Google+ Followers

Κρυφοί έρωτες - μυθιστόρημα



 

Ταξιδεύοντας στο σώμα της Βαλέριας - απόσπασμα


Με το σώμα της μισοξαπλωμένο στο κάθισμα και γερμένο δεξιά, στην πόρτα του αυτοκινήτου, δίνει την εντύπωση πως χαλαρώνει, πως δε νοιάζεται αν το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω απ’ την πόρτα του ξενοδοχείου. Έχει τα μάτια της καρφωμένα στο μισό πρόσωπο του άντρα , που κι αυτός, με το κεφάλι γερμένο πίσω στο προσκέφαλο του αυτοκινήτου, μένει αμίλητος, καπνίζοντας.
Μόλις του έχει προτείνει να τη συνοδέψει στο δωμάτιό της.
Προσπαθεί να μαντέψει τι θα πουν τα χείλη του, αν ανοιγοκλείσουν.
Τον θέλει αυτόν τον άντρα κι ας έχει τα διπλάσια χρόνια της.
Θέλει τα δάχτυλά του πάνω στις ρώγες της, που από την ταβέρνα κιόλας τις νιώθει σκληρές.
Θέλει τα δόντια του στα χείλη της, τη γλώσσα του βαθιά στο στόμα της.
Θέλει να μυρίσει το κορμί του.
Όμως εκείνος δε θα μιλήσει, δε θα πει τίποτα.
Τον παρατηρεί καθώς σβήνει το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο του αυτοκινήτου και ανοίγει την πόρτα του. Τον παρακολουθεί που περνάει μπροστά από το αυτοκίνητο και φτάνει στη δική της πλευρά.
Θα της ανοίξει την πόρτα και θα της απλώσει το χέρι, βοηθώντας τη να βγει.
Θα προχωρήσει πρώτη, μην ξέροντας αν την ακολουθήσει. Στη ρεσεψιόν, απλώνοντας το χέρι της για να πάρει το κλειδί, νιώθει τον αέρα του πίσω της. Βλέπει το χέρι του ν’ απλώνεται προς το μέρος του νεαρού υπαλλήλου της ρεσεψιόν και ν’ αφήνει ένα χαρτονόμισμα.
Δεν έχουν αλλάξει κουβέντα. Δεν έχουν κοιταχθεί ούτε στιγμή στα μάτια. Όμως εκείνη είναι σίγουρη πως αυτός ο άντρας απόψε της ανήκει. Για να χαρίσει στον εαυτό της ό,τι της στέρησε ο άλλος, ό,τι της περιφρόνησε ο άλλος.
Τουλάχιστον αυτός δεν της έχει υποσχεθεί το ελάχιστο.
Ο άλλος ήταν αυτός που της είχε υποσχεθεί και δραπέτευσε μέσα στις ανασφάλειές του.
Θα τον εκδικηθεί απόψε μέσα από ένα άλλο σώμα.
Νιώθει πως αυτό είναι το λιγότερο που θα μπορούσε να του κάνει.
Στο ασανσέρ ανασηκώνεται στις μύτες των παπουτσιών της και ακουμπάει τα χείλη της στα χείλη του.
«Σε θέλω» θα του πει. Ολόκληρο το σώμα της του το λέει αυτό κι εκείνος το ξέρει, το νιώθει καθώς τον κυκλώνει η μυρωδιά του πόθου.
Ακίνητα τα χείλη του νιώθουν το άγγιγμα των χειλιών της πρώτα, μετά της γλώσσα της που προχωράει κατά μήκος τους... που ακουμπάει στα δόντια... που θέλει να εισχωρήσει βαθύτερα, στη στοματική κοιλότητα.
Στο δωμάτιο, με την πλάτη ακουμπισμένη στην κλειστή πόρτα, θ’ ανοίξει ένα - ένα τα κουμπιά του πουκαμίσου της. Μετά, την πόρπη του σουτιέν.
Τώρα πια με τα μάτια της καρφωμένα στα μάτια του.
«Σε θέλω...»
Η φωνή της θα συναντήσει τη δική του, την ώρα που εκείνος θα μιλά για τον άλλον:
«Είναι φίλος μου ο Αλέξανδρος...»
«Εγώ σε θέλω... Εμένα θα πάρεις... Όχι εκείνον... Δεν του ανήκω... Σε θέλω...»
Το χέρι της ακουμπά το διογκωμένο του όργανο.
«Αφού το θέλεις κι εσύ... Γιατί διστάζεις;»
«Είναι φίλος μου...»
«Ποιο είναι το χρώμα της ηθικής που σ’ εμποδίζει;»
Τα χείλη της ξανά στα χείλη του, καυτές βεντούζες. Έχει κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού του. Στην παλάμη της το όργανό του ασφυκτιά. Η ανάσα του βαριά, κλείνει τα μάτια του. Αλλά και οι ρώγες της που του πιέζουν το στήθος τον ηλεκτρίζουν...
Θα τυλίξει τα χέρια του γύρω της. Σάρκα καυτή τσουρουφλίζει τ’ ακροδάχτυλά του. Ένα τρέμουλο του σώματός της μεταφέρει στα κύτταρά του την ανυπομονησία της σάρκας.
«Σε θέλω...»
Ξανά και ξανά η  ίδια φράση. Η φωνή της βγαίνει μαζί μ’ ένα κοντολαχάνιασμα πλημμυρισμένο ηδονή. Ανάμεσα στα πόδια του, το δικό της πόδι μιλά ξεκάθαρα τη γλώσσα του πυρπολημένου πόθου.
Τα ρούχα θα υποχωρήσουν. Άδεια ρούχα, τσαλακωμένα, χωρίς φωνή, χωρίς προορισμό πια. Μάρτυρες βουβοί μιας πάλης...
Τα γυμνά σώματα είναι που παλεύουν.
Δόντια που πιέζουν τη σάρκα.
Είναι τα δόντια της που αφήνουν σημάδια, τα νύχια της που θέλουν να βυθιστούν στην πλάτη του, να προκαλέσουν τον πόνο.
Εκείνος αφήνει τα πόδια του να λυγίσουν και γέρνει στο κρεβάτι.
Έχει τα μάτια του κλειστά. Νιώθει το στόμα της υγρό γύρω απ’ το όργανό του, νιώθει τα νύχια της κοφτερά, να κατεβαίνουν από το στήθος του, να οργώνουν την κοιλιά του.
Μ’ ένα της τίναγμα θα βρεθεί πάνω του. Τον μαστιγώνουν τα μαλλιά της. Τα χείλη του πονούν ανάμεσα απ’ τα δόντια της. Το λαχάνιασμα γίνεται κραυγές, μικρές ηδονικές κραυγές.
Θέλει να μπει μέσα της, όχι όμως κι εκείνη. Δεν τον αφήνει. Διαγράφει με το κορμί της ένα κύκλο και κάθεται σχεδόν πάνω στο πρόσωπό του.
Τώρα το πρόσωπό του ανάμεσα στα σκέλη της. Η υγρή κλειτορίδα περιμένει τη γλώσσα του. Θα τη δεχτεί μ’ ένα τρέμουλο κι ένα σφίξιμο των ποδιών.
Εκείνη σκυμμένη μπροστά παίζει με τα δάχτυλα των ποδιών του. Τεντώνεται, γλιστράει χαμηλότερα και τα παίρνει στο στόμα της.
Νιώθει τη γλώσσα της πάνω από τα νύχια των δαχτύλων του και τινάζεται. Αναπνέει γρήγορα καθώς νιώθει να πέφτει σε μια ανεπανάληπτη ερωτική περιδίνηση. Βυθίζει τα δάχτυλά του στον κόλπο της, αλλά και πίσω.
Σώματα παραζαλισμένα, που παραδέρνουν στην ερωτική τρικυμία ενός ασυγκράτητου πάθους.
Τα χέρια του σφίγγονται στη μέση της και την τραβούν πίσω, ξανά πάνω στο πρόσωπό του. Η γλώσσα του βυθίζεται και πάλι στον κόλπο της, επιτείνοντας το ηδονικό μαρτύριο...
Θα μπει μέσα της αργά, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της, παρατηρώντας κάθε σύσπαση των βλεφάρων της. Θα μείνει για λίγο ακίνητος. Θα νιώσει τους σπασμούς της να επιταχύνονται. Το σώμα της να τινάζεται ανεξέλεγκτα. Θ’ αφεθεί...
Σώματα ιδρωμένα, κατάκοπα, πλάι - πλάι στο λευκό σεντόνι.
Το δεξί της χέρι εγκαταλειμμένο στο στήθος του.
Θα μιλήσει πρώτη:
«Δεν ήταν από εκδίκηση. Έτσι μπορεί να ξεκίνησε... όταν άπλωσα πάνω μου το χέρι σου, στην ταβέρνα. Εκείνη την ίδια στιγμή έβαζα το πόδι μου ανάμεσα στα σκέλια του Αλέξανδρου... Μην έχεις ενοχές...»
Την  ακούει σιωπηλός. Δεν έχει κάτι να της απαντήσει. Ούτε ενοχές έχει πια. Απλά απολαμβάνει τη γλυκιά εξουθένωση του έρωτα. Ίσως να του αρέσει και ν’ ακούει τη φωνή της.
«Δε θα ξαναβρεθούμε... Δεν υπάρχουν προοπτικές ν’ ανήκω στο χώρο σου. Μπορώ όμως ν’ ανήκω στις γλυκιές σου αναμνήσεις...»
«Δεν είναι ζήτημα χώρου, αλλά χρόνου. Το χάος ανάμεσά μας είναι τα χρόνια... Στα σχεδόν πενήντα μου δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτε απ’ αυτά που ψάχνεις...»
«Απόψε μου πρόσφερες κάτι παραπάνω απ’ ό,τι ζητούσα. Η σάρκα μου διψούσε και πεινούσε όχι μόνο από έρωτα, αλλά και από κάτι αδιευκρίνιστο... Κάτι που μου το πρόσφερες με το παραπάνω... Μου άρεσε ο τρόπος που κάνεις έρωτα... Η τρυφερότητα που είχαν οι κινήσεις σου... Αντίθετα, εγώ ήθελα να σε πονέσω...»
«Να πονέσεις εμένα ή μέσω εμού το αρσενικό που σ’ έχει απορρίψει; Τον Αλέξανδρο...»
«Ίσως... Αν ήταν εκείνος στη θέση σου θα τον μακέλευα... Όμως εσύ μου θύμισες τον πατέρα μου, το μόνο άνθρωπο που δε θα ήθελα να πονέσω...»
«Θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου... Ηλικιακά τουλάχιστον...»

Δεν υπάρχουν σχόλια: