Google+ Followers

Φίλε, σε θέλω...




Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα) - Σύγχρονοι Ορίζοντες

«Θα σε θυμάμαι ούτως ή άλλως... Και θα σε περιμένω σαν σώμα αγαπημένο. Σαν ένα σώμα που κρύβει μια ψυχάρα γεννημένη σε λάθος εποχή...»
«Δεν είναι η εποχή λάθος... Εγώ είμαι το λάθος... Εγώ που μερικές φορές συμπεριφερόμουν λες και ήμουν το κέντρο του κόσμου...»
Οι τελευταίες λέξεις βγαίνουν απ’ τα χείλη του ραγισμένες. Σηκώνεται και προχωρά προς τις βιβλιοθήκες. Εκεί θα έρθει ο πρώτος λυγμός.
Κλαίει.
Σκυμμένος πάνω σ’ ένα απ’ τα ράφια κλαίει.
«Τα φώτα σβήσε και την πόρτα κλείσε, πλάι σου θα πέσω, πέτρα στο νερό κι ας χαθώ απόψε... Τρομάζω φίλε...», τραγουδά η Τάνια Τσανακλίδου ως υπόκρουση στο κλάμα του.
Η Κλεοπάτρα θα σβήσει ένα-ένα τα φώτα, αφήνοντας μόνο το φως μιας λάμπας. Θα πλησιάσει και θα τυλίξει τα χέρια της στους ώμους του.
Το πρόσωπό του πάνω στο στήθος της, που υγραίνεται από τα δάκρυα.
Τα χείλη της πάνω στα μαλλιά του.
Τα δάχτυλά της πάνω στην πλάτη του που την ταράζουν οι λυγμοί.
Ώρα αρκετή.
Ώσπου η Τσανακλίδου να τραγουδήσει:
         «Τα σφιγμένα σου χείλη
         στης καρδιάς το μαντίλι
         σαν σφραγίδα,
         δυο σβησμένα έχεις μάτια
         στου μυαλού τα κατάρτια,
         καταιγίδα.
         Μην πεις κουβέντα,
         γέμισε η πόλη γκρίζα δέντρα
         μη ζητάς συγγνώμη
         μια ζωή αλλού με παν οι δρόμοι...»
Τότε θα πάρει τα χείλη του στα χείλη της και με τη γλώσσα της θα καθαρίσει τα μάγουλα από τα δάκρυα...
Τότε θα σταθεί μπροστά του καλώντας τον στο ταξίδι των αισθήσεων.
Τότε θα του πει: «Φίλε, σε θέλω...»
Όταν εκείνος θα βυθίσει το βλέμμα του στα μάτια της, η Τσανακλίδου θα τραγουδά ανάμεσα σε ήχους ηλεκτρονικούς:
         «Κλαίνε τα παράθυρά μου
         ένα δάκρυ από φώτα
         εκτυφλωτικά τσιγάρα και ιδρώτα
         κλαίνε τα παράθυρά μου
         δάκρυα κίτρινες ακτίνες
         η συνθετική ζωή μου δίχως ίνες...»
«Αυτό το CD θα σου το πάρω... Θα είναι η μνήμη της βραδιάς. Αν τύχει και χαθούμε ή αν θα έρχονται νύχτες που θα σε θέλω και θα σε ψάχνω, να το ακούω...»
Εκείνος σιωπηλός δέχεται τα λόγια της, τα δάχτυλά της, τα χείλη της.
Σιωπηλός μπαίνει και ταξιδεύει μέσα της, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια, αποφεύγοντας να πει οτιδήποτε άλλο που μπορεί να φορτίσει ακόμα περισσότερο τις στιγμές.
Μέσα στο κοντολαχάνιασμά της την ακούει να ψιθυρίζει ότι περίμενε χρόνια αυτήν τη στιγμή, ότι θέλει να σβήσει τώρα μέσα στην αγκαλιά του, ότι θέλει τώρα να μείνει έρημη και λεηλατημένη πολιτεία, έτσι που να κρατήσει για πάντα ανεξίτηλο αυτό το πέρασμά του απ’ τη ζωή της.
Ώρα αργότερα, όταν τα χείλη του θα περνούν από το ένα στήθος στο άλλο, θα της πει πως θέλει ξανά να κλάψει...
Και θα κλάψει ξανά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: