Google+ Followers

Το μισό του ενός στο μισό του άλλου...




              Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

Στο σπίτι θα μπει μ’ ένα εμφανές τρέμουλο στα χείλη και θα μείνει ακίνητη στη μέση του μεγάλου χώρου με την παράξενη διαρρύθμιση κι επίπλωση. 
Προχωρά αργά μπροστά από τους πίνακες, τα ράφια με τα βιβλία, τους δίσκους και τα CD. Μπαίνει στο συνεχόμενο χώρο με το τεράστιο κρεβάτι, τους άλλους πίνακες, τα άλλα ράφια με τα βιβλία και τα πολλά-πολλά καράβια από σάπια ξύλα και σκουριασμένα σίδερα. 
Θα σταθεί μπροστά σε δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες, πορτρέτα γυναικών. «Οι γυναίκες της ζωής σου;», θα ρωτήσει.
Ο άντρας, πλάι της, θα χαμογελάσει αχνά.
«Η ζωή μου... αποσπασματικά. Η Βασιλική και η Ματίνα... Όχι πως υπήρξαν μόνο αυτές, αλλά αυτές, με το δικό τους τρόπο η κάθε μια, έδωσαν άλλη υπόσταση σε κάποιες περιόδους του παρελθόντος. Γι΄ αυτό και υπάρχουν...»
«Αν επιστρέψουν;»
«Δε θα επιστρέψουν... Η Βασιλική γιατί προχώρησε στη σιγουριά μιας καλά οργανωμένης οικογένειας με αρραγή κοινωνική ταυτότητα και δεδομένα μη αναστρέψιμα... Η Ματίνα γιατί έχτισε την ψυχούλα της με μιαν άλλη ευαισθησία που ξεπερνά το χωρόχρονο που γνωρίζουμε...»
«Πόσο τις αγάπησες;»
«Άγνωστο... Ή μάλλον τις αγάπησα με διαφορετική ένταση. Η Βασιλική έφυγε αφήνοντας πίσω της μιαν απόγνωση, που πια έγινε ήρεμη λύπη. Η Ματίνα δραπέτευσε ξέροντας πως η ελευθερία υπήρχε αλλού κι όχι πλάι μου... Έγινε ευχάριστη θύμηση...»
«Και μετά;»
«Το μετά είναι απροσδιόριστος χρόνος... Ένα συνεχές παρόν, που μέχρι να το συνειδητοποιήσεις κυλά στο παρελθόν... Συχνά έχω την αίσθηση πως δεν υπάρχει παρόν, αλλά μόνο παρελθόν και μέλλον... Αν και κάποιες φορές σκέφτομαι πως ούτε μέλλον υπάρχει, αφού για να υπάρξει κάτι πρέπει να έχει βιωθεί και μόνο ό,τι υπάρχει στο παρελθόν έχει βιωθεί...
»Το μέλλον -λέω- μπορεί να είναι κατάσταση αναμενόμενη, όχι όμως και υπάρχουσα...»
Πρόσωπο με πρόσωπο.
Ανάμεσά τους αυτός ο ζεστός άνεμος που γαληνεύει τις αισθήσεις.
Χωρίς καμιά ένταση, χωρίς κανένα ρίγος.
Με μια γαλήνη απέραντη.
Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουν τα σώματα, τα χείλη θα βρουν τα άλλα χείλη. Οι γλώσσες θ’ ακουμπήσουν τρυφερά η μια στην άλλη.
Τα ρούχα που πέφτουν αργά στο πάτωμα αφήνουν γυμνά τα σώματα.
Χαϊδεύει με τις άκρες των δαχτύλων της τις γκριζαρισμένες τρίχες του στήθους του.
Εκείνος, τους λείους ώμους της.
Περνά τα δάχτυλά του στα μαλλιά της.
Φιλά τη βάση του λαιμού της. Φιλά τα στήθη της... περιμετρικά. Φιλά τις ρώγες της.
Γονατίζουν μπροστά στο τζάκι.
Δάχτυλα που προχωρούν αναγνωριστικά εξερευνώντας τοπία άγνωστα. Σαν τον επισκέπτη που ξαναγυρίζει σε τόπο γνώριμο από παλιά και ανακαλύπτει άλλον τόπο. Ή σαν τον ταξιδιώτη που ξέρει πως έχει ξανακάνει πριν χρόνια την ίδια διαδρομή, αλλά ήταν τόσο γρήγορο το πέρασμα και τόσες οι αλλαγές του τοπίου ώστε τα πάντα του  αποκαλύπτονται πρωτόγνωρα.
Οι αισθήσεις ενεργοποιούν τη μνήμη. Θέλουν να την αφυπνίσουν. Προσπαθούν να την πείσουν ότι αυτές οι σάρκινες επιφάνειες έχουν ξανασυναντηθεί και έχουν περάσει η μια μέσα στην άλλη.
Εκείνος ενεργοποιεί αγγίγματα που δεν είναι βέβαιος πως ήταν εκείνα που αφύπνιζαν τις δικές της αισθήσεις ή κάποιας άλλης, που όπως κι αυτή πέρασε γρήγορα απ’ τη ζωή του.
Εκείνη δε μένει στο παρελθόν. Δεν την ενδιαφέρουν εκείνες οι μνήμες. Είναι άλλη, μια άλλη γυναίκα, μια άλλη ιστορία, που δε θέλει να έχει σχέση με το χθες. Το παρελθόν μπορεί να της ανήκει, αλλά δεν είναι αυτό που καθορίζει τη ζωή της.
Εκείνος προχωρά διστακτικά. Σε κάθε άγγιγμα ψάχνει ν’ ανακαλύψει την αντίδραση. Το σώμα του γίνεται ολόκληρο μια ανησυχία, ένας εμφανέστατος δισταγμός.
Εκείνη αδιαφορεί για όλα. Ξεδιπλώνει επιθυμίες και διεκδικεί την ηδονή από τον άντρα. Όλα τα κύτταρα του σώματός της ανοίγουν διάπλατα για να περάσουν ανάμεσά τους οι εντάσεις του έρωτα.
Βλέπει το σώμα του σαν λεωφόρο και θέλει να τρέξει πάνω του με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Το στόμα της αναζητεί το φύλο του και η γλώσσα της εξερευνεί κάθε νεύρο που ξεχωρίζει κάτω από την επιδερμίδα. Του προσφέρει το δικό της και κινείται με δύναμη πάνω του. Τον οδηγεί σε κάθε είσοδο του κορμιού της, τον ξεναγεί σε κάθε έξαρση, αλλά και σε κάθε κοιλότητα.
Τα ήρεμα αγγίγματα δίνουν τη θέση τους σ΄ ένα διαρκώς αυξανόμενο πάθος. Οι κυματισμοί των σωμάτων γίνονται τρικυμιώδεις. Οι ήρεμες ανάσες, λαχάνιασμα και οι ψίθυροι βογκητά.
Τα σώματα γυαλίζουν από τον ιδρώτα.
Τα σώματα παραφρονούν.
Τα σώματα κλαίνε λυγμικά.
Μιλούν την ίδια διάλεκτο.
Τρέχουν με την ίδια ταχύτητα.
Και καταρρέουν μαζί.
Ξέπνοα.
Το μισό του ενός στο μισό του άλλου. Τα υπόλοιπα δυο μισά διάσπαρτα.
Ώρα μετά τα δάχτυλά τους θα πλεχτούν.
Θα σώματα θα πάρουν θέση πλάι στο άλλο και τα χείλη θα μισανοίξουν για να αγγίξουν κάποιες σταλαγματιές ιδρώτα που υπάρχουν κάτω από τα βλέφαρα, στο σαγόνι, στο πίσω μέρος των αυτιών.
Εκείνος θα συρθεί αργά ως το στερεοφωνικό συγκρότημα και θα βάλει ένα απ’ τα αγαπημένα του CD. Η συγκλονιστική μουσική από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» της Ελένης Καραΐνδρου γεμίζει το χώρο.
Γυρίζει κοντά της και της μιλά για την κούραση που νιώθει τελευταία, για τα όσα πια δεν τον αγγίζουν, για το ενδεχόμενο να περιορίσει τις δραστηριότητές του. Της λέει πως νιώθει σαν κάποιον, που ενώ τρέχει, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι δεν ξέρει το υπόλοιπο της διαδρομής και πού βρίσκεται το τέλος της. Της δείχνει την στοίβα με τις εφημερίδες πάνω στο γραφείο του και της εξομολογείται τον προβληματισμό του για το τι αποτελεί και τι αντιπροσωπεύει αυτός σ’ όλη αυτή τη διαδικασία της ζωής.
Τον ακούει σιωπηλή με το βλέμμα της καρφωμένο στις φλόγες των ξύλων που καίγονται στο τζάκι.
Μικρές πύρινες γλώσσες, όμοιες μ’ αυτές που πυρπολούσαν πριν λίγο το σώμα της.
Τον ακούει να της λέει πως τα χρόνια δεν πέρασαν χωρίς κόστος από πάνω του, όπως άλλωστε στον καθένα. Και πως μετανιώνει γιατί δεν είπε ποτέ σε γυναίκα: θέλω να φτάσουμε στο γάμο. Δεν ήταν ο γάμος ούτε καν θολό τοπίο στα μάτια του, ούτε η ελάχιστη απ’ τις προοπτικές του.
Τον καλεί πλάι της.
Ζητά να τη χαϊδεύει, ενώ της μιλά.

Φίλησέ με...



  

Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

«Αν μπορούσα να μαντέψω από το πρωί πώς θα εξελισσόταν η μέρα μου... Αν μπορούσα να μαντέψω τι με περίμενε όταν ξεκινούσα για το θέατρο; Πού να πήγε η τόση μοναξιά που ένιωθα το απόγευμα;»
Της μιλά και τα μάτια του παραμένουν χαμηλά να περιδιαβαίνουν από πιάτο σε πιάτο. Ακόμα κι όταν νιώθει το χέρι του ανάμεσα στις παλάμες της, ακόμα κι όταν νιώθει το πόδι της να βρίσκει δρόμο ανάμεσα στα πόδια του, κρατά τα μάτια χαμηλά.
Της ομολογεί πως νιώθει αμήχανος απέναντί της.
Ίσως να φταίει η τόση ομορφιά της, λέει. Ίσως το ότι η θύμηση που ξύπνησε να παίζει με τα αισθήματά του.
Εκείνη ψάχνει τα μάτια του, ενώ οι παλάμες της εξακολουθούν να κλείνουν τρυφερά το χέρι του.
Ξέρει πως τον αναστατώνει.
Ξέρει πως τον πυρπολεί.
Το χέρι της σηκώνεται και με την αντίστροφη της παλάμης της χαϊδεύει το μάγουλό του. Μετά πλησιάζει τα χείλη της, αδιαφορώντας για τους θαμώνες των γύρω τραπεζιών.
«Φίλησέ με...»
Τη φιλά απαλά και τα χείλη του τρεμοπαίζουν.
«Έτρεμα, τότε, από το φόβο και τον τρόμο του κυνηγητού. Είχες κλείσει πίσω σου την πόρτα και είχες πει πως πια μπορούσα να νιώθω ασφαλής και ήρεμη. Σου είχα ζητήσει να μην ανάψεις φως. Μου έδωσες ένα ποτήρι νερό και μετά ένα κονιάκ. Άναψες τσιγάρο και μου το έδωσες. Σε ρώτησα αν είσαι κι εσύ ένας από τους βολεμένους του συστήματος και γέλασες. Μου απάντησες πως είσαι ένας απ’ αυτούς που θα με συμβούλευαν πως για την περίπτωσή μου ένα καυτό μπάνιο θα ήταν ό,τι έπρεπε. Όταν βγήκα από το μπάνιο, ήσουν στον καναπέ και παρακολουθούσες τις ειδήσεις στην τηλεόραση, τις ζημιές που είχαν κάνει οι αναρχοαυτόνομοι ή αλλιώς οι γνωστοί άγνωστοι, δηλαδή κάποιοι σαν κι εμένα. Έβαλες τα γέλια που με είδες τυλιγμένη στο μπουρνούζι σου. Πρότεινες να κατεβείς και να φέρεις φαγητό από το ‘‘Περφέκτ’’ της πλατείας Βικτωρίας. Αρνήθηκα. Φοβόμουν ακόμα μήπως και με καταδώσεις. Μετά σκέφτηκα: Αν ήταν να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί να με κρύψει; Αν με άφηνε, θα με έπιαναν λίγο πιο κάτω, αφού δε με κρατούσαν άλλο τα πόδια μου.
»Τηγάνισες αυγά. Μου μιλούσες για την αρχιτεκτονική, τη Γαλλία. Μου είπες να διαλέξω τον καναπέ ή το κρεβάτι για ύπνο. Διάλεξα τον καναπέ, αλλά ξύπνησα στο κρεβάτι σου. Δεν το είχα κάνει για να ξεπληρώσω τη φιλοξενία, αλλά γιατί ήθελα να ζήσω όμορφα το βράδυ μου. Τότε κάναμε έρωτα ακόμα και για πλάκα ή για να αποδείξουμε πόσο απελευθερωμένοι ήμασταν. Μου άρεσε ο έρωτάς σου. Σου είπα, τότε, πως ένιωσα για πρώτη φορά τόσο έντονη ηδονή. Σήμερα σε βεβαιώνω ότι έλεγα αλήθεια.
»Μου άρεσε που ήμουν μαζί σου. Όμως κάτι μ’ έδιωχνε. Σ’ ένιωθα αρκετά απόμακρο, ιδιαίτερα όταν έσκυβες πάνω στα χαρτιά σου. Νόμιζα τότε πως η παρουσία μου σ’ ενοχλούσε.
»Ίσως όμως και να μ’ ενοχλούσε κι εμένα το γεγονός ότι ενώ διαισθάνθηκα από τις πρώτες συζητήσεις πως ίσως ήσουν κιόλας αρκετά επιτυχημένος στη δουλειά σου, ζούσες σχεδόν σαν φοιτητής.
....................................................
»Μετά από εκείνες τις τρεις μέρες έκανα καιρό να πάω με άντρα. Όχι γιατί με είχαν πληγώσει, ή με είχαν απογοητεύσει, ή σημαδέψει, ή για κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Απλά αναθεωρούσα όλο και περισσότερα πράγματα. Στη συνέχεια έκανα αρκετές σχέσεις. Ένιωσα την ηδονή στο απόλυτο, αλλά και την απογοήτευση επίσης. Ιδιαίτερα από το γάμο μου και μετά...
Την ακούει που μιλά αργά, αλλά σταθερά, σαν ν’ αναφέρεται σε κάποιον τρίτο και όχι στην προσωπική της ζωή.
Την ακούει ν’ αφηγείται κομμάτια μιας ζωής που είναι η ζωή της, σαν ν’ αφηγείται τη ζωή μιας άλλης.
«Δεν επιβιώνεις εύκολα στο χώρο της διαφήμισης αν δεν μπορείς να πουλήσεις, όπως και όταν πρέπει, τις ιδέες σου», του λέει.
Κι εκείνη είχε αργήσει να το καταλάβει αυτό. Πίστευε πως αρκούσαν οι ιδέες και μόνο. Πως αρκούσε η καλή γνώση της αγοράς και η άριστη γνώση της ψυχολογίας του καταναλωτή.
Δεν επιβιώνουν εύκολα οι έρωτες αν χρησιμοποιούν μόνο το λεξιλόγιο του αισθάνομαι. Κι εκείνη είχε αργήσει να μάθει τα τόσα άλλα λεξιλόγια που ευρύτατα χρησιμοποιούνται στις σχέσεις ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα.

Λέω ν’ αρχίσουμε από κει που τελειώσαμε...




             Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

Έχουν πλησιάσει στο αυτοκίνητό του. Τη ρωτά αν θα πήγαινε κάπου. «Όχι, Ο γιος μου και τ΄ άλλα παιδιά του θιάσου θα πάνε για φαγητό και μετά ίσως σε κάποιο μπαράκι... Είχα σκοπό να περπατήσω για λίγο στην πόλη και στη συνέχεια να πήγαινα στο ξενοδοχείο. Το Μάριο θα τον δω αύριο μεσημέρι... Μένουν σε άλλο ξενοδοχείο, όλοι μαζί οι ηθοποιοί...», του απαντά.
Της προτείνει να φάνε κάπου μαζί.
Τον ρωτά αν έχει κάνει οικογένεια.
«Όχι... Είμαι όπως ήμουν. Απλά πιο κουρασμένος και αρκετά επιτυχημένος επαγγελματικά...»
«Τότε πάμε...»
Της ανοίγει την πόρτα του Saab. Έτσι όπως κάποτε της είχε ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ και την πόρτα του διαμερίσματός του μετά. Μόνο που τότε, η ωραία κυρία, ήταν μια τρομαγμένη διαδηλώτρια.
Που δε φορούσε μακριά μαύρη τουαλέτα.
Ούτε στους ώμους της είχε ριγμένη την απαλή λευκή γούνα.
Τότε φορούσε ένα κακοποιημένο μπλου-τζιν. Και αρβυλάκια. Κι έναν φτηνό μπουφάν, πλαστικό.
Κι έτρεμε. Από φόβο, όχι από κρύο.
Κάθεται στο κάθισμα του οδηγού και βάζει μπροστά τη μηχανή. «Θα πάμε κάπου απ’ όπου θα βλέπεις το αρχαίο θέατρο», θα της πει.
Εκείνη αμίλητη τον κοιτάζει.
«Όχι αμέσως... Ας κάνουμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο, πρώτα...», ζητά.
Προχωρούν αργά σ’ ένα δρομάκι πλάι στο ποτάμι. «Θυμόμουν πως ήσουν απ’ αυτήν την πόλη. Και χθες έψαξα το όνομα και το τηλέφωνό σου στον τηλεφωνικό κατάλογο, όση ώρα περίμενα το γιο μου στο εστιατόριο. Όταν ήρθε και με είδε να ψάχνω, με ρώτησε τι έψαχνα. Του είπα: ένα φίλο από τα παλιά. Πόσο φίλο; Πολύ, πάρα πολύ. Πόσο από παλιά; Από τότε που εσύ δεν μπορείς να θυμάσαι μια και ήσουν πολύ μικρός, του απάντησα... Γιατί ο Μάριος υπήρχε, ήταν γεννημένος δηλαδή, όταν έτυχε σ’ εκείνη τη διαδήλωση να με κρύψεις...»
Την ακούει αμίλητος. Τώρα θυμάται και το χρώμα της φωνής της. Θυμάται και άλλα, πολλά...
«Ο Μάριος δεν έχει πατέρα. Ο πατέρας του ποτέ δεν τον αναγνώρισε... Εγώ, με τη σειρά μου, μη θέλοντας να τον πληγώσω δεν του είπα ποτέ την αλήθεια. Του είπα απλά πως ένα καλοκαίρι, σε μια παραλία της Κορώνης είχα γνωρίσει ένα φοιτητή. Μια γνωριμία που κράτησε όσο οι φοιτητικές μου διακοπές. Και πως όταν κατάλαβα ότι ήμουν έγκυος εκείνος ήταν μακριά, στη Ρώμη όπου σπούδαζε. Πως δεν είχα κρατήσει τη διεύθυνσή του. Πως δεν μπόρεσα να τον βρω ποτέ. Πως αν εκείνος ήξερε για την εγκυμοσύνη μου, θα είχε γυρίσει πίσω και ο ίδιος θα είχε τώρα τον πατέρα του... Ο Μάριος πίστεψε την ιστορία αυτή, ο Μάριος συγχώρησε τη μητέρα του. Άλλωστε, μετά από εκείνη τη διαδήλωση, μεγάλωσε με αρκετή οικονομική ευχέρεια. Δεν του έλειψε κάτι άλλο...»
«Τι εννοείς;»
«Ότι η μάνα του έβαλε μυαλό... Ή έστω έκανε άλλες επιλογές...»
Έχουν φτάσει στο εστιατόριο. Βγαίνει πρώτος και της ανοίγει την πόρτα, για να προχωρήσει μπροστά πρώτη αυτή, μ’ εκείνον μισό βήμα πίσω.
Ένα από τα τραπέζια που βλέπουν στο αρχαίο θέατρο είναι άδειο. Κάθονται εκεί και ο Σταμάτης Πανόπουλος ζητά ένα κόκκινο κρασί πριν παραγγείλουν το φαγητό τους.
«Ο πατέρας του Μάριου ήταν καθηγητής μου στο πρώτο έτος. Δεν παραδέχτηκε ποτέ πως ήταν δικό του παιδί. Όμως βοηθούσε πάντα στο να περνάω τις χρονιές. Από αντίδραση μπήκα στους αναρχικούς. Όπου διαδήλωση μπροστά. Όπου σπασμένες βιτρίνες και πυρπολημένα αυτοκίνητα μπροστά. Μέχρι εκείνο το βράδυ... Ήμουν στο πτυχίο τότε... Φεύγοντας από σένα έμαθα απ’ τη συγκάτοικό μου πως η αστυνομία με είχε αναζητήσει στο σπίτι... Με είχαν καρφώσει οι ίδιοι οι σύντροφοι. Η συγκάτοικός μου τους είπε πως λείπω μια βδομάδα στο χωριό και ότι τους είχαν πληροφορήσει λάθος. Έφυγα για το χωριό. Ευτυχώς το χωριό μου δεν είχε αστυνομία και ο αστυνόμος όταν ήρθε στο χωριό να ρωτήσει έκανε πως πίστεψε τους δικούς μου, που του έδειξαν τον τρίχρονο Μάριο και του είπαν πως γι’ αυτόν βρίσκομαι κάθε τόσο στο χωριό. Οι δικοί μου με στήριζαν, ήξεραν την αλήθεια και παρόλο που ήταν αγράμματοι άνθρωποι έδειξαν την κατανόηση που έπρεπε...»
Θα δώσουν την παραγγελία τους στο σερβιτόρο, που πριν απομακρυνθεί θ’ ακούσει έκπληκτος το Σταμάτη Πανόπουλο: «Πριν φέρετε το φαγητό, θα σας παρακαλούσα να φέρετε μια ομελέτα. Σκέτη, μόνο αυγό, τίποτε άλλο...»
Τον κοιτάζει μ΄ ένα αδιόρατο χαμόγελο.
«Λέω ν’ αρχίσουμε από κει που τελειώσαμε. Το μεσημέρι της τρίτης μέρας, πριν φύγεις από το σπίτι, θυμάμαι πως φάγαμε ομελέτα...», της λέει.
Γελάει και το γέλιο της γεμίζει το χώρο. Κάποιοι από τους θαμώνες τους κοιτάζουν. «Τρώγαμε μόνο αυγά, ψωμί και τυρί... Και μια μακαρονάδα, που είχα φτιάξει... Θυμάσαι;», τον ρωτά ακουμπώντας την παλάμη της στο χέρι του.
«Θυμάμαι πολλά... Το δέρμα σου, τα χείλη σου... Ο τρόπος που με φιλούσες... Ο τρόπος που μου δινόσουν....», θα της απαντήσει, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Κάποιες φορές σε σκεφτόμουνα... Ιδιαίτερα όταν περνούσα από τη διασταύρωση της Πατησίων με τη Δεριγνί...»
«Εγώ όχι... Είχα θυμώσει που φεύγοντας δεν μου είχες πει ούτε το όνομά σου... Είχες πει μόνο: μια άλλη φορά. Σε είχα ρωτήσει αν θα υπάρξει ποτέ αυτή η άλλη φορά και είχες απαντήσει: σίγουρα ναι... Όσο έμενα σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπήρξε η άλλη φορά...»

Θα νυχτώσει ξανά χωρίς εσένα



 

Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Εικόνες ασύνδετες...
Η Ηλέκτρα μπρούμυτα στο κρεβάτι. Δεν έχει άλλα δάκρυα. Μόνο κάπου - κάπου ένας λυγμός και μια βαθιά ανάσα.
Γυρίζει ανάσκελα, αργά...
Βαθιά μέσα μου ένιωθα ξανά τον άγριο πόθο. Ανάμεσα στις γεύσεις του θανάτου και στα μεγάλα ερωτηματικά που η άλλη γυναίκα είχε θελήσει να πάρει μαζί της...
Η νύχτα θ’ αποτυπώσει έντονα κάθε της στιγμή. Κάθε της σκηνή θα έχει προορισμό τις μέρες του μέλλοντος.
Σαν πράξη τελευταία έπρεπε να έχει όλα τα στοιχεία του επίλογου...
Δεν είχε άλλα δάκρυα.
Στα μάτια της μόνο τα σημάδια της αγρύπνιας και η επιθυμία της γυναίκας.
Πια, όχι «σαν να ήταν» η τελευταία φορά... Αλλά, με την επίγνωση πως όντως ήταν...
Τα πάντα συνηγορούσαν στο να ’ταν η τελευταία.
Είχα αρνηθεί τα χρήματα. Είχα αρνηθεί να την ακολουθήσω. Δεν της ανήκα. Δεν μου ανήκε.
Αν κάτι, κάποτε, ανήκε και σ’ εμένα, πια δεν υπήρχε. Το μόνο που θα μπορούσε να υπάρξει πια, ήταν το ξημέρωμα μιας άλλης μέρας. Άλλωστε ο ήλιος είχε κιόλας φανεί στις κορυφογραμμές των βουνών...
Σιωπηλά ο ένας σπασμός ακολουθεί τον άλλο. Θυμάμαι τα δόντια της να δαγκώνουν με πείσμα τα χείλη της, πασχίζοντας απεγνωσμένα να σταματήσουν και τον ελάχιστο ήχο της ψυχής της στην κοιλότητα του στόματος.
Το πρωινό φως, διαλύοντας το σκοτάδι του δωματίου, αποκαλύπτει τα λουσμένα στον ιδρώτα σώματα, σημαδεμένα από την πάλη του έρωτα....
Θυμάμαι τα χέρια της να κουρελιάζουν το σεντόνι. Τα πόδια της ν’ αρνούνται πεισματικά να ξεσφιχτούν για να μ’ απελευθερώσουν... 
Της θύμισα τον ερχομό του «Ούνιμονγκ». Σίγουρα θα σκαρφάλωνε τις τελευταίες ανηφορικές στροφές.
Τη θυμάμαι να σηκώνεται και να στέκεται ακίνητη μπροστά στο παράθυρο. Μετά να επιστρέφει στο κρεβάτι, να διπλώνει στα δυο, στα τέσσερα, στα οκτώ το σχισμένο σεντόνι. Να έχει την έκφραση του ανθρώπου που θέλει να μιλήσει, αλλά πνίγεται.
Η βαλίτσα κλειστή, πλάι στην πόρτα. Θα την ανοίξει και θα βάλει μέσα το διπλωμένο σεντόνι.
Και κάποιες τρίχες απ’ τα δικά μου μαλλιά, που βρίσκει ανάμεσα στα δάχτυλά της...
Μίλησε μόνο όταν ακούστηκε το αγκομαχητό του «Ούνιμονγκ»:
-Παίρνω ό,τι δικαιούμαι. Τα χρήματα θα τα δώσω σ’ ένα `Ίδρυμα για ορφανά παιδιά, ως δωρεά της Ισμήνης και δική σου, αφού εσύ είσαι ο δικαιούχος. Είναι πολλά κι ίσως σε κάποια πτέρυγα δώσουν και τα ονόματά σας. Δεν έχεις δυνατότητα να μ’ εμποδίσεις. Θα σε θυμάμαι... Και κάτι ακόμα: Είχα κι εγώ κάποτε, το σπέρμα σου μέσα μου... Σπέρμα.. `Έμβρυο... Ζωή... Κι όταν το απομάκρυνα, τέτοιο μήνα πριν δυο χρόνια, για να μην υπάρχουν δυο παιδιά χωρίς πατέρα, είπα και τότε πως θα σε θυμάμαι...
Εικόνα μόνη και τελευταία: Το «Ούνιμονγκ» να κατηφορίζει αργά, να χάνεται για λίγο στις ρεματιές, να ξαναβγαίνει στα ξέφωτα, να γίνεται σκουρόχρωμη κουκίδα...
Με την Ηλέκτρα να φεύγει. `Ίσως ν’ άναβε ένα πίσω απ’ άλλο τα τσιγάρα, πνίγοντας σε βαθιές ρουφηξιές καπνού τους λυγμούς της...
Μ’ εμένα να μένω καρφωμένος στην τελευταία στροφή, ακουμπισμένος στον τοίχο του Προφήτη Ηλία... Να μη μετανιώνω για τα «όχι» που εν τέλει μπόρεσα ν’ αρθρώσω, επιλέγοντας τη μοναξιά του βουνού. Να μην ντρέπομαι και για τα δάκρυα που αυλάκωναν τα μάγουλα... δάκρυα που είχαν λόγους για να γίνουν ποτάμι, να παρασύρουν μέχρι τη θάλασσα λιθάρια και κορμούς που έτυχε να συναντήσουν ρέοντας... 
`Όπως δεν ντρέπομαι και σήμερα, για τα δάκρυα που αυλακώνουν τα μάγουλα όταν μιλώ με την απουσία σου...
Όταν βαδίζω τους δρόμους που βάδιζες, γυρεύοντας την εικόνα σου, αλλά αποφεύγοντας τους ανθρώπους που σε γνώριζαν, μην τύχει και μου μιλήσουν για σένα και μοιραστώ μαζί τους τη θύμησή σου.
Θα νυχτώσει ξανά χωρίς εσένα και χωρίς εσένα θα ξημερώσει και πάλι, μ’ εμένα να προχωρώ στην ανασυγκρότηση, αμφισβητώντας ξανά, πρώτα τον ίδιο μου τον εαυτό και μετά όλους τους άλλους.
Ξέρω πως υπάρχεις κάπου αλλού και δεν μπορώ να σ’ αγγίξω και δεν μπορείς ν’ ακούσεις τη φωνή μου που σε ζητάει...
Ξέρω πως ίσως υπάρχει αλλού, και για μένα, ένα άλλο χαμόγελο και πως αύριο θα ’ναι μια νέα μέρα, που βέβαια θα εμπεριέχει όλες τις προηγούμενες, αλλά και την προσμονή αυτών που ακολουθούν.
Έφυγες πριν καλά - καλά διεκδικήσεις απ’ τους άλλους το δικαίωμα να υπάρχεις, ό,τι δηλαδή με λόγια κι έργα σου χάρισα απ’ την πρώτη στιγμή που αργά - αργά βυθιζόμουν μέσα σου, μιλώντας σου για την ομορφιά των κυπαρισσογραμμών και την αφηγηματική της αφής. Στη σιγουριά κατέφυγες, αρνούμενη τη ρευστότητα μιας ζωής που λατρεύει τον ανένταχτο πόνο.
Έφυγες πριν μάθεις τους λόγους για τους οποίους υπήρξες η συνισταμένη άλλων βημάτων που είχαν διασταυρωθεί με τα δικά μου. Έφυγες πριν ακόμα σου μιλήσω για σένα, για το πώς θα σε θυμάμαι, για το πώς θα συνομιλώ με τις εικόνες σου, με τα δικά σου πράγματα...
Και δε θα μάθεις ποτέ το λόγο που θολώνουν τα μάτια μου όταν κάθε φορά κουρεύομαι -και κουρεύομαι συχνά πια, χωρίς να μου το ζητάς.

Εγώ ρε, κι άλλοι διακόσιοι συμμαθητές μου κάναμε την Επανάσταση...




Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Γλυκιά βραδιά Ιουνίου με συντροφιά το Σεφέρη και το πακέτο των τσιγάρων. Νυχτερινός αξιωματικός υπηρεσίας εγώ και νυχτερινή συντροφιά μου το «Ημερολόγιο Καταστρώματος» και η προσδοκία ενός χτυπήματος του τηλεφώνου...
Μέρες και νύχτες που περίμενα ένα τηλεφώνημα της Ηλέκτρας, μέρες και νύχτες σιωπής και ανησυχίας. Εκείνη τη βραδιά, περασμένα μεσάνυχτα, κουδουνίζει το τηλέφωνο και με κρυφή λαχτάρα το σηκώνω. Μια αντρική φωνή, φανερά αγανακτισμένη διαμαρτύρεται για διατάραξη της «κοινής ησυχίας», από τραγούδια μιας ταβέρνας. Παίρνω το πηλίκιο και ανηφορίζω με τα πόδια προς την ταβέρνα που ήταν δεν ήταν πεντακόσια μέτρα από το Τμήμα. Πλησιάζοντας ακούω τραγούδια, μεθυσμένες φωνές και σπασίματα. Είναι μια παρέα από εφτά - οχτώ νεαρούς αξιωματικούς του Τάγματος. Τους δυο, τους γνωρίζω καλά. Στο πάτωμα βουνό τα σπασμένα ποτήρια και πιάτα. Ο ταβερνιάρης λουφαγμένος πίσω από τον πάγκο του παρακολουθεί τα διαδραματιζόμενα χωρίς να βγάζει άχνα.
Πίνουν, τραγουδούν, χορεύουν και σπάνε. «Λεβέντη Παπαδόπουλε...» και δώστου τα σπασίματα. Σπάνε ό,τι υπάρχει πάνω στο τραπέζι, ακόμα και σταχτοδοχεία. Προχωράω πατώντας στα σπασμένα και πηγαίνω στο πίσω μέρος του μαγαζιού, στην κουζίνα. Ο ταβερνιάρης φοβισμένος μου λέει πως δεν μπορεί να τους ησυχάσει, πως όλοι τους είναι ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί και τους τρέμει.
Απλώνω το χέρι στο μαγνητόφωνο και το κλείνω. Τα γέλια και οι φωνές σταματούν. Με κοιτάζουν έκπληκτοι. `Ένας σηκώνεται κι έρχεται προς το μέρος μου.
-Γιατί το έκλεισες ρε κωλόπαιδο;
-Γιατί υπάρχει διαμαρτυρία για διατάραξη κοινής ησυχίας και γιατί το σπάσιμο αποτελεί παράβαση...
-Ποιο κομμούνι διαμαρτυρήθηκε, ρε;
-Πολίτες που το πρωί θα ξυπνήσουν για να πάνε στη δουλειά τους...
`Έχει απλώσει το χέρι του και με πιάνει από το γιακά. Με ταρακουνάει. Σηκώνεται κι άλλος. Είναι ο Σπύρος, υπολοχαγός, αρκετά γνωστός μου, πατριώτης και φίλος του Τζάλα, ήσυχο παιδί. Μπαίνει ανάμεσά μας συμβιβαστικός και λέει του άλλου:
-Εντάξει... είναι περασμένη η ώρα. Να πληρώσουμε και να φύγουμε...
Ο άλλος έχει αγριέψει περισσότερο. Τον απωθεί και με ξαναπιάνει από το λαιμό. Είναι οκτώ και είμαι μόνος. Νιώθω τον εξευτελισμό, αλλά φοβάμαι ν’ αντιδράσω. Βρίσκομαι κολλημένος στον τοίχο. Ο άλλος αφρίζει.
-Εγώ ρε, κι άλλοι διακόσιοι συμμαθητές μου, ρε, κάναμε την Επανάσταση, ρε... Θα σε στείλω στον `Έβρο... Φέρε το Διοικητή σου, ρε...
Ένα φως ανάβει στο μυαλό μου.
-Ο διοικητής είναι στο Τμήμα, στο γραφείο του. Πάμε αν θέλετε εκεί... Να μην μας ακούει ο κόσμος...
Το κόλπο έπιασε. Μ’ έσπρωξε μπροστά. «Πάμε...», λέει και με γραπώνει από το μπράτσο και σχεδόν με τραβολογάει στον κατήφορο. Αντιλαμβάνομαι πως οι άλλοι καθυστερούν, γιατί ξεκαθαρίζουν το λογαριασμό και ταχύνω το βήμα μου. Φτάνουμε στο Τμήμα και μπαίνοντας μέσα ρίχνω μια ματιά στο δρόμο. Οι άλλοι ακόμα δεν έχουν βγει στη γωνία του δρόμου. Είμαστε οι δυο μας τώρα. Ο σκοπός του Τμήματος δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει. Χαμηλώνω αστραπιαία, κάνω μισή στροφή, του πιάνω το χέρι από τον καρπό, λαβή, και τον διπλώνω. Το ένα χέρι εφαρμόζει τη λαβή, το άλλο σφίγγεται στο σβέρκο του και τον πάω καροτσάκι στο κρατητήριο. Τον πετάω μέσα και κλειδώνω. Ενημερώνω τηλεφωνικά το διοικητή. ΄Έχω κλείσει την πόρτα του γραφείου και οι άλλοι που φτάνουν δεν ξέρουν τι γίνεται μέσα. Νομίζουν πως μέσα στο γραφείο είναι ο συνάδελφός τους, ο διοικητής κι εγώ.
Ο διοικητής, από το τηλέφωνο, μου βάζει τις φωνές.
-Θα μας βάλεις σε περιπέτεια...
Βρίζει, αφρίζει, αλλά εγώ όση ώρα με βρίζει συμπληρώνω την «`Έκθεση Συλλήψεως». `Έχω ανακτήσει την ηρεμία μου. Συμπληρώνω το έντυπο και βγαίνω στο διάδρομο. Με κοιτάζουν περίεργα. Ο Σπύρος, ο φίλος του Τζάλα, λέει να δώσουμε τέλος στο συμβάν. Κάποιοι αρχίζουν ν’ απειλούν φωνάζοντας. Είναι πια σίγουρο πως με περιμένει ο Έβρος...
`Όσοι κοιμούνται στους θαλάμους ξυπνούν από τις φωνές και βγαίνουν στο διάδρομο. Οι χωροφύλακες αγριεύουν. Ο Μπάμπης, ο γραμματέας, είναι πιο ψύχραιμος. «Είσαι τρελός, θα ξημερώσεις στα σύνορα...», μου λέει.
Ναι, είμαι τρελός... «Στ’ αρχίδια μου... Και ο `Έβρος Ελλάδα είναι...», του απαντάω φωναχτά και όλοι το ακούν.
Καταφτάνει αγριεμένος και ο σκατοκοιλιάς. Βλέπει τους αξιωματικούς και γλυκαίνει. `Όλο χαρούλες μαζί τους...
Εμένα με κοιτάζει άγρια και είναι έτοιμος να με κατασπαράξει. Του δείχνω την έκθεση συλλήψεως, τη διπλώνω, τη βάζω στην τσέπη. «Παίρνω ταξί και φεύγω για Κοζάνη, για τον εισαγγελέα», του λέω.
Ανοίγει το στόμα μια πιθαμή. Με κοιτάζει ηλίθια. Ζητάει από τους αξιωματικούς να βγουν από το γραφείο του. Αλλάζει ύφος. Αρχίζει τα καλοπιάσματα. Βγάζει και από το κρατητήριο τον υπολοχαγό, που έχει μεταμορφωθεί πια σε αρνάκι. Το στόμα του στάζει μέλι και μου μιλάει σαν να με γνώριζε από παλιά.
-`Έγινε παρεξήγηση. `Ήμουν πιωμένος... `Ίδιο αίμα είμαστε...
Δεκτά όλα, εκτός από το «ίδιο αίμα». «Σύμφωνοι, ας δώσουμε τα χέρια...», προτείνει. Δεν απλώνω το χέρι μου. Δε νιώθω πως θα μπορούσα να τον δεχτώ ως φίλο. `Έχει σχεδόν ξημερώσει και τους αφήνω μαζί με το διοικητή να πίνουν καφέ. Πάω στο θάλαμο και με τα ρούχα ξαπλώνω στο κρεβάτι. Ψηλά στο ταβάνι το πρόσωπο της Ηλέκτρας. Ανοίγω τα μάτια πασχίζοντας να τα μετατρέψω σε στόμα, να μπορούν έτσι να το ρουφήξουν, να το χορτάσουν...
   Παίρνω στα χέρια μου ξανά το Σεφέρη. Πρέπει να διπλώσω ξανά στα δυο την πίκρα μου για να μπορέσω να ταξιδέψω στις θύμισες. Διαβάζω σχεδόν φωναχτά, δίχως να το καταλαβαίνω:
    Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά.
    `Άλλοτε μας ήταν εύκολο ν’ αντλήσουμε είδωλα και στολίδια
    για να χαρούν οι φίλοι που μας έμεναν ακόμα πιστοί...
Απ’ την ανοιχτή πόρτα βλέπω τον Τσανούκα, που πριν λίγο έχει αναλάβει σκοπός να μου κάνει νόημα να βγω έξω. Τον πλησιάζω νυχοπατώντας κι αυτός με τραβάει από το χέρι στο δρόμο. Με νοήματα μου δείχνει το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου του διοικητή. Πλησιάζω αθόρυβα από κάτω και στήνω αφτί.
Ο διοικητής και ο υπολοχαγός μιλούν έντονα και ακούγονται καθαρά. Μιλούν για μένα...
Ψάχνουν τρόπους να μου δώσουν «ένα γερό μάθημα». Σκέφτονται, όμως, το σούσουρο. Τα όσα έγιναν στην ταβέρνα είναι σίγουρο πως εκτός από τον ταβερνιάρη θα πρέπει να τα έχουν αντιληφθεί και κάποιοι από τους περίοικους που είχαν ξεσηκωθεί από τις φωνές. Αλλά εκτός απ’ αυτούς, τα γνωρίζουν πια και όλοι οι χωροφύλακες.
Πρέπει να μου «τη φέρουν στα μουλωχτά». `Η να με πιάσουν με γυναίκα και να με περάσουν Συμβούλιο, πράγμα δύσκολο γιατί θα πρέπει να έχουν έστω κάποια καταγγελία της οικογένειάς της, ή να βρουν στα πράγματά μου βιβλία «αντεθνικού» περιεχομένου και να με ξηλώσουν, ή να μου τη στήσουν κάποιο βράδυ, να μου ρίξουν ένα «γερό σκατόξυλο», που όμως θα φανεί ότι μου το έριξαν ντόπιοι κι έτσι θα δημιουργηθεί ο θόρυβος που θα δικαιολογεί μια πρόταση μετάθεσης.
Το τελευταίο ενθουσιάζει τον υπολοχαγό. Το τσουβάλιασμα στο κρατητήριο μόνο με ξύλο ξεπληρώνεται. Και σαν διαδικασία είναι πιο γρήγορο.
Με ζώνουν τα φίδια. Πρέπει να φυλάγομαι. Να μην κυκλοφορώ μόνος. Πώς όμως να γίνει αυτό, αφού τα βράδια όταν είμαι επόπτης σκοπών τριγυρίζω μόνος μου; Το παίρνω απόφαση. Θα πρέπει να φυλάγομαι...
Δυο βράδια μετά έρχεται η σειρά μου για επόπτης σκοπών. Ο φόβος επανέρχεται μέσα μου. Περνάω στη ζώνη το περίστροφο και βγαίνω. Περπατάω και πλάι μου νιώθω να περπατάει η αγωνία. Προσπαθώ να σκεφτώ ψύχραιμα. Ούτως, ή άλλως είμαι καλά εκπαιδευμένος στην αυτοάμυνα.. `Ο,τι κι αν συμβεί πάντως, θα πρέπει να το αντιμετωπίσω ψύχραιμα, έστω κι αν χρειαστεί να τα παίξω όλα για όλα.
Η ώρα πλησιάζει τρεις. Βαδίζω στη μέση του δρόμου. Είμαι στα τελευταία σπίτια της κωμόπολης. Πίσω μου ακούγονται βιαστικά βήματα. Γονατίζω για να δέσω, δήθεν, το κορδόνι μου και κάνω μισή στροφή, έτσι που να δω, λοξά, το δρόμο πίσω μου. Είναι τρεις. Ο ένας, την ώρα που στρίβω, πετάγεται στο πλάι και κρύβεται πίσω από ένα σταματημένο φορτηγό. Αυτό σημαίνει πως δε θέλει να τον δω, το πιθανότερο για να μην τον αναγνωρίσω. Οι άλλοι δυο άγνωστοι εντελώς, εικοσάρηδες, ντερέκια, κοντοκουρεμένοι, στα σίγουρα φαντάροι, με πλησιάζουν βιαστικά. Εγώ εξακολουθώ να κάνω πως δένω τα κορδόνια. Μας χωρίζουν κάπου πέντε μέτρα. Πλησιάζουν.
Μ’ ένα τίναγμα ορμάω, πρώτος, μπροστά, με το κεφάλι χαμηλωμένο και χτυπάω κεφαλιά τον έναν στο στομάχι. Μουγκρίζει και ξαπλώνεται στο δρόμο φαρδύς πλατύς. Ο άλλος, παρότι ξαφνιασμένος από την επίθεση, κάνει μισή στροφή και σηκώνει το πόδι για κλωτσιά. Την έχει άσχημα, όμως.
Σ’ αυτόν η λαβή εφαρμόζεται πιο εύκολα. Του πιάνω το υψωμένο πόδι και πριν καταλάβει τι συμβαίνει βρίσκεται ξαπλωμένος σαν ασκί στην άσφαλτο. Τον χτυπάω με μίσος στα νεφρά και ουρλιάζει. Ο πρώτος προσπαθεί να σηκωθεί, αλλά μ’ ένα χτύπημα καράτε στο σβέρκο ξαναπροσγειώνεται στο δρόμο μουγκρίζοντας.
Τους αφήνω και πάω προς το φορτηγό. Είμαι σίγουρος πως ο κρυμμένος πίσω του έχει δει τη σκηνή και κάτι άσχημο μαγειρεύει. Φοβάμαι μήπως έχει κάποιο μαχαίρι και το χρησιμοποιήσει.
Η έκπληξή μου είναι μεγάλη, καθώς βλέπω τον υπολοχαγό κολλημένο με την πλάτη στην πίσω πόρτα του φορτηγού και μπροστά του να στέκεται ο Μάγγας με μια βαριά αλυσίδα στο χέρι.
Ο Μάγγας -όνομα και πράγμα- χρόνια χασισοπότης ήταν απ’ αυτούς που μπαινόβγαιναν στις φυλακές, χωρίς να μπορούν ν’ απαρνηθούν τη μεγάλη τους αγάπη, το άγιο χασισάκι, που είπε ο Πετρόπουλος. Τον γνώρισα όταν κάποια στιγμή τον είχε πιάσει ο διοικητής με δυο-τρία τσιγαριλίκια πάνω του. Τον είχε ρίξει, ένα πρωί Παρασκευής, στο κρατητήριο και τον είχε ξεχάσει, με τη δικαιολογία πως θ’ αποφάσιζε τη Δευτέρα τι θα έκανε. Μας είχε πει να τον αφήσουμε νηστικό. Ο Μάγγας πιο περήφανος απ’ τον καθένα μας, είχε γείρει σε μια γωνιά και δεν άνοιγε το στόμα του παρά μόνο για να ζητήσει να πάει για κατούρημα. Το βράδυ εκείνης της μέρας, της Παρασκευής, περνώντας απ’ την ταβέρνα του Μήτσου, πιάσαμε με τον Μήτσο την κουβέντα του. Μου είπε την ιστορία του, μια και τον γνώριζε από μικρό παιδί. Φεύγοντας, τύλιξε σ’ ένα λαδόχαρτο ένα κομμάτι ψητό αρνί και ψωμί. «Όταν κοιμηθούν οι άλλοι, δώστα στο φίλο...», μου είπε.
Τα πήρα και του τα έδωσα αμέσως μόλις έφτασα στο Τμήμα, αφήνοντας μαζί και το πακέτο με τα τσιγάρα μου. Τις μέρες που ακολούθησαν, του πήγαινα φαγητό και τσιγάρα. Κρυφά, σ’ ένα επισκεπτήριο, έδωσα και στη γυναίκα του κάποια χρήματα για να πορέψουν. 
Ο διοικητής άφησε το Μάγγα ελεύθερο Τρίτη πρωί, με την προϋπόθεση να «συνεργάζεται» μαζί του. Εκείνος βέβαια δεν συνεργάστηκε κι ένα μήνα μετά τον ξανάπιασε για την ίδια αιτία και τον έστειλε στον εισαγγελέα κι από κει πήρε το δρόμο για τη φυλακή.  
Δεν ήξερα ότι ο Μάγγας είχε βγει μ’ εγγύηση. Ούτε ήξερα πώς είχε βρεθεί εκεί, αφού το σπιτοκάλυβό του ήταν στην άλλη άκρη της κωμόπολης. Το μόνο που ήξερα εκείνη τη στιγμή ήταν ότι εκπλήρωνε μια υποχρέωση και πως ήξερε το νόημα της ευγνωμοσύνης. «Ρίξ’ του», τον άκουσα να βρυχάται.
Η πρώτη γροθιά  σημαδεύει το σαγόνι, η δεύτερη το στομάχι, η τρίτη το μάτι και η τέταρτη τη μύτη. Ο υπολοχαγός πέφτει στο δρόμο διπλωμένος στα δυο. `Έχω φρενιάσει και χάνω κάθε έλεγχο. Τον κλωτσάω και τον ποδοπατάω. `Έχει σχεδόν παραμορφωθεί το πρόσωπό του. Αντιλαμβάνομαι πως έχω μετατραπεί σε κτήνος και σταματάω.
Όμως την ίδια στιγμή νιώθω ένα νέο κύμα μίσους να φουντώνει ξανά μέσα μου. Στα μάτια μου είναι η εικόνα της ταβέρνας που μ’ έχει πιασμένο από το γιακά και με ταρακουνάει. Τον αρπάζω από τα μαλλιά και τον σέρνω κοντά στους άλλους. Εκείνοι με κοιτάζουν με τρόμο και δεν αντιδρούν. Χωρίς συγκρατημό συνεχίζω να τον χτυπάω. Οι δικοί του - φαντάροι απ’ τη μονάδα του - κάτι λένε, κάτι θέλουν να πουν...
Χάνω τελείως τον έλεγχο και βρίσκομαι με το χέρι στο περίστροφο. Ο Μάγγας μπαίνει μπροστά μου κι εκείνοι, κραυγάζοντας «όχι», το βάζουν στα πόδια. Νιώθω το χέρι του Μάγγα στον ώμο μου. «Χέσ’ τους...», μου λέει και απλώνει ένα τσιγάρο. Αντιλαμβάνομαι πως έχω σπάσει κάθε όριο. Ότι είμαι ένα κτήνος. `Έχω γίνει κτήνος.
Φεύγουμε μαζί. Εκείνος έχει τυλίξει την αλυσίδα στον αριστερό καρπό και βαδίζει με σκυμμένο το κεφάλι. Του λέω «ευχαριστώ» κι εκείνος απλώνει το χέρι και μου δίνει κάτι χρήματα. «Αυτά που έδωσες στη γυναίκα μου...».
Κοιταζόμαστε στα μάτια. Δεν τα θέλω, δεν τα είχα δώσει προσμένοντας να μου τα επιστρέψει και τον πείθω να τα κρατήσει.
Φεύγω. Δεν έχω καμιά τύψη, δε νιώθω καμιά ενοχή, ούτε φοβάμαι κάποιες πιθανές επιπτώσεις. Φτάνω στο Τμήμα, πλένομαι και ξαπλώνω. Είμαι ήρεμος, χωρίς κανένα φόβο... Και το κυριότερο: έχω πεισθεί ότι καλά έπραξα.
Το πρωί συμμαζεύω τα πράγματά μου. Τακτοποιώ το μπαούλο, τα βιβλία, τους δίσκους... Αν με καταγγείλει πρέπει να είμαι έτοιμος για όλα. Από κρατητήριο, μέχρι μετάθεση...

Δεν ήθελα να σ’ αγαπήσω...




Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Η Ηλέκτρα είχε διαλέξει  να φύγει ξημερώνοντας τα γενέθλιά μου. Κατόρθωσα να μην έχω υπηρεσία και όλη τη νύχτα ήμασταν μαζί, στο γυμνό δωμάτιο, με μόνη διακόσμηση τα σφραγισμένα χαρτόκουτα. Οι λέξεις έβγαιναν δύσκολα απ’ τα χείλη και στριφογύριζαν στον άδειο χώρο λες και ήταν κολασμένες. Αποφεύγαμε ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, ξέροντας πως σ’ αυτόν το ζωντανό χωρισμό δεν υπήρχε προϋπόθεση επανασυνάντησης.
Στεκόμουν όρθιος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα το δρόμο του φεγγαριού, αναζητώντας στο θόλο του ουρανού έστω ένα μονοπάτι ελπίδας. Την ένιωσα πίσω μου, διπλωμένη στα δυο, με τους λυγμούς να φτερουγίζουν στο στήθος της.
-Δεν ήθελα... δεν έπρεπε... Δεν ήθελα να σ’ αγαπήσω...
Η φωνή της ίσα που ακουγόταν.
`Ήθελα ν’ απλώσω το χέρι μου, να της χαϊδέψω τα μαλλιά, αλλά τα χέρια δεν είχαν ίχνος δύναμης. Συνέχιζε να μονολογεί μέσα στα αναφιλητά της:
«Δεν ήθελα να δεθώ μαζί σου. Δεν ήθελα να ζήσω ένα τέλος. Μέχρι τώρα τη λέξη ‘‘τέλος’’, όσες φορές κι αν χρειάστηκε, την έγραψα εγώ, με πείσμα, πίκρα, αηδία... Κι ένιωθα καλύτερα έτσι. Μια μόνο φορά την έγραψε ο θάνατος, μα την έγραψε τόσο αστραπιαία, που στάθηκε αδύνατο να το συνειδητοποιήσω.
»Δεν είχα φανταστεί πως θα ερχόταν η στιγμή αυτή, πως δυο άνθρωποι που μόνο την αγάπη έζησαν, θα έφταναν σ’ ένα τέλος αχαρακτήριστο. `Έτοιμοι και οι δυο να το γράψουμε χωρίς να βουτήξουμε την πέννα μας στην πίκρα, στο πείσμα, στην αηδία, στο κακό, παρά μόνο στον έρωτα, σ’ έναν αξεχρέωτο έρωτα, βαθύ και ανερμήνευτο. Αλλιώς κινήσαμε... Να πού φτάσαμε όμως.
»Πρέπει να σχίσω σάρκες και ψυχή για να φύγω...»
Ήξερα πως είχε δίκιο.  Ήξερα πως έλεγε την αλήθεια. Και το πιο σημαντικό: Ήξερα πως σε λίγες ώρες  δε θα υπήρχε ένα χέρι που, αν του το ζητούσα, θα έπιανε το δικό μου και θα μου έλεγε «κουράγιο». Και φοβόμουν αυτήν την απουσία. Φοβόμουν μια μοναξιά που την έβλεπα να έρχεται και να με κυριεύει.
Ψέλλισα κάτι... σαν «να μη χαθούμε...» και ξαφνικά μέσα στους λυγμούς της έβαλε τα γέλια.
-Μαλακίες λες τώρα. Μαλακίες... Πώς να μη χαθούμε; Εγώ στην Κύπρο από αύριο... Μεθαύριο ποιος ξέρει πού. Εγώ στα τριάντα μου κι εσύ στα είκοσι ένα - χρόνια πολλά σου κιόλας - εγώ γεμάτη πληγές και με τη ζωή μου εγκλωβισμένη αλλού, εσύ με το γάλα της μάνας σου ακόμα, απεριόριστα ελεύθερος για κάθε σου βήμα. Πώς να μη χαθούμε; Άντε και συνεχίζουμε, ή έστω ξαναβρισκόμαστε μετά από χρόνια. Να κάνουμε τι; Ποια προοπτική θα μπορεί να υπάρχει για μας;
Έκλαιγε, γελούσε, ούρλιαζε. Ξαφνικά έγινε τρυφερή, τόσο τρυφερή που με μάγεψε. Το στόμα της έγινε ατέλειωτο χάδι σ’ όλο μου το κορμί. Το δικό της κορμί το τίναζαν απανωτοί  σπασμοί. Σε κάποια στιγμή έμεινε μετέωρη. 
Δε μπορούσε να κρύψει την πίκρα της, όσες κι αν έκανε προσπάθειες.
Δε μπορούσα να κρύψω την απόγνωση, όσο κι αν πάσχιζα ν’ ανασύρω από το λεξιλόγιο λέξεις αισιοδοξίας. Το ξέραμε και οι δυο, πια, το χρώμα του τέλους.
Λίγο πριν φέξει, τα κοκόρια του χωριού θέλησαν να το κάνουν πιο «ορατό», σχίζοντας τη σιωπή της νύχτας ...
Και συχνά, από τότε, όταν τυχαίνει και ακούω, ξημερώματα, λαλήματα κοκόρων, σφίγγω τα χείλη και θυμάμαι...
Θυμάμαι την Ηλέκτρα...
`Ήταν καθισμένη στο πάτωμα  με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Το φεγγάρι, ξασπρισμένο αλλά ολόφωτο, είχε γείρει στην άκρη του ορίζοντα και πια το φως του περνούσε απ’ το ανοιχτό παράθυρο ως δέσμη, φωτίζοντας απ’ τ’ αριστερά το κορμί της, το οποίο στη συνέχεια διαγραφόταν στον απέναντι τοίχο ως σκιά μεγενθυμένη.
Πίστευα πως είχε αποκοιμηθεί, έγκοπη από το κλάμα και τους οργασμούς της, όταν ακούστηκε το πρώτο λάλημα.
«Τα κοκόρια... τ’ ακούς; Ξημερώνει. Σ’ αυτό εδώ το χώρο θα μείνει πια το φάντασμά μας. Αυτό θα ξυπνάει κάθε που θα ξημερώνει, με το λάλημα των πετεινών, μια και στη δική μας περίπτωση δεν υπάρχει το πρόσωπο του `Αμλετ για ν’ αναζητάει εκδίκηση... Ξημερώνει και φεύγω... Φεύγω μ’ ακούς; Κι όμως τώρα είναι που σ’ αγαπώ... Τώρα είναι που θέλω να μείνω για πάντα... Και σε σκοτώνω... το ξέρω κι όμως το επιχειρώ, αν και ποτέ δε θα ’θελα κάτι τέτοιο για σένα. Και κρατώ από σένα τα πάντα, ξέροντας πως όπου και να ψάχνω δε θα βρίσκω το πρόσωπό σου... Και είναι παράλογο αυτό και το ξέρω και το επιχειρώ και σε σκοτώνω. Και σε λατρεύω και λέω πως έχω κάθε δυνατότητα αντί να φύγω εγώ, να σε πάρω από εδώ και να ζήσουμε για πάντα μαζί.
»Μα είναι αυτή η καταραμένη διαφορά των εννιά χρόνων που με τρομάζει. Γιατί δεν αντέχω άλλη κοινωνική κατακραυγή. Γιατί δε θα μπορέσω ποτέ ν’ αντικρίσω τη μάνα σου και να της πω, πως λατρεύω το γιο που γέννησε και που γι αυτόν τα όνειρά μας -τα δικά της και τα δικά μου-  δεν συμπίπτουν. Και που δεν ξέρω με ποιον τρόπο θ’ αντιμετωπίσω τη λατρεία μιας άλλης γυναίκας, που τυχαίνει να τη λατρεύω κι εγώ και που αυτά δεν συνηθίζονται στον κόσμο μας, που είναι χτισμένος με μπετόν αρμέ, οριοθετημένος καλά με μαντρότοιχους, αλλά και συρματοπλέγματα, έτσι που δύσκολα κανείς μπορεί να διαφύγει... Αλλά, τι να το κάνω αν διαφύγω και ζω στη συνέχεια ως δραπέτης; Και τώρα κλαίω, μ’ ακούς, γιατί δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την αυτοκτονία... Δεν μπορώ να δεχτώ τον πόνο όταν ξέρω πως στη θέση του θα μπορούσα να είχα τη χαρά...
»Και σ’ αγαπώ, μ’ ακούς, και σε θέλω... Τώρα σε θέλω και αύριο θα σε θέλω και θα σε θέλω για πάντα, γιατί εσύ δεν είχες ούτε μια τόσο δα πληγή για μένα, γιατί ήσουν μόνο χάδι και γιατί ήσουν έρωτας... Και τώρα θέλω να με πάρεις, να μπεις μέσα μου και να σε κρατήσω ακίνητο εκεί μια ολόκληρη ζωή ή να σε πιω χωρίς ξανά να υπάρξεις ως πηγή ζωής για άλλη γυναίκα. Σε θέλω μέσα μου για πάντα μ’ ακούς; Να μη σε βλέπει ο ήλιος και να μην ακούς φωνές ανθρώπων, παρά μονάχα να είσαι εδώ και να με διαπερνάς ως ρομφαία και να με πεθαίνεις για να μπορώ ν’ ανασταίνομαι και να μπορώ έτσι να σε χαίρομαι ξανά και ξανά».
Κάθε φορά που ξημερώνουν γενέθλιά μου έχω ένα λόγο να τρέμω στην ιδέα μην και ακούσω ξανά το λάλημα των πετεινών και με βρει το ανέβασμα του ήλιου ολομόναχο και πάλι...
Μετά το λάλημα των πετεινών ακούστηκε ο θόρυβος της μηχανής  του φορτηγού, η φωνή του Στρατή που ρωτούσε τη «γιατρίνα» αν ήταν έτοιμη...
Πριν καν βγει ο ήλιος...

Τώρα θα κυνηγώ τα φεγγάρια...





Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Αλλά, εσύ πάντα τρόμαζες. Ακόμα και με τη σκέψη πως θα μπορούσαμε κάπου αλλού, σε κάποιο άλλο χρόνο, να ζήσουμε την πραγματοποίηση του ονείρου.
Ήθελες τα πάντα να είναι απτά γύρω σου.
Μα πώς μπορεί να είναι απτός ένας έρωτας όταν έχει για βασικό συστατικό του το παράλογο, ή έστω το υπέρλογο;
Και μη θελήσεις να ισχυριστείς ότι μπορεί να συνυπάρξουν έρωτας και λογική. Γιατί εγώ όσες φορές κι αν προσπάθησα με τη λογική να ερμηνεύσω αυτό που έκαιγε μέσα μου, οδηγήθηκα σ’ αδιέξοδα.
Μοναδική μου διέξοδος, εδώ και χρόνια, τα μάτια σου. Τα έψαχνα συχνότερα απ’ ότι νόμιζες. Ήθελα να βυθίζομαι μέσα τους και να ταξιδεύω. Ν’ ανακαλύπτω έρημα ακροθαλάσσια, να διασχίζω νύχτες κυνηγώντας τα ίχνη των αυγουστιάτικων φεγγαριών...
Και τώρα θα κυνηγώ τα φεγγάρια, τα ίδια φεγγάρια που κυνηγούσαμε μαζί, όταν έγερνες πάνω μου ζητώντας τ’ όνειρο και το παραμύθι...
Τότε...
Τότε που ζητούσες να ζω μόνο για σένα. Που ζητούσες ν’ ανακαλύπτω αμμουδερές όχθες ποταμών κι εκεί να σε οδηγώ, να σου βγάζω τα παπούτσια, να παίρνω τρυφερά στα χέρια μου τα πόδια σου και να τα πλένω στο νερό του ποταμού. Να τα σκουπίζω με το πουκάμισό μου κι εσύ να ρίχνεις πίσω το κεφάλι, να ξαπλώνεις ηδονικά στην άμμο και ν’ αφήνεσαι στα χέρια μου. Να σου γυμνώνω τα στήθη, καλώντας τον ήλιο να τα φιλήσει πρώτος. Να γονατίζω, να προσκυνώ την ήβη σου και πυργάκια να στήνω στον αφαλό σου πάνω, με χαλικάκια.
Ήθελα κι εγώ, κουρασμένος από τα τόσα ταξίδια σε σώματα άλλα, να βυθίζομαι στα μάτια σου, να ταξιδεύω... Να σου μιλώ με την αφή, να σου μιλώ μ’ ένα παίξιμο των τσινόρων. Να μου λες «κάνε τούτο, κάνε το άλλο» κι εγώ να τσακίζομαι να κάνω την επιθυμία σου πραγματικότητα.
Γιατί, πια, έτσι μου άρεσε κι ας νόμιζες εσύ πως μου είχε μείνει ως συνήθεια ζωής «το εκτελείν».
Είχα ανάγκη τις μικρές προσταγές σου.
Έχω ανάγκη την παρουσία σου.
Ξέρω, πια, πως μόνο μ’ εσένα μπορώ να ονειρευτώ. Μ’ εσένα που τώρα πια άνοιξες τα πανιά σου και ποντοπορείς μέσα στα τόσα απαγορευτικά της όψιμα αφυπνισμένης συνείδησής σου. Μ’ εσένα που ψάχνεις να βρεις την καταξίωση στο ασάλευτο μιας ζωής πλαστικής και που νομίζεις πως οι σχέσεις της καρδιάς μπορούν να μοιάζουν με τις τραπεζιτικές. Να καταθέτεις τη ζωή σου εκεί που ξέρεις πως τα επιτόκια υπάρχουν στα σίγουρα.
`Όμως, άφησε εμένα να τοκίζω τον έρωτα στον πιο βαθύ μου πόνο.
Άφησέ με ν’ ακολουθώ τις μέσα μου φωνές, αυτές που μου λένε άλλα. Αυτές που αρχίζουν και τελειώνουν με τ’ όνομά σου. Άφησέ με να τρέχω στη βροχή, μόνο και μόνο για να μυρίσω, μέσα από την ευωδιά της γης, την ευωδιά που ανάδυε το σώμα σου, μόνο και μόνο για να κρατήσω στις χούφτες μου, σαν σε παραίσθηση, τα μακριά λεπτά σου δάκτυλα...
Σαν σε παραίσθηση πια...
Να σου ζεστάνω τα πόδια, βάζοντάς τα κάτω απ’ τη μασχάλη μου, να τρίψω τον κουρασμένο σου σβέρκο, ένα τραγούδι να σου πω για ν’ αποκοιμηθείς.
«Ήτανε μια φορά, μάτια μου...»
Δεν ξέρω και ούτε με νοιάζει τι ζητούν οι άλλοι από σένα, ξέρω, όμως, πως εγώ ζητούσα τα ελάχιστα. Αδιαφορώ αν για τους πολλούς η ζωή είναι ένα σούπερ μάρκετ και παίρνουν απ’ αυτήν ό,τι μπορούν να πληρώσουν.
Για μένα πια η ζωή είναι το φως των ματιών σου, που μου λείπουν, είναι η γεύση του φιλιού σου που δεν εξαγοράζεται, είναι η μυρωδιά του κορμιού σου που με πεθαίνει...
Και μην ψάχνεις να βρεις τις αλήθειες για μένα μέσα από τα λόγια των άλλων. `Εχω φροντίσει να σκορπίσω αρκετή νύχτα γύρω μου, ώστε κανείς να μη βλέπει το τι ψάχνω και πάει καιρός που έχω κλείσει όλες τις πόρτες και όλα τα παράθυρα της καρδιάς μου, ώστε κανείς να μη μπορεί να εισχωρήσει μέσα μου και να μάθει τις αλήθειες που καλά προφυλαγμένες μένουν εκεί, απόλυτα δικές μου και απόλυτα αναλλοίωτες και άφθαρτες από το χρόνο.    
`Άλλωστε οι άλλοι, για μένα, πάντα βιάζονταν να βγάζουν συμπεράσματα και πάντα τα συμπεράσματά τους ήταν αυθαίρετα και χυδαία. Αυτά που τους βόλευαν, δηλαδή. Κι αυτό ήταν που με πλήγωνε στις σχέσεις μου με τους άλλους.

Ο `Έλλην Χωροφύλαξ στην υπηρεσία του `Έθνους...



 

Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

........... Κατά το μεσημεράκι πήγα στα χωριά, σταλμένος από τον αστυνόμο, μ’ ένα ντοσιέ γεμάτο καταστάσεις με ονόματα κομμουνιστών, που κατάγονταν από την περιοχή, για να εξακριβώσω αν γύρισαν στα χωριά τους για τις γιορτές του Πάσχα.
Πήρα το ντοσιέ κι ανέβηκα στο περιπολικό, με το Νώντα οδηγό. Δεν ήξερα πώς γινόταν η «εξακρίβωση». Δεν ήξερα ποιον θα ρωτούσα. Εξομολογήθηκα στο Νώντα την άγνοιά μου. «Ξέρω εγώ», με καθησύχασε. «Θα πάμε σε δικούς μας ανθρώπους».
Και πήγαμε σε «δικούς» μας, που ήταν τα «μάτια» μας και τ’ «αφτιά» μας και βέβαια με το αζημίωτο, αφού μόνιμα, με κάθε απάντηση, είχαν και κάποιο ρουσφέτι να ζητήσουν. Μόνο, που τα περισσότερα απ’ αυτά που ζητούσαν ήταν σε βάρος άλλων.
Είχα τις απορίες μου. Λέω του Νώντα:
-Νομίζω πως είναι ρουφιάνοι...
Γύρισε και με κοίταξε αγριεμένος.
-Πάψε. Πληροφοριοδότες τους λένε. Είναι εθνικόφρονες. Δικοί μας εκατό τοις εκατό.
Δεν έβγαλα άχνα.
-Κατάλαβες;
-Κατάλαβα...
Και πράγματι είχα καταλάβει, πως κάποιοι λίγοι ήταν οι «δικοί» μας και ότι κάποιοι πολλοί δεν ήταν. Βέβαια όλοι ζούσαν στον ίδιο χώρο, ανέπνεαν τον ίδιο αέρα, υπάκουαν στους ίδιους νόμους. Κι εμείς ήμασταν, υποτίθεται, υπηρέτες όλων.
Άνοιξα το ρημάδι το στόμα μου και είπα τις αντιρρήσεις μου στο Νώντα. Με ξανακοίταξε άγρια. «Ο `Έλλην Χωροφύλαξ στην υπηρεσία του `Έθνους», μου λέει χτυπώντας το χέρι του στο τιμόνι.
Αντέδρασα:
-`Όχι, λάθος... Στην υπηρεσία του Κράτους, ή μάλλον αυτών που κυβερνούν το Κράτος...
Είχα πάρει φόρα. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως `Έθνος είναι όλοι, τόσο εκείνοι που αυτός χαρακτήριζε «δικοί» μας, όσο και οι «άλλοι». Πως, ακόμα, `Έθνος είναι και οι μνήμες όλων όσοι έζησαν στον τόπο αυτό και μιλούσαν την ίδια γλώσσα και πίστευαν στον ίδιο Θεό. Πως `Έθνος είναι και ο τρόπος ζωής που κληροδοτήθηκε  απ’ τους παλιότερους και σήμερα συνεχίζει να υπάρχει ως παράδοση, είναι η ιστορία, είναι και άλλα πολλά πράγματα, που δεν μπαίνουν σε καταστάσεις κομμουνιστών Α΄, Β΄ και Γ΄ κατηγορίας.
Με κοίταζε έκπληκτος.
-Καλά, κομμουνιστής είσαι;
Τα μάτια του είχαν αγριέψει.
-`Όχι, απλά σου αναλύω τις έννοιες.
-Κράτα τις αναλύσεις για τον εαυτό σου...
Οι τελευταίες λέξεις του είχαν ακουστεί σαν μούγκρισμα. Δεν μου ξαναμίλησε μέχρι να φτάσουμε στο Τμήμα.
Μίλησε, όμως, στο διοικητή. Κι εκείνος με κάλεσε στο γραφείο του κι έδωσε καινούργια παράσταση εξουσίας, χτυπώντας τα χέρια του όπου έβρισκε και ουρλιάζοντας πως τις αναλύσεις να τις κρατάω για τον εαυτό μου και να κοιτάζω μόνο τη δουλειά μου.
Θυμήθηκα τότε μια συμβουλή της Ισμήνης: «Με τον τρελό και το αφεντικό, διάλογο μην κάνεις». Έκλεισα το στόμα μου, έκανα μεταβολή και βγήκα από το γραφείο του...
Κλείστηκα στο γραφείο μου για να συντάξω τις «εξακριβώσεις».
Τι να έγραφα, όμως; Αφού κατά τις «πληροφορίες», όλοι ανεξαιρέτως ήταν «σκ’λιά», όλοι ανεξαιρέτως «δεν είχαν βάλει μυαλό», όλοι ανεξαιρέτως εκπλήρωναν τη λαϊκή ρήση «ο λύκος μόνο τρίχα αλλάζει...».
`Ένιωσα το άσπρο χαρτί να με προκαλεί. Μια ντροπή φούντωνε μέσα μου. Πήγα και κλείστηκα στο θάλαμό μου. Πήρα στα χέρια μου τα ποιήματα του Σεφέρη. Διάβασα χαμηλόφωνα:
     Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
     που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
     Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
     μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που
     τις προσκυνούμε...
Εγώ προσκυνούσα μια εξουσία άρρωστη και παντοδύναμη. Με δυο κοντόχοντρα πόδια, μια τεράστια κοιλιά κι ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο που είχε για μόνη διακόσμηση δυο ηλίθια μάτια. Πίσω απ’ το ανθρωποειδές αυτό, μια άλλη εξουσία, ακόμα μεγαλύτερη, ακόμα πιο άσχημη, που όμως είχε τον πρώτο και αποφασιστικότερο ρόλο και λόγο σ’ όλες μου τις πράξεις.
Με ποιον λοιπόν να μιλήσω; Και για ποιον λόγο να μιλήσω; Πώς να πορευτώ; Και τι να γράψω στα σημειώματα, αφού εκ των προτέρων αποκαλυπτόταν το χυδαίο μιας αποκρουστικής σκοπιμότητας;
Τότε ξαναγύρισε στο νου μου η Ηλέκτρα...
Ήταν η μόνη που θα μπορούσε να μου πει μια λέξη. Πώς, όμως, αφού τόσο εύκολα κι απλά με είχε διαολοστείλει; Να ζητιάνευα τον οίκτο της; Με ποιο δικαίωμα;
`Άκουσα στον προθάλαμο τη φωνή του Γιώργη Μετικάκη. Ίσως σ’ αυτόν θα μπορούσα να μιλήσω. Βγήκα και του έκανα νόημα. Μ’ ακολούθησε στο γραφείο μου. Του είπα για τις καταστάσεις. «Για να τις δω», μου είπε. Του τις έδειξα.
Με τα πρώτα ονόματα που διάβασε έβαλε τα γέλια. «Αυτός, αυτός κι αυτός έχουν φύγει στη Γερμανία. Αυτός πέθανε πριν ένα χρόνο. Αυτός είναι παράλυτος και τον έχουν σε ίδρυμα...», μου είπε δείχνοντας με το δάκτυλό του κάποια ονόματα στις καταστάσεις.
`Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. «Ο Νώντας μου είπε πως ό,τι βεβαιώνουν οι δικοί μας άνθρωποι είναι και αληθινό...». Ξαναγέλασε. «Δικοί μας άνθρωποι - είπε με σαρκασμό- είναι οι ρουφιάνοι και όσοι μας κερνάνε. Μην κάνεις τις βεβαιώσεις. Βρες μια δικαιολογία... Μπορεί να το ξεχάσει ο αστυνόμος. Αν σε πιέσει, πες του πως δεν κρίνεις αντικειμενικές τις πληροφορίες... και βλέπουμε».
Χτύπησε το τηλέφωνο. `Ήταν η Ηλέκτρα. «Γιατί δεν ήρθες;», με ρώτησε. Δάγκωσα τα χείλη μου για να μην ουρλιάξω πως εκεί που μ’ είχε στείλει δεν είχε δρόμους που να οδηγούν στο σπίτι της.
Αντί γι αυτό, μάσησα τα λόγια μου. Η απάντησή της δε σήκωνε αντιρρήσεις. Ήταν ξεκάθαρη εντολή:
-Να έρθεις τώρα...
Μια εντολή και το κλείσιμο του τηλεφώνου. `Έμεινα με το ακουστικό μετέωρο στο χέρι. Ο Γιώργης, μάντεψε...
-Πήγαινε... Να προσέχεις, όμως... Αν σε ψάξουν θα σε καλύψω...
Πήγα. `Έσπρωξα τη μισάνοιχτη πόρτα και προχώρησα στο σκοτάδι. Ψιθυριστά είπα τ’ όνομά της, αναζητώντας την. Δεν απάντησε. Δίστασα ν’ ανάψω φως γιατί είχε ανοιχτές κουρτίνες και ανοιχτά παράθυρα. Κάθισα στην πολυθρόνα και άναψα τσιγάρο.
Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι που αργούσε να εμφανιστεί, όταν άκουσα τα βήματά της στην αυλή. Μπήκε λαχανιασμένη, κρατώντας μια αγκαλιά πασχαλιές.
-Μέχρι να έρθεις, σκέφτηκα να κλέψω λίγες πασχαλιές. Τέτοια ώρα, πού να έβρισκα άλλα λουλούδια...
Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. `Άπλωσε τα χέρια της και μ’ αγκάλιασε. Μετά, με μια και μόνο κίνηση, πιάνοντας το πουκάμισό μου από το ύψος των πρώτων κουμπιών το τράβηξε απότομα και το έσχισε.
Θυμάμαι ακόμα τα λόγια της:
-Απόψε θα ντυθείς με πασχαλιές... θα γίνεις κήπος ανθισμένος... Εγώ, το αγοροκόριτσο θα σε λεηλατήσω. Και κάτι ακόμα: Σ’ έστειλα στο διάολο και θα σε ξαναστείλω αν σ’ ακούσω ξημερώματα να λες μαλακίες. Δεν ανέχομαι να με ξυπνούν άγρια χαράματα και να μπεμπεκίζουν. Τα χόρτασα αυτά... Μπούχτισα... Αηδίασα... Και βέβαια δε φταις εσύ γι αυτό, αλλά είναι φορές που πληρώνουμε και για πράγματα που άλλοι φταίνε...