Google+ Followers

Κρυφοί έρωτες - μυθιστόρημα

Ο έρωτας της Πετρούλας (απόσπασμα)



Οι λέξεις διακόπτονται από νέο λυγμό.
Όμως τα χέρια της γυναίκας θα στρέψουν το πρόσωπό του στο στήθος της και τα χείλη της θα του σκουπίσουν τα δάκρυα.
Θα μπει πρώτη στο σπίτι και θα σταθεί στο κρεβάτι, όρθια, με την πλάτη της γυρισμένη σ’ εκείνον.
«Γδύσε με...», θα του πει χαμηλόφωνα, ωστόσο προστακτικά. Και μετά...
«Φίλησέ μου την πλάτη...»
Τα χείλη του θα προχωρήσουν αργά από τον έναν ώμο στον άλλο, θα γυρίσουν πίσω και θα σταθούν ακριβώς στο κέντρο του αυχένα. Η γλώσσα του θα κατηφορίσει κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, θα ξανασκαρφαλώσει μέχρι τον αυχένα και θα κατηφορίσει πάλι.
«Πιο χαμηλά...»
Η φωνή της τον τρελαίνει. Η γλώσσα του κολλάει στη σάρκα, στριφογυρίζει στο σημείο της μέσης και κατηφορίζει αργά. Παίζει με την πρώτη πορτούλα του κορμιού της που συναντά και προσπαθεί να μπει για λίγο μέσα της...
«Τα γόνατα...»
Φράσεις σπασμένες, το μισό μιας προστακτικής που παραλείπει το ρήμα «φίλησε» ως ευκόλως εννοούμενο, ωστόσο παθιασμένα επιδιωκόμενο.
Θα σκύψει και θα φιλήσει τα γόνατά της. Η γλώσσα του θα ξεναγηθεί στις λακκούβες των κλειδώσεων και τα χέρια του θα γαντζωθούν απ’ τη μέση της. Το κορμί της τινάζεται...
«Χύνω... Ρούφηξέ με...»
Η γλώσσα του παίζει με την κλειτορίδα της και εισχωρεί στη σχισμή του κόλπου της. Τα χείλη του μαζεύουν τα υγρά της και τα ρουφούν άπληστα. Η στιγμή ακινητοποιείται μαζί με μια κραυγή.
Αποκαμωμένη θα γείρει στο κρεβάτι, στα κατακόκκινα σεντόνια από μετάξι. Εκείνος θα μείνει κάτω, στο δάπεδο, διπλωμένος.
Την ακούει που κλαίει. «Μαζί σου ζω ακόμα κι αυτά που δεν ονειρεύτηκα...», του λέει. «Σε θέλω νερό και φωτιά και αέρα. Όχι κτήμα. Σε θέλω ρέοντα, όχι γρανιτένιο. Να υψιπετάς, να μη βαλτώνεις... Όσο κι αν το ‘‘θέλω’’  υποδηλώνει προσωπική εγωιστική επιθυμία... Θέλω να θέλεις, λοιπόν...
»Να θέλεις να είσαι αυτός που αρνείται το κτητικό...
»Να είμαστε, να μην ανήκουμε...»
Διπλωμένος στο πάτωμα ακούει λόγια που έχει ξανακούσει απ’ τα χείλη της, που έχουν επιβεβαιώσει οι συμπεριφορές της.
«Σ’ έναν θάνατο, ανήκουμε...», θα την ακούσει να του λέει, καθώς εκείνος ανασηκώνεται και προχωράει προς το μισάνοιχτο παράθυρο. «Ίσως και σ’ έναν έρωτα εξιλεωτικό ως ο θάνατος. Και μας ανήκουν οι αισθήσεις, οι γεύσεις της ζωής, που δίπλα μας περνάει, παίζοντας με το αιώνιο και το απόλυτα πρόσκαιρο...»
Δεν της απαντά. Ανοίγει και τα δυο παραθυρόφυλλα και στέκεται μπροστά στα παγωμένα κύματα του αέρα.
Τον ακολουθεί. Στέκεται πλάι του, γυμνή κι αυτή, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
Το μισό της πρόσωπο στο φως, το άλλο μισό στο σκοτάδι.
Μ’ ένα τρεμούλιασμα στα χείλη...
Με τα βλέφαρα κλειστά, σαν να θέλει να εμποδίσει τα μάτια της να δουν κάποια εικόνα.
«Στο Σεράγεβο», ψιθυρίζει «γνώρισα έναν Αμερικανό γιατρό που με ήθελε απελπισμένα. Μου πρότεινε να φύγουμε για τη Νέα Υόρκη, αλλά εγώ δίσταζα, ίσως γιατί με τρόμαζε το άγνωστο, ίσως γιατί δεν είχα βεβαιωθεί για τα αισθήματά μου απέναντί του. Κι εκείνος καθυστερούσε την αναχώρησή του για να με πείσει να τον ακολουθήσω. Τελικά δέχτηκα.
»Το πρωί που ήταν να φύγουμε, λίγα μέτρα πριν φτάσει στο ξενοδοχείο όπου έμενα για να με πάρει, μια βόμβα διέλυσε το αυτοκίνητό του... Στεκόμουν έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου, στα σκαλοπάτια, περιμένοντάς τον, κι έβλεπα το αυτοκίνητο που πλησίαζε. Δεν απαιτήθηκαν παρά μόνο κάποια κλάσματα του δευτερόλεπτου. Αν κατά τη διαδρομή έτρεχε μ’ ένα χιλιόμετρο περισσότερο ή λιγότερο, η βόμβα δε θα έβρισκε το δικό του αυτοκίνητο.
Δεν ξέρω αν ο Τζακ είχε συνείδηση του θανάτου του, όμως εγώ, στο νεκρό του πρόσωπο, διάβασα μια αγωνία ανείπωτη κι ένα παράπονο...
»Ίσως κάτι παραπάνω από παράπονο...
»Ενδεχομένως εκείνη τη μια και μοναδική στιγμή να είχε συνείδηση του οριστικού τέλους. Ίσως και του ονείρου που τέλειωνε τόσο άδοξα...
»Άραγε να προλαβαίνει ένας άνθρωπος να συνειδητοποιήσει το θάνατό του; Κι αν ναι ποια μπορεί να είναι η τελευταία του σκέψη;
»Ο Τζακ είχε γυρίσει τη μισή Αφρική παίζοντας κρυφτούλι με το θάνατο, είχε δει τη γυναίκα του να φεύγει μ’ έναν απ’ τους φίλους του, είχε χαρίσει τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους στους σεισμούς της Αρμενίας και στους βομβαρδισμούς του Σεράγεβο...
»Και πια το μόνο που ήθελε ήταν μια άλλη γυναίκα για να της αφοσιωθεί και μια ζωή ήσυχη σ’ ένα προάστιο της Νέας Υόρκης και μια καριέρα σ’ ένα ερευνητικό εργαστήριο, μακριά από την ένταση της καθημερινότητας...
»Αν είχα πει το ναι μια μέρα πριν ίσως να ήταν ζωντανός, ίσως να ήμασταν μαζί αυτήν τη στιγμή ή ίσως ένας από τους δυο μας να είχε σκοτωθεί σε τροχαίο, μια και κανείς δεν ξέρει ποια είναι η επόμενη στιγμή του».

Δεν υπάρχουν σχόλια: