Google+ Followers

Όλοι τρέχουμε να προλάβουμε κάτι...




Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

Περνώντας τη μεγάλη πόρτα της αυλής του αγροτόσπιτου, ο Σταμάτης Πανόπουλος, βλέπει το λευκό B.M.W. του φίλου του Σωτήρη, του καρδιοχειρουργού. «Έχουμε επισκέψεις...», λέει, ενώ οι άλλοι τον κοιτάζουν με απορία. «Ήρθε τ’ άλλο τ’ αδέλφι...»
Κορνάρει με δύναμη και βγαίνει αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, για ν’ αγκαλιάσει το φίλο του που προβάλει απ’ το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού.
Μένουν ώρα αγκαλιασμένοι, με το Μάριο και την Κλεοπάτρα να τους παρακολουθούν σταματημένοι λίγα μέτρα μακρύτερα. Στην ανοιχτή πόρτα του σπιτιού στέκεται και ο κυρ-Κωνσταντής, φανερά συγκινημένος.
Οι δυο φίλοι μπαίνουν στο σπίτι αγκαλιασμένοι, λέγοντας βιαστικά ο ένας στον άλλο τα νέα τους, αν και το Σταμάτη Πανόπουλο μόνο τα νέα του φίλου τον ενδιαφέρουν.
«Τα δικά μου νέα είναι σχεδόν ίδια με τα παλιά, χωρίς το ελάχιστο ενδιαφέρον, πέρα απ’ το ότι συνάντησα μια γυναίκα που την είχα γνωρίσει όταν ήταν φοιτήτρια. Έχει ένα γιο, που τον φιλοξενώ...»
Ο Σωτήρης θα του πει πως είναι περαστικός και δεν μπορεί να μείνει περισσότερο από μια ώρα. Θα του πει για κάποια διεθνή συνέδρια στην Ινδία και τον Καναδά, όπου η δουλειά του αναγνωρίστηκε και του ανοίχτηκαν ακόμα μεγαλύτερες προοπτικές. Θα του μιλήσει για το πόσο μικρή κατάντησε η μέρα και πόσα λίγα πράγματα μπορεί να κάνει πια εκτός απ’ το ν’ ανοίγει καρδιές και να τρέχει στα διεθνή συνέδρια.
«Πότε παίζεις κιθάρα;», θα τον ρωτήσει σε κάποια στιγμή ο Σταμάτης Πανόπουλος και ο φίλος του θα χαμογελάσει με αρκετή δόση πίκρας. «Δεν παίζω κιθάρα... Ούτε φωτογραφίζω... Μέσα στο αεροπλάνο, όταν ταξιδεύω, διαβάζω κανένα ποίημα, ή κάποιο μυθιστόρημα του φίλου μας του Αστέρη... Η κιθάρα και η φωτογραφική μηχανή περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω κανένα τετραήμερο άδεια, να με μοιραστούν με τη γυναίκα και τα παιδιά...»
«Εγώ λέω να την κάνω... Με κούρασαν όλα... Λέω ν’ αράξω κάπου στο Πήλιο ή στ’ Άγραφα και να σταματήσω κάθε δραστηριοποίηση. Παίρνω τόσα ενοίκια τώρα, που ζουν μ’ αυτά πενήντα οικογένειες. Χώρια οι καταθέσεις... Προς τι να δουλεύω άλλο, εγώ, μόνος χωρίς οικογένεια;»
«Πάρε το Χρήστο και τον Αστέρη για συντροφιά και φύγε. Άφησε την εταιρία στους ανθρώπους που σου στάθηκαν τόσα χρόνια και κάνε την...»
Έμειναν ώρα αμίλητοι μπροστά στα φλιτζάνια με καφέ που τους έφερε ο κυρ-Κωνσταντής, μιλώντας με τα μάτια.
«Πάχυνες...», είπε ο Σταμάτης Πανόπουλος, σπάζοντας πρώτος τη σιωπή.
«Πράγματι... Κι εσύ άσπρισες... Απότομα άσπρισες...»
«Δε με πειράζει αυτό, αλλά το ότι νιώθω κουρασμένος... Ξυπνώ το πρωί το ίδιο κουρασμένος με το βράδυ που ξαπλώνω...»
«Έχουμε μπει σ’ ένα τροχό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ταχύτητά του. Έχουμε ανεβεί σ’ ένα τρένο που έχει μόνο ένα σταθμό, κάπου σε κάποιο σημείο της διαδρομής, τον οποίο, όμως, δεν ξέρουμε και τρέχουμε, χωρίς να παρατηρούμε ούτε καν το τοπίο που περνά απ’ τα μάτια μας...»
«Κάποτε δεν είχα χρήματα για να ξοδέψω για μένα... Τώρα έχω χρήματα που δεν μπορώ να ξοδέψω γιατί πια οι ανάγκες μου καλύπτονται μ’ ένα μικρό τους μέρος...»
«Κάποτε ψαχνόμασταν για έναν καφέ κι ένα τσιγάρο. Τώρα μας απαγορεύουν και τον καφέ και το τσιγάρο... Προχθές εγχείρισα έναν εφοπλιστή, που όταν πήρε εξιτήριο και ήρθε να με αποχαιρετήσει μου είπε: Δε με στεναχωρεί ότι ξέρω πως μέσα στην καρδιά μου δεν είναι όλα όπως ήταν πριν κάμποσα χρόνια. Με στεναχωρεί πως μετά από τόσα χρόνια πρέπει ν’ αντικαταστήσω τους καφενέδες και τα μπαρ των λιμανιών με μια γυάλα... »
«Φοιτητής έτρωγα ένα γιαουρτάκι με πέντε φέτες ψωμί για να μη γουργουρίζει η κοιλιά μου όταν θα κοιμόμουν... Σήμερα τρώω ένα γιαουρτάκι με μια φρυγανιά για να κοιμηθώ ελαφρά και να μην ξημερώσω απ’ το στομάχι μου... Και κάποτε, σαν περνούσε μπροστά μου μια ωραία κοπέλα την έβλεπα ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι, γυμνή, να με καλεί... Σήμερα, γύρω μου, υπάρχουν δεκάδες καλλονές, έτοιμες σ’ ένα κρεβάτι, που με καλούν κι εγώ ψάχνω για δικαιολογίες για να μην ξαπλώσω μαζί τους...»
«Μια που μίλησες για κρεβάτι... πες μου τι έγινε με τα σκάνδαλα... Έμαθα για κάτι ονόματα τρανταχτά. Κάποιες τις ξέρω...»
«Τι να σου πω περισσότερα απ’ αυτά που ξέρεις; Εδώ συμβαίνουν του κόσμου οι αλλαγές κι εμείς ασχολούμαστε με τα αιδοία και τα πέη. Η πόλη συνεχίζει να ζει -με ή και χωρίς αυτά- συνεχίζει να ξυπνά και να κοιμάται στους παλιούς ρυθμούς της, συνεχίζει να είναι υγρή και κρύα το χειμώνα, καυτή το καλοκαίρι. Χιλιάδες βιομηχανικοί εργάτες συνεχίζουν να περιμένουν το εργατικό λεωφορείο χαράματα στους δρόμους και χιλιάδες νεολαίοι συνεχίζουν, την ίδια ώρα, να γυρίζουν στα σπίτια τους απ’ τα νυχτερινά κέντρα, φορτωμένοι με αλκοόλ που πλήρωσε ο μπαμπάς τους. Την ίδια πάλι ώρα, κάποιες εκατοντάδες ή και χιλιάδες εραστές ξεπορτίζουν από τις λαθραίες ερωτικές τους φωλιές και ισάριθμες ερωμένες πλένουν στο μπιντέ τα αιδοία τους για να βγάλουν από πάνω τους τα υπολείμματα του έρωτα... Τα χαράματα είναι μια αποκαλυπτική ώρα του εικοσιτετράωρου, ξέρεις...»
