Google+ Followers

«Πού να ’βρω ένα φιλαράκι;»



Κρυφοί έρωτες (απόσπασμα)

Ποιος ξέρει να μου πει πόσο θα είναι το υπόλοιπο της ζωής μου;
Ποιος ξέρει να μου πει αν αύριο θα υπάρχω και πώς θα υπάρχω; Αν μπορώ να βλέπω με την ίδια οπτική τα πράγματα, ή αν μπορώ ν’ ακούω με την ίδια διάθεση τους ανθρώπους γύρω μου;
Ποιος ξέρει να μου πει με ποιους θα πορευτώ αυτό το υπόλοιπο της ζωής μου;
Μπροστά μου, στοίβα οι εφημερίδες της ημέρας. Κραυγάζουν θάνατο και απελπισία. Το τυπογραφικό μελάνι ξερνά τις μελανιές του κόσμου. Στην Ιερουσαλήμ τριάντα πέντε νεκροί από έκρηξη βόμβας που κουβαλούσε πάνω του, σε λεωφορείο, παλαιστίνιος καμικάζι. Αύριο θα μιλούν για αντίποινα. Άλλοι νεκροί, πιο «φρέσκοι» από τους σημερινούς, που ακόμα δε θα έχουν μαντέψει το θάνατό τους. Στην Ινδία διακόσιοι εφτά οι νεκροί των θρησκευτικών συρράξεων. Στο όνομα τού ποιος είναι ο ένας και ανώτερος θεός, διακόσιες εφτά ψυχές. Και οι νεκροί των τροχαίων. Μια οικογένεια έξω από τη Στυλίδα, δυο νεαροί με μοτοσικλέτα στην Πάτρα, ένας δεκατετράχρονος που καταπλακώθηκε από το τρακτέρ του πατέρα του. Όλοι αυτοί δε θα κάνουν ποτέ έρωτα. Κι εγώ ο ηλίθιος τον αναζητώ μακριά από εκεί που μου προσφέρθηκε...
Οι ηλίθιοι γίναμε πολλοί.
Ένας ηλίθιος υπουργός, φορώντας το καταπληκτικότερο χαμόγελό του να δηλώνει πως κανείς δεν μπορεί ν’ ανακόψει την ανοδική οικονομική πορεία της χώρας, γεγονός που αποδεικνύεται και από την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Έχουν να κλάψουν νοικοκυριά...
Στοίβα οι εφημερίδες, στοίβα και οι μοναξιές. Κάπου ανάμεσά τους και η δική μου. Μοναξιές που συνθλίβουν, που σου φανερώνουν πόσο λίγος υπήρξες...
Νυχτώνει, λοιπόν, και ξανά μόνος. Ευτυχώς που υπάρχουν τα βιβλία και η μουσική. Ακούω ένα CD που είχα χρόνια ν’ ακούσω:  το «Moon shines at night» του Djivan Gasparyan.
Αν θα μπορούσε ν’ ακούσει και η Ζωή αυτή τη μουσική, τώρα, θα της ψιθύριζα κάτι σαν ποίημα:

 Κάποτε ταξίδευες παράκτια του ουρανίσκου μου.

Βυθιζόσουν στους σπασμούς των πρωινών ανέμων
με χείλη μισάνοιχτα και ιδρωμένες αισθήσεις
με την ήβη σου να συνδιαλέγεται με αρχέτυπα
και μυθοπλασίες.

Κάποτε ταξίδευες κάτω από τα βλέφαρά μου...

Η Ζωή, όμως, όσο και να φωνάξω δεν ακούει. Και γιατί ν’ ακούσει; Σειρά της να μην ακούει την αναζήτησή μου. Χρόνια τώρα δεν άκουγα εγώ τη δική της φωνή, που έβγαινε μέσα από χίλιες εκφράσεις: το πώς ετοίμαζε το πρωινό, το πώς ερχόταν στο μπάνιο να μου δώσει όλο το νυχτερινό της πόθο, το πώς έστρωνε το μεσημεριανό, το πώς σιδέρωνε κι ετοίμαζε τα ρούχα, το πώς εξαφάνιζε τα ίχνη από το πέρασμα της κάθε άλλης...
Σειρά της τώρα...
Και δική μου σειρά να πληρώσω...
Στο κάδρο της ζωής μου καταλάμβανε πάντα ένα μικρό κομμάτι σε κάποια απ’ τις γωνιές του. Σ’ αυτό το κάδρο κάθε φορά και κάποια κυριαρχούσε, με τη Ζωή να μένει στις πιο σιωπηλές του άκρες, εκεί που συγχέονται τα χρώματα και ανάμεσά τους ο ζωγράφος βάζει δυσανάγνωστα την υπογραφή του.
Ίσως, όμως, κατά βάθος να είναι κι αυτό ένα ζήτημα εγωισμού, αφού πρέπει να δεχτώ ότι η πραγματικότητα είναι ότι στις επιλογές της κυριάρχησε ο άλλος, αυτός που της πρόσφερε τη σιγουριά του αύριο, την υπόσχεση για ένα μόνιμο σπιτικό και ίσως και τη συνήθεια που από μόνη της εγγυάται ότι και αύριο θα είναι μ’ ένα σύντροφο πλάι. Πράγματα που ήξερε πως δεν μπορούσε να περιμένει από μένα, τον ηλίθιο εκ πεποιθήσεως εργένη και δήθεν απελευθερωμένο, που χρόνια τώρα θεωρεί τον έρωτα σπορ...
Εγώ ο ηλίθιος... Ωραίος τίτλος για μυθιστόρημα που φιλοδοξεί να περιγράψει το βίο και την πολιτεία ενός ‘‘δήθεν’’... Το ποιος είμαι -σε σχέση με τους άλλους- ίσως να μην το ανακαλύψω ποτέ, αφού η αυτοκριτική ποτέ δεν ακολουθήθηκε από πράξεις. Πάντα κάτι θα συνέβαινε για να επαναληφθούν οι ίδιες παραλήψεις, τα ίδια σφάλματα. Και σήμερα βρίσκομαι εδώ να μετανιώνω για όσα χάθηκαν με τη φυγή της Ζωής και να προσπαθώ ν’ αντιπαλέψω μια μοναξιά που μόνος έχτισα...
«Πού να ’βρω ένα φιλαράκι...» μου τραγουδούσε κάποτε μεθυσμένη η Κλεοπάτρα, πίνοντας ένα μετά το άλλο τα σφηνάκια, πίσω απ’ τον πάγκο του «Κοχίμπα», απελπισμένη από τους τόσους μαλάκες που το έβαζαν στα πόδια όταν τους άνοιγε την καρδιά της... Δεν την καταλάβαινα τότε... Να που τώρα νιώθω την ίδια μοναξιά. Μόνο που τώρα δεν ακούω την κιθάρα του Jose Feliciano να παίζει τη Malagueria. Εκείνο το βράδυ η Κλεοπάτρα έκλεγε τη μοίρα της ακούγοντας ισπανιόλικα. Το Malagueria, το Nada με την Isabel Pantojia και το Una Lagrima με τον Peret. Άκουγε ισπανιόλικα και γέμιζε τα ποτήρια με το βλέμμα της καρφωμένο στο κενό. Ένα κενό αυτό που την περίμενε. Ένα κενό αυτό που είχε μείνει πίσω της...
Πού τη θυμήθηκα την Κλεοπάτρα; Μέρες τώρα δεν έχω σηκώσει το τηλέφωνο να μάθω αν ζει ή αν πέθανε. Αν ήταν έτσι όλα τα φιλαράκια... Κι όμως η Κλεοπάτρα ήταν πάντα εντάξει... Πάντα έτοιμη ν’ απλώσει το χέρι και να πει το λόγο τον παρήγορο. Πάντα έτοιμη να τρέξει πλάι σου και να σου πει: φύγαμε. Έτοιμη πάντα να διαβάσει Κατερίνα Γώγου και να σου πει: δικέ μου χέσε τους.
Μπορεί το ίδιο να μου ’λεγε κι απόψε, αν και λάτρευε τη Ζωή...

Δεν υπάρχουν σχόλια: