ζητήσει να φύγουν από τα Ζαγοροχώρια. Το μόνο που θέλει πια είναι να επιστρέψει…

Ζωές στο κόκκινο (απόσπασμα) - ΓΡΑΦΗΜΑ




        Αν μου αφαιρέσουν το δέρμα εσένα θα βρουν...

Ανάβει κι άλλο τσιγάρο και ξαναπατά το πλήκτρο στο όνομα του Πέτρου. Αλλά όταν ακούει τη φωνή του, οι λέξεις κολλούν πάλι στον ουρανίσκο της. Με δυσκολία ψελλίζει γεια.
      Εκείνου η φωνή είναι σταθερή και ήρεμη.
    Θα πρέπει να σου συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό αυτήν τη νύχτα.
    Ναι, δε σου το είπα προηγουμένως. Βρίσκομαι στα Ζαγοροχώρια. Ήρθα με τον Θάνο. Κατά παράξενη τύχη εκείνος το θέλησε. Και…
      Οι λέξεις καταρρέουν. Ακούγεται μόνο η ανάσα της. Βαριά.
    Και;
    …σε θέλω.
    Δε νομίζεις πως είναι λίγο αργά; Ιδιαίτερα για σένα…
    Έχω την εντύπωση πως υπάρχεις παντού. Αν μου αφαιρέσουν το δέρμα εσένα θα βρουν. Χωρίς εσένα όλα τα χρόνια μου είναι καμένα. Και σε θέλω… Όμως ο Θάνος…
    Τι, ο Θάνος;
    Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω. Νομίζω πως πια η αρρώστιά του έκλεισε όλους τους δρόμους της ζωής μου… Θέλω εσένα, αλλά πρέπει να είμαι μόνο μ’ εκείνον.
    Αυτό κάνεις…  
    Εσύ;
    Τι εγώ;
    Τι κάνεις; Αλήθεια, πού βρίσκεσαι;
    Στη Μάνη, εδώ και δυο μέρες… Φωτογραφίζω…
    Μόνος;
    Όχι… Άλλωστε για να μην είμαι μόνος ήρθα. Υπάρχει μια γυναίκα εδώ… Η γυναίκα της Πρωτοχρονιάς. Πες πως ξαναγύρισα κοντά της…
    Πώς είναι;
    Φοβισμένη… Την τρομάζει ο κόσμος που ξέρεις και ξέρω…
    Είναι όμορφη;
    Αρκετά…  
    Είσαι ερωτευμένος μαζί της;
    Η απάντηση αφορά μόνο εμένα. Ή, σωστότερα, μάλλον δεν μπορώ ν’ απαντήσω.  
    Θα την πάρεις μαζί σου;
    Δεν το ξέρω. Δεν το νομίζω. Το μόνο που θέλω είναι μια απόλυτη αδράνεια. Για όλα τα άλλα θα μιλήσει ο χρόνος…

Ζωές στο κόκκινο (απόσπασμα) - ΓΡΑΦΗΜΑ



 

                Ο γάμος μας θυμίζει τη Μεγάλη Έκρηξη...

Μπαίνει στο μπάνιο χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω της. Ένα λεπτό αργότερα καταλαβαίνει ότι ο άντρας της έχει ανοίξει την τηλεόραση και αλλάζει ένα μετά το άλλο τα κανάλια. Μετά, ακούει τη φωνή ενός αφηγητή, που περιγράφει τη θεωρία του Χαμπλ. Είναι το κρατικό κανάλι, που προβάλει ένα ντοκιμαντέρ για τη δημιουργία του σύμπαντος. Η φωνή του αφηγητή φτάνει καθαρά στ’ αφτιά της, καθώς εκείνος προσπαθεί να εξηγήσει με απλά λόγια τη θεωρία για το διαστελλόμενο σύμπαν και τη συνεχή απομάκρυνση των γαλαξιών…
Βγαίνοντας από το μπάνιο θα ξαπλώσει δίπλα του και θα προσηλωθεί στις περιγραφές των αποστάσεων που δημιουργούνται με την απομάκρυνση των γαλαξιών, οι οποίες, βεβαίως, της φαίνονται ασύλληπτες. Λίγο μετά, στη διακοπή για διαφημίσεις, ένα πικρό χαμόγελο θα σχηματιστεί στις άκρες των χειλιών της.
«Αυτή η θεωρία για την απομάκρυνση των γαλαξιών έχει απόλυτη εφαρμογή και στις ζωές των ανθρώπων…», ψιθυρίζει.
    Τι εννοείς;
   Εννοώ, πως ένας γάμος θυμίζει τη Μεγάλη Έκρηξη. Οι δυο γίνονται ένα σε μια κοσμογονική κατάσταση. Μετά, ως δυο διαφορετικοί γαλαξίες, αρχίζουν κι απομακρύνονται προς την περιφέρεια. Στην αρχή αργά, με μικρή ταχύτητα. Οι πρώτες δειλές παρασπονδίες, ενδεχομένως με αρκετές αναστολές. Στη συνέχεια, όσο μεγαλώνει η μεταξύ τους απόσταση, η ταχύτητα της απομάκρυνσης μεγαλώνει. Κι όπως η αύξηση της απόστασης των γαλαξιών θα οδηγήσει στην καταστροφή του σύμπαντος, έτσι και η αύξηση της απόστασης μεταξύ των συζύγων οδηγεί στο νέκρωμα του γάμου…
    Δε φτάσαμε μέχρι εκεί…
    Φτάσαμε… Εγώ βίωσα για πολλά χρόνια την παγωνιά του νεκρού γάμου. Και θα εξακολουθούσε να είναι νεκρός αν η καρδιά σου δεν αρρώσταινε. Αυτό ήταν που σε ανάγκασε να φρενάρεις, ν’ ανατρέψεις τη θεωρία αυτού του κυρίου… του Χαμπλ, να επιστρέψεις και να περιοριστείς μόνο σ’ εμένα. Όσο ήσουν υγιής και δυνατός γαμούσες κι έδερνες, όπως λέει ο λαός ή πετούσες από κανάρα σε κανάρα, για να σου θυμίσω ένα λαϊκό τραγούδι. Τη δική σου την κανάρα, ούτε που την είχες υπολογίσει.
Σηκώνεται από το κρεβάτι, ρίχνει μια ρόμπα στην πλάτη της, ανοίγει το παράθυρο κι ανάβει τσιγάρο, αφήνοντας τα μάτια της να εισχωρήσουν στο σκοτάδι, ίσως αναζητώντας σ’ αυτό κάποια ερείσματα αντοχής για να συνεχίσει:
«Όταν άρχισα να φεύγω, δεν προβληματίστηκες στο ελάχιστο πώς και γιατί έφευγα. Το μόνο που σου πέρασε απ’ το μυαλό ήταν ότι μου τη βάρεσε και στιγμιαία σε απασχόλησε το γεγονός, υποθέτοντας ότι το έριξα στη θρησκεία και άρχισα να τρέχω σε μοναστήρια. Το αν εγώ είχα σώμα και μάλιστα πιο νέο και πιο θελκτικό από το δικό σου, το αν εγώ είχα μια ψυχή που την είχε κουράσει η αδράνεια και η επανάληψη, δε σε απασχολούσε. Όλη σου η αγωνία ήταν πώς να καλοπιάνεις τη Γεωργία, τότε, την Αθηνά, την Αλίκη, την Αντιγόνη ή όποια άλλη παλιότερα.
»Ξέρεις ποια είναι η ειρωνεία και ο ευτελισμός; Με κάποιες από αυτές βρισκόμασταν συχνά στο γυμναστήριο κι εκεί έκανα συγκρίσεις με τη βοήθεια του καθρέφτη και της ζυγαριάς. Υπερτερούσα Θάνο μου, σε όλα. Ούτε ίχνος κυτταρίτιδας εγώ, ούτε την παραμικρή ραγάδα, ούτε το παραμικρό σπάσιμο. Για μένα έλεγαν, οι γυμνάστριες και οι κοπέλες της αισθητικής, ότι ο χρόνος δεν με είχε αγγίξει. Κι εμένα φλέρταραν οι γυμναστές. Ήμουν το φαβορί κι αυτές ήταν τα αουτσάιντερ. Κι όμως: Για σένα ήμουν η φτυμένη, ενώ εκείνες ήταν οι επιθυμητές. Έπρεπε να συμβεί ό,τι συνέβη για να επιστρέψεις σ’ εμένα. Υποχρεωτική επιστροφή, όχι γιατί κάποια στιγμή επανεκτίμησες τα προσόντα μου, αλλά γιατί πια έπρεπε ν’ αλλάξεις ολόκληρη τη ζωή σου».
    Είναι όμορφα μόνο μ’ εσένα, πια.
    Θα είναι ακόμα πιο όμορφα αν από εδώ και πέρα μου ζητάς ό,τι περνά ως επιθυμία απ’ το μυαλό σου, αν εξομολογείσαι και την παραμικρή σκέψη και φαντασίωσή σου. Τουλάχιστον, ας σου τα δώσω εγώ αυτά που ίσως το μυαλό ή το σώμα σου ν’ απαιτήσει. Άλλωστε μεταξύ συζύγων και η πιο ακραία χυδαιότητα νομιμοποιείται, αν και πια πιστεύω πως τίποτα στον έρωτα δεν αποτελεί χυδαιότητα, όταν αυτό εκφράζει και τους δυο.
Ο Θάνος χαμογελά ευχαριστημένος. Οι τελευταίες της φράσεις, μετά το ανελέητο σφυροκόπημα, τον ηρεμούν. Από αύριο Ευτυχία, από αύριο…
Κλείνει τα μάτια και αφήνεται στα γλυκά φτερά του ύπνου. Όχι, όμως, και η Ευτυχία. Αυτή θα σηκωθεί και θα βγει στο μπαλκόνι, στην ψύχρα της απριλιάτικης νύχτας. Και τώρα τι γίνεται σκέφτεται, παίζοντας αμήχανα τον αναπτήρα της στα χέρια της. Τι περιμένω από εδώ και πέρα; Πώς πρέπει να ζήσω από εδώ και πέρα; Πώς πρέπει να χτίσω τις αυριανές μέρες;

Ζωές στο κόκκινο (απόσπασμα) - ΓΡΑΦΗΜΑ



 

  Σου ήμουν αδιάφορη σεξουαλικά;

Εκείνη απενεργοποιεί το τηλέφωνό της και με αργές κινήσεις βγάζει τα ρούχα της, ενώ ο άντρας της, δήθεν αδιάφορος, κατευθύνεται προς το μπάνιο. Τον ενοχλεί που δεν μπορεί να μπει στη σκέψη της γυναίκας του και τρομάζει που αδυνατεί να προβλέψει τις προθέσεις της. Δυσκολεύεται να πιστέψει πως αυτή η γυναίκα, που για σχεδόν είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια έβλεπε τη ζωή μέσα από τα μάτια του, πλέον ξεδιπλώνει βήμα με βήμα έναν δυναμισμό ο οποίος απειλεί ν’ ανατρέψει πολλά, όχι μόνο της δικής του ζωής, αλλά και της ζωής άλλων ανθρώπων. Η συμπεριφορά της Ευτυχίας τον οδηγεί να υποθέσει πως ψάχνει τρόπους για να σπείρει την καταστροφή γύρω της, ίσως θέλοντας ν’ αποδείξει ότι γελά καλύτερα όποιος γελά τελευταίος.
Όταν θα βγει από το μπάνιο, θα τη δει να τον περιμένει καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, όχι όμως με σεξουαλική διάθεση. Κάτι έχει αλλάξει στο ύφος της. Το πρόσωπό της είναι πετρωμένο. Δείχνει πως είναι έτοιμη να τον ρωτήσει πολλά και δεν πέφτει έξω. Η Ευτυχία χωρίς να στρέψει το κεφάλι της, για να τον κοιτάξει, ανοίγει τη συζήτηση:
          Ό,τι και να σε ρωτήσω δε θα επηρεάσει τη σχέση μας. Πες μου κάτι, που ενδεχομένως ξέρω: Τι ήταν αυτό που σ’ έσπρωχνε σ’ άλλες γυναίκες;
   Ζητάς απαντήσεις για ανερμήνευτες καταστάσεις. Με βεβαιότητα σου απαντώ πως δε γνωρίζω αν υπάρχει μια αιτία ή πολλές. Νομίζω ότι το ζήτημα είναι αρκετά σύνθετο.
   Είχες κουραστεί από εμένα;
   Όχι.
   Σου ήμουν αδιάφορη σεξουαλικά;
   Όχι.
   Όμως ούτε ασκούσα πάνω σου και κάποια έντονη έλξη. Άλλωστε σπάνια με πλησίαζες, ενώ την ίδια    εποχή είχες έντονη σεξουαλική ζωή μακριά μου…
   Θα έλεγα πως υπήρχε μια αδράνεια.
   Η οποία πού οφειλόταν;
   Ίσως στη συνήθεια. Στο ότι ζούσαμε μια ζωή σχεδόν επίπεδη.
   Δεν είχες αναρωτηθεί ποτέ πως κι εγώ σε χρειαζόμουν;
   Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα ενοχές.
   Αλλά εξακολουθούσες να με αγνοείς.
   Έτσι είναι.
   Γιατί, όμως;
   Δεν ξέρω. Ίσως γιατί σε θεωρούσα σίγουρη.
   Κτήμα σου;
   Κατά κάποιο τρόπο…
   Ενώ οι άλλες;
   Με τις άλλες ήταν ένα παιχνίδι.
   Που είχε το κόστος του.
   Ήταν αμελητέο μπροστά στις δυνατότητες που    υπήρχαν.
   Εννοείς για την εξαγορά του έρωτά τους;
   Αυτό ακριβώς.
   Άρα δε γαμούσες με την αξία σου, αλλά με την οικονομική δυνατότητα να πληρώνεις.
   Νομίζω πως ναι.
   Άρα τις αντιμετώπιζες ως πόρνες. Ό,τι δηλαδή κάνει κάποιος σε πορνείο. Η διαφορά ήταν στο ότι εσύ πίστευες πως είχες κατ’ αποκλειστικότητα την πουτάνα.
   Κάπως έτσι…
   Αν δεν ήσουν πλούσιος θα τις είχες;
   Δεν ξέρω. Μπορεί και όχι. Σίγουρα όχι αυτές.
   Άρα εσύ δεν έψαχνες ν’ αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να είσαι κατακτητής, αλλά πως μπορούσες με το χρήμα σου ν’ αγοράζεις κάποια σώματα, που σίγουρα είχαν την τιμή τους, το κόστος απόκτησής τους δηλαδή…
   Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.
   Όμως αυτό συμπεραίνεται από τα λεγόμενά σου.
   Ίσως… Ναι…
     Η Ευτυχία μένει για λίγο σιωπηλή. Ανάβει τσιγάρο και προχωρά πάνω κάτω στο δωμάτιο. Σε κάποια στιγμή σταματά μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας.
   Όταν ξάπλωνες πάνω στην κάθε Γεωργία ή στην κάθε Αθηνά, εγώ ποια συμμετοχή είχα;
     Ο άντρας της ξεροκαταπίνει με τα μάτια κατεβασμένα. Να που ξέρει περισσότερα απ’ όσα έχει ομολογήσει, σκέφτεται, αλλά τελικά της απαντά.
   Καμιά.
   Πώς έκανες έρωτα; Εννοώ με τι τρόπο; Τις έγλειφες; Τις έπαιρνες από πίσω; Σ’ έπαιρναν από το στόμα;
   Έχει σημασία;
   Μπορεί… Ίσως… Μόνο για μένα. Πιθανόν για να καταλάβω πού υστερούσα. Ίσως και γιατί έχω ανάγκη να δικαιολογήσω την απόλυτη περιφρόνησή σου σ’ εμένα, στο σώμα μου, στα όσα το βασάνιζαν. Μπορεί και να νιώθω ηττημένη και να θέλω να πληγώσω άλλους.
   Δεν έχω εξήγηση. Μπορείς να μου καταλογίσεις ελαφρότητα.
   Και μια τάση πολυγαμικότητας, που όλοι λένε πως χαρακτηρίζει τους άντρες;
   Το πιο πιθανό…
   Μήπως κι ένα έλλειμμα στη μεταξύ μας σεξουαλική ζωή;
   Ίσως…
   Ή μήπως η αφύπνιση της σεξουαλικότητάς σου μπροστά στο ξένο, που διαισθάνεσαι πως μπορεί να το κάνεις δικό σου;
   Ίσως…
   Σου τόνωνε τον εγωισμό αυτή η ιδέα;
   Σίγουρα ναι.
   Μήπως έδινε και περιεχόμενο στη ζωή σου;
     Ο σύζυγος Θάνος κομπιάζει. Όχι γιατί νιώθει περισσότερο άσχημα, αλλά γιατί αρχίζει να ομολογεί πράγματα που κρατούσε μόνο για τον εαυτό του ή και που ποτέ δεν τα είχε συνειδητοποιήσει.  

Η Μαριάνθη χαμογελούσε πικρά...




                        Ζωές στο κόκκινο (απόσπασμα) - ΓΡΑΦΗΜΑ

     Αλήθεια, δε νιώθεις ενοχές που δεν είσαι εντάξει απέναντι στον Στάθη;
     Ούτε νιώθω, ούτε ένιωσα, ούτε θα νιώσω ποτέ. Σου έχω πει κι άλλη φορά πως έχω ζητήσει να χωρίσουμε, αλλά εκείνος δεν ακούει κουβέντα. Του έχω πει πως είναι λίγος, του το έχω ξεκαθαρίσει. Βέβαια μ’ ενοχλεί η ζήλια του και γι’ αυτό και φυλάγομαι...
     Γιατί δε θέλει να χωρίσετε;
     Νομίζω πως είναι πιο πολύ οικονομικό θέμα, παρά θέμα εγωισμού. Αν ήμουν κάποια της σειράς, κάποια που να του στοίχιζε μια διατροφή, όσο μεγάλη θα ήταν αυτή, θα το επεδίωκε μόνος του. Όμως το γεγονός ότι εγώ έχω τη δική μου περιουσία και μάλιστα κατά πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτήν που του αναλογεί από τα κοινά αποκτηθέντα, αλλά και ότι έχω τον δικό μου κύκλο και τη δική μου προσωπικότητα, καθώς και το ότι θα με συναντά παντού, τον αναγκάζουν να με βλέπει σαν αντίπαλο. Και ο Στάθης δε θέλει αντιπάλους... Προτιμά τις συμμαχίες.
       Η φίλη Ευτυχία ψάχνεται. Κάποιες λέξεις τής έρχονται μέχρι τα χείλη και οπισθοχωρούν άτακτα. Κάποιες άλλες βγαίνουν, προσεκτικά, όμως, δημιουργώντας παραπλανητικές εικόνες και θολώνοντας την    ατμόσφαιρα.
     Πώς είναι όταν πηγαίνεις με άλλον άντρα;
     Απόλαυση, αν φυσικά είναι σωστός και ξέρει να κάνει καλά αυτό που θέλεις. Αν όχι, τότε ψάχνεις για τον επόμενο...
     Τόσο απλά;
     Κι ακόμα πιο απλά... Ξέρεις πόσες πηδιούνται για πλάκα ή για ένα πείσμα. Την ξέρεις την Ελπινίκη;
     Και βέβαια. Με το δικό της ταξιδιωτικό γραφείο ταξιδεύουμε όλοι μας...
     Αυτή είναι βιδωμένη μ’ έναν σαν τον Πέτρο, ο   οποίος ζει στον κόσμο του. Ωραίος άντρας, κοντά στα πενήντα, δειλός όμως σε ό,τι έχει σχέση με την Ελπινίκη, η οποία, αντίθετα, δε διστάζει να ρισκάρει. Λοιπόν, όταν εκείνη βιδώνεται πολύ, παίρνει έναν πιτσιρικά από κάποιο μπαρ, άλλον κάθε φορά, τον πάει στο πατάρι τού γραφείου της και τον ξεσχίζει. Η πλάκα είναι πως την άλλη μέρα τού τα λέει του δικού της, για να ζηλέψει και τα λοιπά. Εκείνος, όμως, πέρα βρέχει. Κι αυτό είναι το πιο μεγάλο σπάσιμο...
     Δηλαδή δεν τον ενδιαφέρει αν η ερωμένη του δόθηκε και αλλού; Και μάλιστα με αυτόν τον τρόπο;
     Σίγουρα τον ενδιαφέρει. Αλλά ή είναι τόσο δειλός, ή την έχει τόσο χεσμένη, που δεν μπαίνει στη διαδικασία να τη διεκδικήσει. Έτσι, κάθε φορά που εκείνη του αποκαλύπτει την παρασπονδία της, της λέει πως ό,τι κι αν κάνει είναι καλά καμωμένο, αρκεί να το έχει κάνει με την καρδιά της και να το έχει ευχαριστηθεί... Και τότε είναι που αυτή γίνεται μπουρλότο...
     Και ο άντρας της;
     Αυτός για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι να βλέπει το σαλονάκι του ιατρείου του πάντα γεμάτο. Και να παίρνει τα ποσοστά του από τους φίλους του τους φαρμακοποιούς και τα δώρα από τις φαρμακευτικές εταιρίες. Η Ελπινίκη είναι στην κυριολεξία μόνη… Άλλωστε γι’ αυτό άνοιξε και το ταξιδιωτικό γραφείο. Να μην πλήττει.
       Η φίλη Ευτυχία βυθίζεται στη σιωπή.
       «Κάτι σου συμβαίνει...», της λέει μ’ ερωτηματικό ύφος η Μαριάνθη.
     Τίποτα...
     Βολεύτηκες κάπου και νιώθεις ενοχές;
       Η φίλη Ευτυχία αναδιπλώνεται.
     Όχι... Όχι... Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα είχα φροντίσει πρώτα να κλείσω τους λογαριασμούς μου με τον Θάνο.

Θάνατος ο ισοπεδωτικός...




                      Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες


(Από το ημερολόγιο του Σταμάτη Πανόπουλου)
 
11 Απριλίου
 
Ο Πέτρος ταξιδεύει στο πουθενά...
Εμείς πού ταξιδεύουμε;
Ο Γιώργος, ο Τζιοβάνι, ο Ρούλης, ο Θανάσης, ο Κώστας, ο Δημήτρης, ο Αντώνης, ο Χρήστος, ο Αστέρης, ο Κούλης... Όλοι, σχεδόν όλοι απ’ αυτούς που μείναμε, ήμασταν εκεί...
Καθίσαμε όλοι μαζί σ’ ένα μεγάλο τραπέζι, στην «Αίθουσα Δεξιώσεων». Μας χώρεσε...
Είκοσι δυο. Έλειπαν δέκα. Ένας στην Αθήνα, ένας στη Ζυρίχη, ένας στο Λονδίνο. Οι άλλοι εφτά -μαζί με τον Πέτρο- εκεί, λίγα μέτρα πιο πέρα από την «Αίθουσα Δεξιώσεων», εκεί που οι τάφοι έχουν τη δική τους πολιτεία.
Μετά τον καφέ προχωρήσαμε ανάμεσα στα μνήματα. Τάφοι απόλυτα στοιχημένοι, σκαμμένοι από τον εκσκαφέα του δημοτικού κοιμητηρίου.
Τάφοι κάθε αισθητικής και κάθε οικονομικού κόστους. Τάφοι που αποκάλυπταν καθημερινή φροντίδα και τάφοι εγκαταλειμμένοι. Τάφοι υπερήλικων, αλλά και τάφοι μικρών παιδιών.
Θάνατος ο ισοπεδωτικός!
Φωτογραφίες ανθρώπων που κάποτε μπορεί και να είχαν αγαπηθεί παράφορα. Ούτε η αγάπη προστατεύει από το θάνατο.
Λυτρωτικό θάνατο έχουμε. Άραγε να υπάρχει και λυτρωτική αγάπη;
Ψάχνοντας τους τάφους των παλιών συμμαθητών, βρίσκαμε κι άλλους, ανθρώπων που γνωρίσαμε ή και που έχουν αφήσει έντονες θύμησες...
Του ποδοσφαιριστή που ξεσήκωνε τις εξέδρες κι έκανε τους φιλάθλους να παραμιλούν, φωνάζοντας ως ιαχή τ’ όνομά του...
Του τροβαδούρου που συνόδεψε τους εφηβικούς μας έρωτες και που, αργότερα, έκλαιγε μαζί μας άλλους έρωτες, ανεκπλήρωτους... Από μαράζι πεθαμένος. Αφού πρώτα είχε δει το θάνατο του γιου του... Άραγε να υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ αυτόν που προκαλεί ο θάνατος του παιδιού σε γονιό;
Περπατούσαμε ανάμεσα στα μνήματα, άλλοι βυθισμένοι σε σκέψεις, άλλοι κουβεντιάζοντας. Όλοι πρώην συμμαθητές, όλοι μελλοντικοί συγκάτοικοι αυτού του χώρου. Οι περισσότεροι με γκρίζα και αραιωμένα μαλλιά, κοιλίτσα και κουρασμένο πρόσωπο. Καράβια έτοιμα να παροπλιστούν, ή να μετατραπούν σε φορτηγίδες λαθραίων ταξιδιών...
Έναν-έναν τους βρήκαμε όλους. Τον Γιώργο Κουράκη, το Θανάση Καραπάνο, το Θανάση Αποστολό, τον Άγγελο Πετράκη -που τον φωνάζαμε Λάκη Καούνα- τον Κώστα Κάλφα, το Θοδωρή Σαμπέλη...
Τα ονόματά τους χαραγμένα σε σταυρούς...
Και οι ηλικίες τους, επίσης...
«Ετών 42, ετών 43, ετών 44, ετών 47, ετών 49»
Στα 45 και στα 46 τους δεν έφυγε κανείς. Πάλι καλά...
Περπατούσαμε πλάι-πλάι με το Γιώργο. Μου είπε πως εδώ και μια βδομάδα έχει πρόβλημα όταν ουρεί. «Βγάζω πέντε-δέκα σταγόνες και με πόνο... Μίλησα με το γιατρό. Από αύριο αρχίζω τις εξετάσεις». Τον ρώτησα πώς πάει με την ερωτική του ζωή. «Πλάκα μου κάνεις;», με ρώτησε ανταπαντώντας μου. «Πού και ποια; Μόνο για κατούρημα τη βγάζω...»
Ο Ρούλης, ένα βήμα πιο πίσω, μάλωνε με τον Τζιοβάνι για τα κινητά και για τ’ αυτοκίνητα. Γύρισα και τους έκανα την ίδια ερώτηση. Κοιταχτήκαμε στα μάτια... Ο Ρούλης κάθισε στο πεζούλι από τον τάφο του Κώστα. «Κώστας Κάλφας, καθηγητής, ετών 43». Άναψε ένα τσιγάρο και με ρώτησε αν ξέρω το ανέκδοτο με το πήδημα και τον ποδαρόδρομο. Όχι, του απάντησα. «Ευκαιρία», μου λέει, «να το μάθεις. Πήγε κάποιος στον καρδιολόγο του για εξετάσεις. Αφού ο γιατρός συγκέντρωσε και τ’ αποτελέσματα από τις μικροβιολογικές εξετάσεις, τα τεστ κόπωσης, τα ντόπλερ και όλα τα συναφή, κουνάει με σκεπτικισμό το κεφάλι του. Φίλε μου -λέει στον ανθρωπάκο- την έχεις άσχημα. Αν συνεχίσεις έτσι πας για έμφραγμα. Πρέπει ν’ αλλάξεις τρόπο ζωής. Δίαιτα και άσκηση. Ό,τι πεις γιατρέ, συμφωνεί τρομοκρατημένος ο ανθρωπάκος. Ποια δίαιτα ν’ ακολουθήσω; Βγάζει ο γιατρός απ’ το συρτάρι του γραφείου του ένα τυπωμένο χαρτί και του το δίνει. Να, του λέει. Εδώ έχει όλες τις οδηγίες για τα γεύματα, τις θερμίδες, τα λίπη και ό,τι άλλο πρέπει να κάνεις. Σύμφωνοι, λέει ο ανθρωπάκος. Πες μου, τώρα και για την άσκηση. Κάθε πρωί θα τρέχεις δεκαπέντε χιλιόμετρα. Τινάχτηκε σαν ελατήριο ο ανθρωπάκος. Τι μου λες γιατρέ. Πώς να τρέχω κάθε πρωί δεκαπέντε χιλιόμετρα; Ούτε χρόνο έχω, ούτε αντοχές. Ο γιατρός τον κοιτάζει και πάλι με σκεπτικισμό. Υπάρχει και εναλλακτική μέθοδος, του λέει μετά από λίγο. Να πηδάς κάθε πρωί τρεις φορές τη γυναίκα σου. Γουρλώνει τα μάτια του ο ανθρωπάκος, στεγνώνει το στόμα του. Να σου πω γιατρέ, απαντά μετά από λίγο. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, σάμπως τι είναι τα δεκαπέντε χιλιόμετρα;»
Λυθήκαμε όλοι στα γέλια. Ίσως κι ο Κώστας, αν μας άκουγε από κάπου ψηλά... Όταν ηρεμήσαμε ο Ρούλης ξαναμίλησε. «Άκουσε Σταμάτη. Τώρα τελευταία μια γκόμενα μόνο γεμίζει τη ζωή μου: Η συλλογή που κάνω με τα παλιά ρολόγια... Μου φτάνει και με περισσεύει αυτή... Αυτή χαϊδολογώ καθημερινά. Και να σου πω και κάτι άλλο: Κάποτε λογάριασα τα έξοδα. Μου έχει κοστίσει λιγότερο απ’ ό,τι οι γκόμενες. Και να σκεφτείς πως είναι ολόκληρη περιουσία...»
Μπροστά στον τάφο του Κουράκη, ο Ρούλης με πήρε παραπέρα και δείχνοντάς μου το Θανάση με ρώτησε αν είχα μάθει κάτι για τη γυναίκα του. Του απάντησα αρνητικά και τον ρώτησα με τη σειρά μου τι ήξερε;
«Την έπιασε να πηδιέται με τον αδελφό του. Έγινε χαμός. Λένε πως και το τρίτο τους παιδί είναι από τον αδελφό του. Ο Θανάσης έφυγε από το σπίτι και μένει σε ξενοδοχείο. Στο μεταξύ έχουν πρόβλημα και στη δουλειά, αφού όλες τις αντιπροσωπείες τις έχουν μαζί... Ακόμα, ακούγεται ότι τελευταία έχουν δει το Θανάση στο ‘‘Θεαγένειο’’... Φημολογείται ότι έχει καρκίνο...»
Άλλη μια πτυχή της ζωής... Ευτυχώς που δεν έφτασε στον Πολυγόπουλο, για να στήσει ένα ακόμα ρεπορτάζ.
Μετά ξεχάστηκε ο Πέτρος. Απ’ τη γυναίκα του Θανάση, η συζήτηση, στράφηκε και στις γυναίκες κάποιων άλλων, αλλά και σε ιστορίες καθημερινής τρέλας, όπως θα τις τιτλοφορούσε ο Μπουκόφσκι. Ο Αντρέας Γεωργίου είπε για τις πολωνέζες που πρόσφατα έφερε ένα μπαρ και που «σου κόβουν την ανάσα». Ανάμεσα στους τάφους περιγραφές γυναικών που έφτασαν μέχρι τη μικρή, υγρή μας πολιτεία, για ν’ αναθερμάνουν τον πόθο ανθρώπων που έχουν βάλει εδώ και καιρό τα αισθήματά τους στον καταψύκτη.

Φίλε, σε θέλω...




Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

«Θα σε θυμάμαι ούτως ή άλλως... Και θα σε περιμένω σαν σώμα αγαπημένο. Σαν ένα σώμα που κρύβει μια ψυχάρα γεννημένη σε λάθος εποχή...»
«Δεν είναι η εποχή λάθος... Εγώ είμαι το λάθος... Εγώ που μερικές φορές συμπεριφερόμουν λες και ήμουν το κέντρο του κόσμου...»
Οι τελευταίες λέξεις βγαίνουν απ’ τα χείλη του ραγισμένες. Σηκώνεται και προχωρά προς τις βιβλιοθήκες. Εκεί θα έρθει ο πρώτος λυγμός.
Κλαίει.
Σκυμμένος πάνω σ’ ένα απ’ τα ράφια κλαίει.
«Τα φώτα σβήσε και την πόρτα κλείσε, πλάι σου θα πέσω, πέτρα στο νερό κι ας χαθώ απόψε... Τρομάζω φίλε...», τραγουδά η Τάνια Τσανακλίδου ως υπόκρουση στο κλάμα του.
Η Κλεοπάτρα θα σβήσει ένα-ένα τα φώτα, αφήνοντας μόνο το φως μιας λάμπας. Θα πλησιάσει και θα τυλίξει τα χέρια της στους ώμους του.
Το πρόσωπό του πάνω στο στήθος της, που υγραίνεται από τα δάκρυα.
Τα χείλη της πάνω στα μαλλιά του.
Τα δάχτυλά της πάνω στην πλάτη του που την ταράζουν οι λυγμοί.
Ώρα αρκετή.
Ώσπου η Τσανακλίδου να τραγουδήσει:
         «Τα σφιγμένα σου χείλη
         στης καρδιάς το μαντίλι
         σαν σφραγίδα,
         δυο σβησμένα έχεις μάτια
         στου μυαλού τα κατάρτια,
         καταιγίδα.
         Μην πεις κουβέντα,
         γέμισε η πόλη γκρίζα δέντρα
         μη ζητάς συγγνώμη
         μια ζωή αλλού με παν οι δρόμοι...»
Τότε θα πάρει τα χείλη του στα χείλη της και με τη γλώσσα της θα καθαρίσει τα μάγουλα από τα δάκρυα...
Τότε θα σταθεί μπροστά του καλώντας τον στο ταξίδι των αισθήσεων.
Τότε θα του πει: «Φίλε, σε θέλω...»
Όταν εκείνος θα βυθίσει το βλέμμα του στα μάτια της, η Τσανακλίδου θα τραγουδά ανάμεσα σε ήχους ηλεκτρονικούς:
         «Κλαίνε τα παράθυρά μου
         ένα δάκρυ από φώτα
         εκτυφλωτικά τσιγάρα και ιδρώτα
         κλαίνε τα παράθυρά μου
         δάκρυα κίτρινες ακτίνες
         η συνθετική ζωή μου δίχως ίνες...»
«Αυτό το CD θα σου το πάρω... Θα είναι η μνήμη της βραδιάς. Αν τύχει και χαθούμε ή αν θα έρχονται νύχτες που θα σε θέλω και θα σε ψάχνω, να το ακούω...»
Εκείνος σιωπηλός δέχεται τα λόγια της, τα δάχτυλά της, τα χείλη της.
Σιωπηλός μπαίνει και ταξιδεύει μέσα της, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια, αποφεύγοντας να πει οτιδήποτε άλλο που μπορεί να φορτίσει ακόμα περισσότερο τις στιγμές.
Μέσα στο κοντολαχάνιασμά της την ακούει να ψιθυρίζει ότι περίμενε χρόνια αυτήν τη στιγμή, ότι θέλει να σβήσει τώρα μέσα στην αγκαλιά του, ότι θέλει τώρα να μείνει έρημη και λεηλατημένη πολιτεία, έτσι που να κρατήσει για πάντα ανεξίτηλο αυτό το πέρασμά του απ’ τη ζωή της.
Ώρα αργότερα, όταν τα χείλη του θα περνούν από το ένα στήθος στο άλλο, θα της πει πως θέλει ξανά να κλάψει...
Και θα κλάψει ξανά...

Όλοι τρέχουμε να προλάβουμε κάτι...




Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

Περνώντας τη μεγάλη πόρτα της αυλής του αγροτόσπιτου, ο Σταμάτης Πανόπουλος, βλέπει το λευκό B.M.W. του φίλου του Σωτήρη, του καρδιοχειρουργού. «Έχουμε επισκέψεις...», λέει, ενώ οι άλλοι τον κοιτάζουν με απορία. «Ήρθε τ’ άλλο τ’ αδέλφι...»
Κορνάρει με δύναμη και βγαίνει αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, για ν’ αγκαλιάσει το φίλο του που προβάλει απ’ το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού.
Μένουν ώρα αγκαλιασμένοι, με το Μάριο και την Κλεοπάτρα να τους παρακολουθούν σταματημένοι λίγα μέτρα μακρύτερα. Στην ανοιχτή πόρτα του σπιτιού στέκεται και ο κυρ-Κωνσταντής, φανερά συγκινημένος.
Οι δυο φίλοι μπαίνουν στο σπίτι αγκαλιασμένοι, λέγοντας βιαστικά ο ένας στον άλλο τα νέα τους, αν και το Σταμάτη Πανόπουλο μόνο τα νέα του φίλου τον ενδιαφέρουν.
«Τα δικά μου νέα είναι σχεδόν ίδια με τα παλιά, χωρίς το ελάχιστο ενδιαφέρον, πέρα απ’ το ότι συνάντησα μια γυναίκα που την είχα γνωρίσει όταν ήταν φοιτήτρια. Έχει ένα γιο, που τον φιλοξενώ...»
Ο Σωτήρης θα του πει πως είναι περαστικός και δεν μπορεί να μείνει περισσότερο από μια ώρα. Θα του πει για κάποια διεθνή συνέδρια στην Ινδία και τον Καναδά, όπου η δουλειά του αναγνωρίστηκε και του ανοίχτηκαν ακόμα μεγαλύτερες προοπτικές. Θα του μιλήσει για το πόσο μικρή κατάντησε η μέρα και πόσα λίγα πράγματα μπορεί να κάνει πια εκτός απ’ το ν’ ανοίγει καρδιές και να τρέχει στα διεθνή συνέδρια.
«Πότε παίζεις κιθάρα;», θα τον ρωτήσει σε κάποια στιγμή ο Σταμάτης Πανόπουλος και ο φίλος του θα χαμογελάσει με αρκετή δόση πίκρας. «Δεν παίζω κιθάρα... Ούτε φωτογραφίζω... Μέσα στο αεροπλάνο, όταν ταξιδεύω, διαβάζω κανένα ποίημα, ή κάποιο μυθιστόρημα του φίλου μας του Αστέρη... Η κιθάρα και η φωτογραφική μηχανή περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω κανένα τετραήμερο άδεια, να με μοιραστούν με τη γυναίκα και τα παιδιά...»
«Εγώ λέω να την κάνω... Με κούρασαν όλα... Λέω ν’ αράξω κάπου στο Πήλιο ή στ’ Άγραφα και να σταματήσω κάθε δραστηριοποίηση. Παίρνω τόσα ενοίκια τώρα, που ζουν μ’ αυτά πενήντα οικογένειες. Χώρια οι καταθέσεις... Προς τι να δουλεύω άλλο, εγώ, μόνος χωρίς οικογένεια;»
«Πάρε το Χρήστο και τον Αστέρη για συντροφιά και φύγε. Άφησε την εταιρία στους ανθρώπους που σου στάθηκαν τόσα χρόνια και κάνε την...»
Έμειναν ώρα αμίλητοι μπροστά στα φλιτζάνια με καφέ που τους έφερε ο κυρ-Κωνσταντής, μιλώντας με τα μάτια.
«Πάχυνες...», είπε ο Σταμάτης Πανόπουλος, σπάζοντας πρώτος τη σιωπή.
«Πράγματι... Κι εσύ άσπρισες... Απότομα άσπρισες...»
«Δε με πειράζει αυτό, αλλά το ότι νιώθω κουρασμένος... Ξυπνώ το πρωί το ίδιο κουρασμένος με το βράδυ που ξαπλώνω...»
«Έχουμε μπει σ’ ένα τροχό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ταχύτητά του. Έχουμε ανεβεί σ’ ένα τρένο που έχει μόνο ένα σταθμό, κάπου σε κάποιο σημείο της διαδρομής, τον οποίο, όμως, δεν ξέρουμε και τρέχουμε, χωρίς να παρατηρούμε ούτε καν το τοπίο που περνά απ’ τα μάτια μας...»
«Κάποτε δεν είχα χρήματα για να ξοδέψω για μένα... Τώρα έχω χρήματα που δεν μπορώ να ξοδέψω γιατί πια οι ανάγκες μου καλύπτονται μ’ ένα μικρό τους μέρος...»
«Κάποτε ψαχνόμασταν για έναν καφέ κι ένα τσιγάρο. Τώρα μας απαγορεύουν και τον καφέ και το τσιγάρο... Προχθές εγχείρισα έναν εφοπλιστή, που όταν πήρε εξιτήριο και ήρθε να με αποχαιρετήσει μου είπε: Δε με στεναχωρεί ότι ξέρω πως μέσα στην καρδιά μου δεν είναι όλα όπως ήταν πριν κάμποσα χρόνια. Με στεναχωρεί πως μετά από τόσα χρόνια πρέπει ν’ αντικαταστήσω τους καφενέδες και τα μπαρ των λιμανιών με μια γυάλα... »
«Φοιτητής έτρωγα ένα γιαουρτάκι με πέντε φέτες ψωμί για να μη γουργουρίζει η κοιλιά μου όταν θα κοιμόμουν... Σήμερα τρώω ένα γιαουρτάκι με μια φρυγανιά για να κοιμηθώ ελαφρά και να μην ξημερώσω απ’ το στομάχι μου... Και κάποτε, σαν περνούσε μπροστά μου μια ωραία κοπέλα την έβλεπα ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι, γυμνή, να με καλεί... Σήμερα, γύρω μου, υπάρχουν δεκάδες καλλονές, έτοιμες σ’ ένα κρεβάτι, που με καλούν κι εγώ ψάχνω για δικαιολογίες για να μην ξαπλώσω μαζί τους...»
«Μια που μίλησες για κρεβάτι... πες μου τι έγινε με τα σκάνδαλα... Έμαθα για κάτι ονόματα τρανταχτά. Κάποιες τις ξέρω...»
«Τι να σου πω περισσότερα απ’ αυτά που ξέρεις; Εδώ συμβαίνουν του κόσμου οι αλλαγές κι εμείς ασχολούμαστε με τα αιδοία και τα πέη. Η πόλη συνεχίζει να ζει -με ή και χωρίς αυτά- συνεχίζει να ξυπνά και να κοιμάται στους παλιούς ρυθμούς της, συνεχίζει να είναι υγρή και κρύα το χειμώνα, καυτή το καλοκαίρι. Χιλιάδες βιομηχανικοί εργάτες συνεχίζουν να περιμένουν το εργατικό λεωφορείο χαράματα στους δρόμους και χιλιάδες νεολαίοι συνεχίζουν, την ίδια ώρα, να γυρίζουν στα σπίτια τους απ’ τα νυχτερινά κέντρα, φορτωμένοι με αλκοόλ που πλήρωσε ο μπαμπάς τους. Την ίδια πάλι ώρα, κάποιες εκατοντάδες ή και χιλιάδες εραστές ξεπορτίζουν από τις λαθραίες ερωτικές τους φωλιές και ισάριθμες ερωμένες πλένουν στο μπιντέ τα αιδοία τους για να βγάλουν από πάνω τους τα υπολείμματα του έρωτα... Τα χαράματα είναι μια αποκαλυπτική ώρα του εικοσιτετράωρου, ξέρεις...»
«Οι φίλοι μας οι καλλιτέχνες τι γίνονται;»
«Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς; Ποιος νοιάζεται για τον άλλο κόσμο που αυτοί βλέπουν και δημιουργούν; Μιλώ συχνά μαζί τους. Άλλος γράφει, άλλος ζωγραφίζει, άλλος συνθέτει... Στις μοναξιές τους όλοι, περιμένουν πότε θα πεθάνουν για να έρθει μετά το Δημοτικό Συμβούλιο να δώσει σε κάποιο δρόμο κάποιας ακραίας συνοικίας τ’ όνομά τους και όλοι να πουν πως ήταν άξια τέκνα αυτής της πόλης...»
«Η Κόντου τι κάνει;»
«Πιστεύει ακόμα ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Κλείνεται μέσα σ’ ένα σπασμένο ρόδι και ξαναβλέπει απ’ την αρχή τη ζωή. Δίνει ψυχή με τις ακουαρέλες της στα κοχύλια και μετά τ’ αφήνει να διηγηθούν αυτά την περιπέτεια της ζωής. Τελευταία ζωγραφίζει πουκάμισα φίλων ποιητών, άδεια, σαν εκείνο το πουκάμισο της Ελένης, που αναφέρει ο Σεφέρης... Θέλει να κρατήσει όσα ίχνη μπορεί απ’ την παρουσία τους σ’ αυτήν την αγωνία που λέγεται ζωή... Μα κανενός δεν καίγεται καρφί γι αυτό. Όλοι ασχολούνται με τα αιδοία και τα πέη της τάδε και του δείνα, της παπαδιάς και της περιπτερούς... Όχι, λάθος, η περιπτερού δεν ενδιαφέρει... Δεν μπορεί να ενδιαφέρει... Ανήκει σ’ αυτές που δεν πουλάν...»
«Σε πικραίνουν οι ιστορίες αυτές;»
«Με πικραίνει το γεγονός ότι ελάχιστοι βλέπουν πως άλλα είναι αυτά που μαστίζουν το κοινωνικό σώμα και ασχολούνται μαζί τους. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τις τρίχες. Εδώ μας πηδά καθημερινά μια κυβέρνηση, χωρίς οίκτο και αιδώ, κι εμείς κοιτάμε αν το σώβρακο του διπλανού είναι στραβά απλωμένο...»
«Θα φύγω... Πρέπει να προλάβω...»
«Όλοι τρέχουμε να προλάβουμε κάτι... Ο Βασίλης ο Πράπας, ένας φίλος ζωγράφος, έχει ολόκληρη σειρά από δρομείς. Μόνο που οι δικοί του δρομείς, άλλοτε κατά τη διαδρομή και άλλοτε λίγο πριν τον τερματισμό αποσαρκώνονται, ή καίγονται οι σάρκες τους, ή μετασχηματίζονται σε ανδριάντες... Είναι τ’ ανθρώπινα ράκη, αυτό που απομένει από τους περισσότερους μετά από μια ολόκληρη ζωή στο τρέξιμο...»
«Πάρε μου ένα πίνακα, μ’ αυτούς τους δρομείς... Να μπορώ να βλέπω κι εγώ καθημερινά το χρονικό ενός προαναγγελθέντος τέλους, όπως θα έγραφε και ο Μάρκες...»
«Θα ήθελα σε κάποια στιγμή να έχω τόσο χρόνο ώστε να μπορώ να κατεβάσω όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου και με τους τίτλους από τα μυθιστορήματα να συνθέσω ένα κείμενο που να μιλά για τον άνθρωπο και την αγωνία του, το κενό και την πληρότητα, τον έρωτα και το θάνατο...»
«Ως τίτλο να βάλεις ‘‘ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ’’ του Κούντερα, γιατί σ’ εμένα προσωπικά δημιουργείται η εντύπωση πως η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα αστείο. Μόνο που για πολλούς αυτό το αστείο παραείναι μαύρο...»
«Μια και ανάφερες τον Κούντερα, θα σου απαντήσω μ’ ένα ακόμα του τίτλο για τα σκάνδαλα: ‘‘ΓΕΛΟΙΟΙ ΕΡΩΤΕΣ’’. Σ’ αγαπώ φίλε...»

Με τρομάζω εγώ ο ίδιος, που δεν ξέρω ποιος είμαι...




                        Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες




(Από το ημερολόγιο του Σταμάτη Πανόπουλου)
11 Μαρτίου
 Ξημερώνει. Ίσως η Αλεξάνδρα να έχει ξυπνήσει κιόλας για να προλάβει να τακτοποιήσει τις υπόλοιπες δουλειές της, έτσι ώστε να μπορεί να φύγει το απόγευμα.


Έχω γίνει ολόκληρος μια προσμονή και μια αναζήτηση. Έχω μεταλλαχθεί σε μια αναμονή που λειτουργεί με το μυαλό καρφωμένο στην ώρα της επιστροφής. Και μ’ αρέσει αυτό. Μ’ αρέσει που έχω κάτι να περιμένω και που αυτό το κάτι μπορεί να κοιτάζει με τρυφερότητα το πριν και το τώρα μου.
Ποιο είναι το πριν μου;
Ποιο θα είναι το μετά μου;
Θα είμαι ο χωρίς συνέχεια άνθρωπος;
Να ένα ζήτημα που πρέπει να συζητήσω με την Αλεξάνδρα.
Τα βλέφαρα κλείνουν από τη νύστα, αλλά θέλω να κρατηθώ ακόμα λίγο ξύπνιος. Θέλω να δω να μπλεδίζει η αυγή. Θέλω να σταθώ στο κιόσκι να δω τον κάμπο που ξυπνάει, που τινάζει από πάνω του το σκοτάδι της νύχτας και ντύνεται στο αχνό μπλε της αυγής. Τώρα πια, είμαι περισσότερο σίγουρος από ποτέ, πως αυτόν τον κάμπο δεν πρόκειται να τον αποχωριστώ. Θα είμαι κι εγώ ένα από τα πολλά εκατομμύρια ανθρώπους που εδώ και χιλιάδες χρόνια βλέπουν το ίδιο τοπίο, τους ίδιους κυματισμούς της γης και μυρίζουν τις μυρωδιές της.
Ο κάμπος, η ζωή μας. Ετοιμάζεται τώρα να υποδεχτεί την Περσεφόνη όπως εγώ την Αλεξάνδρα. Θα πρασινίσει σε λίγες μέρες, θα μπουν ξανά τα τρακτέρ, θα γεμίσει και πάλι ζωή...
Αυτό είναι το δικό μου τοπίο. Κι ας σχεδίαζα μια ζωή αιγαιοπελαγίτικα κτήρια, κι ας δούλευα αρχιτεκτονικούς ρυθμούς που ρουφούσαν τη θάλασσα. Η ζωή μου, όπως αποδείχτηκε, ήταν κολλημένη εδώ σ’ αυτούς τους ανεπαίσθητους κυματισμούς και στις μυρωδιές του νοτισμένου χώματος.
Η ζωή μου, το ταξίδι μου...
Σκέψη εγωιστική; Τι αντιπροσωπεύω ανάμεσα στις τόσες ζωές και στις τόσες αγωνίες; Και τι θα μπορούσε να πει για τη δική του ζωή ο Κούρδος φυγάδας και λαθρομετανάστης που ναυάγησε έξω απ’ την Πύλο, χωρίς υπάρχοντα, χωρίς έρωτα, χωρίς ένα χέρι που να τον βεβαιώνει πως είναι όμορφη η ζωή; Τι θα μπορούσε να πει ο Πέτρος απέναντι σ’ όλα αυτά που με απασχολούν; Σίγουρα θα γελούσε, απαντώντας μου πως ασχολούμαι με τρίχες και πως εγώ είμαι αυτός που κάνω τα εύκολα δύσκολα.
Πόσο διαφορετική είναι η έννοια της ζωής για τον καθένα;
Πόσο ξένοι είμαστε μεταξύ μας;
Ποια ομοιότητα έχουν μεταξύ τους η Κατερίνα, η Κλεοπάτρα, η Νόρα, η Αλεξάνδρα; Πώς διεκδικούν τη ζωή, τον άντρα, τον έρωτα;
Η Κατερίνα που ανατρέπει τα δεδομένα αρνούμενη να ισοπεδωθεί σε μια γκρίζα καθημερινότητα.
Η Κλεοπάτρα που φτύνει κατά πρόσωπο τη συμβατικότητα, αλλά που ξέρει πως δεν μπορεί και να επιβιώσει έξω απ’ αυτήν.
Η Νόρα που στεγνώνει την ψυχή της και λαχανιάζει για να κρατηθεί στην επιφάνεια, γιατί πάνω απ’ τη δική της ζωή έχει προτάξει τη ζωή του γιου της, αλλά και την ευθύνη της απέναντι σε γονείς, πελάτες, κράτος.
Η Αλεξάνδρα, που δε δίστασε να κολυμπήσει στη βρομιά και να καταπιεί την κοινωνική ντροπή, προκειμένου να κερδίσει μια λεωφόρο παρά ένα ανηφορικό μονοπάτι.
Αυτό διάλεξε να το σκαρφαλώσει η Πετρούλα, καλή της ώρα όπου και να είναι...
Η Αλεξάνδρα θα είναι πίσω σε λίγες ώρες. Θα μυρίζει γιασεμί και σανταλόξυλο, κανέλα και λεβάντα. Θα μυρίζει πόθο... Θα μυρίζει ερωτική παραφορά. Θα τυλίξει τα χέρια της πίσω απ’ τη μέση μου και ίσως μου πει πως δε θα ήθελε να ξαναφύγει...
Η Αλεξάνδρα θα είναι πίσω σε λίγες ώρες. Σίγουρα θα θέλει να ρωτήσει πολλά, θα θέλει να μάθει πολλά. Μπορεί και ν’ αρνηθεί αυτό που εγώ ζήτησα να δεχτεί ο Αλέξανδρος. Μπορεί και να με κατηγορήσει και σαν σφετεριστεί μιας ιδιότητας και ενός τίτλου που όντως δεν μου ανήκει.
Μπορεί και τ’ αντίθετο όμως...
Μπορεί και να ζητήσει αποκλειστικότητα. Να πει πως από εδώ και πέρα της ανήκω.
 Και με τρομάζει αυτό...
Με τρομάζει η πιθανότητα να θελήσω κάποια στιγμή κι ένα άλλο σώμα...
Με τρομάζω εγώ ο ίδιος, που δεν ξέρω ποιος είμαι...


Στα κύματα της ηδονής...




            Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

Ο Σταμάτης Πανόπουλος έκλεισε το προσωπικό του ημερολόγιο και πήγε και στάθηκε έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου. Η θέα του γυμνού γυναικείου κορμιού, που έπαιζε με το νερό κάτω από το ντους, γέννησε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του.
«Έχει χώρο για έναν ακόμα άνθρωπο η ντουζιέρα;», ρώτησε.
«Ναι, εφ’ όσον αυτός ο άνθρωπος είναι άντρας και επί πλέον έχει τη διάθεση να τρίψει την πλάτη μιας γυναίκας...»
«Κι αν η διάθεσή του δε σταματά στο τρίψιμο μόνο της πλάτης;»
«Τότε δεν έχει παρά να αφεθεί στα χέρια της γυναίκας...»
Τα σώματα θα ενωθούν κάτω από το νερό και τα χέρια θ’ αναζητήσουν εκείνα τα σημεία που ριγούν κάτω απ’ το άγγιγμά τους.
Τα χέρια της γυναίκας θα πάρουν το σφουγγάρι και το σαπούνι και τρυφερά θα προχωρήσουν εκατοστό με εκατοστό στο αντρικό σώμα που νιώθει ηλεκτροφόρα ηδονικά κύματα να διατρέχουν και το τελευταίο του κύτταρο, ενώ η στύση του γίνεται βασανιστική.
Θα του δώσει το σφουγγάρι και θα του γυρίσει την πλάτη της.
Τα χέρια της σ’ έκταση θα στηριχθούν στα τοιχώματα της ντουζιέρας. Τα πόδια της σε διάσταση θα νιώσουν το άγγιγμα των μηρών του.
Το ένα του χέρι θα το νιώσει να κατηφορίζει κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Το άλλο περνά κάτω από τη μασχάλη της και τα στήθη της νιώθουν τα δάχτυλά του.
Τα χείλη της του λένε λόγια που τον ερεθίζουν ακόμα περισσότερο. Νιώθει το φύλο του να την πιέζει. Νιώθει το φύλο του ν’ αναζητά ένα δρόμο να περάσει μέσα της. Με το χέρι της θα το οδηγήσει πίσω της, αναζητώντας άλλες ηδονές.
Γονατίζουν πάνω στη λεία επιφάνεια των πλακιδίων με το νερό να φεύγει σε μικρά αυλάκια ανάμεσα από τα πόδια τους. Τα σώματα συντονίζονται σε μια και μόνη κίνηση.
«Έτσι ενωμένους να μας βρει ο θάνατος...», της ψιθυρίζει στ’ αφτί.
Είναι μια φράση που την έχει ξαναπεί στο παρελθόν. Στη Βασιλική και στη Ματίνα...
Κουνάει αρνητικά το κεφάλι της.
«Όχι... Θα ήθελα όταν είμαστε πρόσωπο με πρόσωπο... Να συγκρατήσω τη μορφή σου... Μα είναι νωρίς, πολύ νωρίς αγάπη μου, ακόμα, για να μας συναντήσει ο θάνατος...»
Πρώτη φορά που την ακούει να τον λέει «αγάπη μου». Και θέλει να της ζητήσει να το πει ξανά και ξανά και ξανά...
«Είναι νωρίς, ακόμα, για να μας συναντήσει ο θάνατος...», επαναλαμβάνει. «Έχω να σου δώσω τόσα πολλά... Έχω να σου δώσω πολλά απ’ αυτά που ήθελα πάντα να προσφέρω σ’ έναν άντρα ικανό να με απορροφήσει, να με ξαναγεννήσει και να με παραδώσει εντελώς  άλλη στη ζωή. Κι έχω να σου πάρω τόσα πολλά...»
Τα κύματα της ηδονής τους παρασέρνουν. Ο χορός των σωμάτων ασυγκράτητος πια. Τα πνιχτά «τώρα», τα λαχανιασμένα «έρχομαι» γεμίζουν το χώρο.
Την ακούει να λέει πάλι το «αγάπη μου» και νιώθει μέσα του το ανάβλυσμα μιας χαράς, ένα συναίσθημα λυτρωτικό. Βυθίζεται ακόμα περισσότερο μέσα της, σφίγγοντας παθιασμένα τη μέση της. Το «αγάπη μου» γίνεται κραυγή που θέλει να γκρεμίσει τα τοιχώματα του μικρού χώρου και να βγει στην παγωμένη νύχτα του Μάρτη.
Αργότερα, ξαπλωμένη στο χαλί μπροστά στο τζάκι, θα του πει πως την περίμενε μέρες αυτήν τη στιγμή.