«Οι φίλοι μας οι καλλιτέχνες τι γίνονται;»
«Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς; Ποιος νοιάζεται για τον άλλο κόσμο που αυτοί βλέπουν και δημιουργούν; Μιλώ συχνά μαζί τους. Άλλος γράφει, άλλος ζωγραφίζει, άλλος συνθέτει... Στις μοναξιές τους όλοι, περιμένουν πότε θα πεθάνουν για να έρθει μετά το Δημοτικό Συμβούλιο να δώσει σε κάποιο δρόμο κάποιας ακραίας συνοικίας τ’ όνομά τους και όλοι να πουν πως ήταν άξια τέκνα αυτής της πόλης...»
«Η Κόντου τι κάνει;»
«Πιστεύει ακόμα ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Κλείνεται μέσα σ’ ένα σπασμένο ρόδι και ξαναβλέπει απ’ την αρχή τη ζωή. Δίνει ψυχή με τις ακουαρέλες της στα κοχύλια και μετά τ’ αφήνει να διηγηθούν αυτά την περιπέτεια της ζωής. Τελευταία ζωγραφίζει πουκάμισα φίλων ποιητών, άδεια, σαν εκείνο το πουκάμισο της Ελένης, που αναφέρει ο Σεφέρης... Θέλει να κρατήσει όσα ίχνη μπορεί απ’ την παρουσία τους σ’ αυτήν την αγωνία που λέγεται ζωή... Μα κανενός δεν καίγεται καρφί γι αυτό. Όλοι ασχολούνται με τα αιδοία και τα πέη της τάδε και του δείνα, της παπαδιάς και της περιπτερούς... Όχι, λάθος, η περιπτερού δεν ενδιαφέρει... Δεν μπορεί να ενδιαφέρει... Ανήκει σ’ αυτές που δεν πουλάν...»
«Σε πικραίνουν οι ιστορίες αυτές;»
«Με πικραίνει το γεγονός ότι ελάχιστοι βλέπουν πως άλλα είναι αυτά που μαστίζουν το κοινωνικό σώμα και ασχολούνται μαζί τους. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τις τρίχες. Εδώ μας πηδά καθημερινά μια κυβέρνηση, χωρίς οίκτο και αιδώ, κι εμείς κοιτάμε αν το σώβρακο του διπλανού είναι στραβά απλωμένο...»
«Θα φύγω... Πρέπει να προλάβω...»
«Όλοι τρέχουμε να προλάβουμε κάτι... Ο Βασίλης ο Πράπας, ένας φίλος ζωγράφος, έχει ολόκληρη σειρά από δρομείς. Μόνο που οι δικοί του δρομείς, άλλοτε κατά τη διαδρομή και άλλοτε λίγο πριν τον τερματισμό αποσαρκώνονται, ή καίγονται οι σάρκες τους, ή μετασχηματίζονται σε ανδριάντες... Είναι τ’ ανθρώπινα ράκη, αυτό που απομένει από τους περισσότερους μετά από μια ολόκληρη ζωή στο τρέξιμο...»
«Πάρε μου ένα πίνακα, μ’ αυτούς τους δρομείς... Να μπορώ να βλέπω κι εγώ καθημερινά το χρονικό ενός προαναγγελθέντος τέλους, όπως θα έγραφε και ο Μάρκες...»
«Θα ήθελα σε κάποια στιγμή να έχω τόσο χρόνο ώστε να μπορώ να κατεβάσω όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου και με τους τίτλους από τα μυθιστορήματα να συνθέσω ένα κείμενο που να μιλά για τον άνθρωπο και την αγωνία του, το κενό και την πληρότητα, τον έρωτα και το θάνατο...»
«Ως τίτλο να βάλεις ‘‘ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ’’ του Κούντερα, γιατί σ’ εμένα προσωπικά δημιουργείται η εντύπωση πως η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα αστείο. Μόνο που για πολλούς αυτό το αστείο παραείναι μαύρο...»
«Μια και ανάφερες τον Κούντερα, θα σου απαντήσω μ’ ένα ακόμα του τίτλο για τα σκάνδαλα: ‘‘ΓΕΛΟΙΟΙ ΕΡΩΤΕΣ’’. Σ’ αγαπώ φίλε...»

Δεν υπάρχουν σχόλια: