Google+ Followers

Θέλω να σκύβεις, να μου φιλάς τους αστραγάλους...



Ένα πρόσωπο, λοιπόν, στον τοίχο, σε κάδρο μέσα, το πρόσωπο της Ηλέκτρας, σε φωτογραφία αγαπημένη. Μια σιωπή παντού. Όλη νύχτα παρέα μαζί του. Όπως και κάθε νύχτα, στη μοναξιά του βουνού, στην απόλυτη σιωπή του νυχτωμένου δάσους. Το μοναδικό πρόσωπο που μου είχε μείνει για κουβέντα κι αυτό σε φωτογραφία. Όλα τ’ άλλα είχαν δραπετεύσει...
Χριστούγεννα και σιωπή, λοιπόν. Εγώ και το τεράστιο πέτρινο κτήριο. `Έξω το χιόνι - περισσότερο από ένα μέτρο - και τα βουβά σπίτια. Ο μοναδικός χωροφύλακας είχε φύγει πριν είκοσι μέρες  με άδεια...
Μόνος. Λέξη τεράστια που με κύκλωνε καταργώντας τις ώρες, τις μέρες... Περνούσαν - δεν περνούσαν οι μέρες, ένα και το αυτό. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ το ίδιο πράγμα. Καμιά διάκριση, καμιά διαφορά. Όλα μια ατέλειωτη ευθεία, σαν την γραμμή του καρδιογράφου που ομολογεί το τέλος της ζωής.
Διάβαζα... Τι άλλο θα μπορούσα να έκανα; Διάβαζα χωρίς κάποια αίσθηση χρόνου... Και κάθε φορά που άναβα τσιγάρο τα μάτια μου σταματούσαν στο πορτρέτο της.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Η τελευταία φορά που είχε ξαναχτυπήσει ήταν πριν πέντε μέρες, για να με ρωτήσουν απ’ το αστυνομικό τμήμα αν ήμουν καλά...
Ποιος μπορούσε να ήταν; Τι να είχε συμβεί και μου τηλεφωνούσαν; Σε κλάσματα του δευτερολέπτου πέρασαν χίλιες δυο σκέψεις απ’ το μυαλό μου. Με τρόμαζε η πιθανότητα να είχε συμβεί κάτι σε κάποιο απ’ τα χωριά της περιοχής και να έπρεπε να πάω μέσα στο χιόνι.Σήκωσα το ακουστικό διστακτικά. Η φωνή της Ηλέκτρας έφτασε στ’ αφτιά μου μέσα από παράσιτα και βουητά.
-Καλημέρα... Είμαι η Ηλέκτρα. Χρόνια σου πολλά. Ξημερώνουν Χριστούγεννα... Τί κάνεις;
Την έκπληξη ακολούθησε η αμηχανία. Είχα ν’ ακούσω τη φωνή της περισσότερο από ενάμιση χρόνο, από τότε που κι εκείνη είχε ανοίξει τα πανιά της, ακολουθώντας το δρόμο της Ισμήνης... Φανερά ταραγμένος της απάντησα:
-Είμαι καλά. `Ήταν ανέλπιστο αυτό το τηλεφώνημα... Εσένα σκεφτόμουν. Στις μοναξιές μου, υπάρχεις...
Ήξερα πως έλεγα ψέματα. Δεν τη σκεφτόμουν απλά, δεν τη θυμόμουν απλά... Την ήθελα... Την ήθελα και αναπολούσα τις στιγμές μας...
Δεν της το είπα... Την άφησα να μιλάει...
-Σε θυμήθηκα... Πριν λίγο γύρισα από ένα ρεβεγιόν. `Έτρωγαν κι έπιναν και γελούσαν. `Όλοι έτρωγαν, μόνο έτρωγαν. `Έπιναν αμίλητοι, μόνο για να πίνουν. Μιλούσαν, μόνο για να μιλάνε. Μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο στα χείλη. Πολλές αβάσταχτες ερημιές κάτω από πανάκριβα ρούχα και κοσμήματα. `Ένα μάτσο ανθρώπινες φιγούρες, τραγικές κάτω από τα επώνυμά τους... Καμιά ουσία. Οι γυναίκες φαίνονταν πιο απελπισμένες. Σ’ αυτές, η κυριαρχία της ερημιάς ήταν απόλυτη... Την έβλεπες παντού. Στις συζητήσεις για τα ρούχα, για το πόσα κόστισε το ένα ή το άλλο...
Κόμπιασε για λίγο. Η φωνή της έφτανε κουρασμένη στ’ αφτιά μου:
-Απελπισία παντού... Στις συζητήσεις για καλλυντικά που διεκδικούσαν, κι αυτά, το μερτικό τους σ’ έναν κατ’ επίφαση διάλογο, σ’ εκείνα τα μεγάλα διαστήματα της σιωπής, τις μισοτελειωμένες φράσεις με τ’ αποσιωπητικά και τα υπονοούμενα, που εξιστορούσαν τις σχέσεις τους με τους άντρες τους... Γυναίκες που είχαν αναλώσει ώρες και ώρες σε κομμωτήρια χτενίζοντας τα μαλλιά τους, χωρίς να πασχίσουν ούτε στο ελάχιστο να ‘‘χτενίσουν’’ την ψυχή τους.
Για μια στιγμή πίστεψα πως μάλλον είχε διάθεση να παίξει με τη μοναξιά μου. Θέλησα να της πω πως αυτά που άκουγα μου θύμιζαν διάλεξη για τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Σιώπησα όμως, αφήνοντάς την να συνεχίσει:
-Πολλές απελπισίες, καθισμένες δίπλα-δίπλα σε πανέμορφους καναπέδες... `Ένιωσα αβάσταχτα μόνη κι έφυγα... Θα προτιμούσα να ήμουν μαζί σου, εκεί στην εξορία σου κι ας μην είχα τίποτα άλλο από τα βουνά και τα δάση. Θα ήθελα να ήμουν εκεί, να πίναμε κονιάκ στο σκοτάδι, να βλέπαμε το χιονισμένο τοπίο, να μου διάβαζες ποιήματα. Σε παρακαλώ, μίλησέ μου...
Δεν ήξερα τι θα μπορούσα να της πω...
-Να σου μιλήσω... Τι να σου πω όμως;
Τι να της έλεγα, αλήθεια; Για τα βράδια του χειμώνα που δεν ξημέρωναν. Για τα βιβλία, που πια δεν μου κρατούσαν μόνο συντροφιά, αλλά είχαν αποκτήσει λαλιά και πλέον, εγώ κι αυτά, μιλούσαμε για κάθε τί που υπήρχε γύρω μας;
Σίγουρα κάτι θα μπορούσα να της έλεγα. Ακόμα και για τα ουρλιαχτά των λύκων που τις νύχτες ακούγονταν απ’ το δάσος. Αλλά και για τη μοναξιά που δεν ήταν λέξη απλή, αλλά κατάσταση που δεν την άντεχα, γιατί πέρα από κάθε συνάρτησή της με την απουσία προσώπων, ήταν και η σχέση της με τον επίπεδο χρόνο που την επιδείνωνε. Καλή η μοναξιά... για πόσο όμως; Μια μέρα, μια βδομάδα, ένα μήνα, ένα χρόνο; Το μοναδικό που έδειχνε την εναλλαγή των ημερών ήταν το ημερολόγιο. Αυτό και μόνο αυτό πληροφορούσε ότι έφταναν Κυριακές, ότι ζύγωναν γιορτές, ότι ξημέρωναν Χριστούγεννα. Ούτε καν ένας χτύπος καμπάνας.
Κι αν της τα ’λεγα αυτά, τι θα μπορούσε να καταλάβει; Δεν της είπα τίποτα. Χωρίς δισταγμό, όμως, της ομολόγησα ότι συχνά το πρόσωπό της αναδυόταν μέσα από σελίδες βιβλίων που διάβαζα και πως ακόμα τη θυμόμουν, ιδιαίτερα όταν άκουγα τραγούδια που μαζί είχαμε αγαπήσει και αναπολούσα τις στιγμές μας.
-Γράφεις τίποτα; με ρώτησε, ίσως θέλοντας να μ’ αναγκάσει να πω κάτι.
-Κάποιες φορές...
-Θα μου διαβάσεις κάτι;
Δίστασα. Άνοιξα το σημειωματάριο. Υπήρχε μια γραφή που ένιωσα την ανάγκη να της την διαβάσω.
    Απ’ το στενό παράθυρο
    κοιτάζεις μόνο σαν πιάνει βροχή,
    ανάβοντας μηχανικά ένα τσιγάρο.
    Πασχίζεις
    να κρατήσεις βατό το λασπωμένο μονοπάτι
            -ανοιχτό το δρόμο της ζωής.
    Κι ο θάλαμος του αστυνόμου, με το στενό παράθυρο,
    τον οπλοβαστό και τις αραβίδες,
    τους πέτρινους τοίχους που σταματάν τα όνειρα...
 Σε κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα κάτι που έμοιαζε με λυγμό. Τη ρώτησα αν έκλαιγε...
Τώρα, τόσα χρόνια μετά, ακούω ξανά εκείνη τη φωνή, που τότε έφτασε σαν ψίθυρος στ’ αφτιά μου, σαν σκουριασμένος ήχος μακρινού παρελθόντος... 
-Σε θέλω... Σε θέλω έντονα. Και όχι μόνο τώρα. Απλά τώρα νιώθω την απελπισία να με πνίγει... Νιώθω να βυθίζομαι σ’ ένα τέλμα. Σε θέλω πλάι μου... σε θέλω μέσα μου. Να με διαπερνάς μετατρέποντας τον πόνο σε γλύκα. Σε θέλω, ίσως περισσότερο τώρα, από τότε... `Όχι, δεν θέλω να σου θυμίσω τίποτα, απλά να παρηγορηθώ θέλω, να ζήσω θέλω αυτό που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ουσία ζωής... Σε θέλω και... φοβάμαι. Προχθές είδα στον καθρέφτη μου τις πρώτες άσπρες τρίχες. Γερνάω... γερνάω, είναι αλήθεια. `Όλα γίνονται χθες... Φοβάμαι ότι τίποτα δε θα είναι αύριο. Σε θέλω... Θέλω τη σιωπή σου, θέλω να δω να χαμηλώνεις τα μάτια, ν’ ανάβεις τσιγάρο, να κοιτάζεις έξω απ’ το παράθυρο. Να σκύβεις, να μου φιλάς τους αστραγάλους... Πώς θα μπορούσα να ερχόμουν;
-Δεν θα μπορούσες. Οι δρόμοι είναι κλεισμένοι και θα παραμείνουν κλεισμένοι για πολλές ακόμα μέρες. Φρόντισε το χιόνι γι αυτό. Είμαστε απόλυτα κλεισμένοι στ’ αδιέξοδά μας. Αποκλεισμένοι είμαστε, μ’ ακούς, ο ένας απ’ τον άλλο... Και είναι Χριστούγεννα... Και χιονίζει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: