Google+ Followers

Τώρα θα κυνηγώ τα φεγγάρια...





Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα (απόσπασμα)

Αλλά, εσύ πάντα τρόμαζες. Ακόμα και με τη σκέψη πως θα μπορούσαμε κάπου αλλού, σε κάποιο άλλο χρόνο, να ζήσουμε την πραγματοποίηση του ονείρου.
Ήθελες τα πάντα να είναι απτά γύρω σου.
Μα πώς μπορεί να είναι απτός ένας έρωτας όταν έχει για βασικό συστατικό του το παράλογο, ή έστω το υπέρλογο;
Και μη θελήσεις να ισχυριστείς ότι μπορεί να συνυπάρξουν έρωτας και λογική. Γιατί εγώ όσες φορές κι αν προσπάθησα με τη λογική να ερμηνεύσω αυτό που έκαιγε μέσα μου, οδηγήθηκα σ’ αδιέξοδα.
Μοναδική μου διέξοδος, εδώ και χρόνια, τα μάτια σου. Τα έψαχνα συχνότερα απ’ ότι νόμιζες. Ήθελα να βυθίζομαι μέσα τους και να ταξιδεύω. Ν’ ανακαλύπτω έρημα ακροθαλάσσια, να διασχίζω νύχτες κυνηγώντας τα ίχνη των αυγουστιάτικων φεγγαριών...
Και τώρα θα κυνηγώ τα φεγγάρια, τα ίδια φεγγάρια που κυνηγούσαμε μαζί, όταν έγερνες πάνω μου ζητώντας τ’ όνειρο και το παραμύθι...
Τότε...
Τότε που ζητούσες να ζω μόνο για σένα. Που ζητούσες ν’ ανακαλύπτω αμμουδερές όχθες ποταμών κι εκεί να σε οδηγώ, να σου βγάζω τα παπούτσια, να παίρνω τρυφερά στα χέρια μου τα πόδια σου και να τα πλένω στο νερό του ποταμού. Να τα σκουπίζω με το πουκάμισό μου κι εσύ να ρίχνεις πίσω το κεφάλι, να ξαπλώνεις ηδονικά στην άμμο και ν’ αφήνεσαι στα χέρια μου. Να σου γυμνώνω τα στήθη, καλώντας τον ήλιο να τα φιλήσει πρώτος. Να γονατίζω, να προσκυνώ την ήβη σου και πυργάκια να στήνω στον αφαλό σου πάνω, με χαλικάκια.
Ήθελα κι εγώ, κουρασμένος από τα τόσα ταξίδια σε σώματα άλλα, να βυθίζομαι στα μάτια σου, να ταξιδεύω... Να σου μιλώ με την αφή, να σου μιλώ μ’ ένα παίξιμο των τσινόρων. Να μου λες «κάνε τούτο, κάνε το άλλο» κι εγώ να τσακίζομαι να κάνω την επιθυμία σου πραγματικότητα.
Γιατί, πια, έτσι μου άρεσε κι ας νόμιζες εσύ πως μου είχε μείνει ως συνήθεια ζωής «το εκτελείν».
Είχα ανάγκη τις μικρές προσταγές σου.
Έχω ανάγκη την παρουσία σου.
Ξέρω, πια, πως μόνο μ’ εσένα μπορώ να ονειρευτώ. Μ’ εσένα που τώρα πια άνοιξες τα πανιά σου και ποντοπορείς μέσα στα τόσα απαγορευτικά της όψιμα αφυπνισμένης συνείδησής σου. Μ’ εσένα που ψάχνεις να βρεις την καταξίωση στο ασάλευτο μιας ζωής πλαστικής και που νομίζεις πως οι σχέσεις της καρδιάς μπορούν να μοιάζουν με τις τραπεζιτικές. Να καταθέτεις τη ζωή σου εκεί που ξέρεις πως τα επιτόκια υπάρχουν στα σίγουρα.
`Όμως, άφησε εμένα να τοκίζω τον έρωτα στον πιο βαθύ μου πόνο.
Άφησέ με ν’ ακολουθώ τις μέσα μου φωνές, αυτές που μου λένε άλλα. Αυτές που αρχίζουν και τελειώνουν με τ’ όνομά σου. Άφησέ με να τρέχω στη βροχή, μόνο και μόνο για να μυρίσω, μέσα από την ευωδιά της γης, την ευωδιά που ανάδυε το σώμα σου, μόνο και μόνο για να κρατήσω στις χούφτες μου, σαν σε παραίσθηση, τα μακριά λεπτά σου δάκτυλα...
Σαν σε παραίσθηση πια...
Να σου ζεστάνω τα πόδια, βάζοντάς τα κάτω απ’ τη μασχάλη μου, να τρίψω τον κουρασμένο σου σβέρκο, ένα τραγούδι να σου πω για ν’ αποκοιμηθείς.
«Ήτανε μια φορά, μάτια μου...»
Δεν ξέρω και ούτε με νοιάζει τι ζητούν οι άλλοι από σένα, ξέρω, όμως, πως εγώ ζητούσα τα ελάχιστα. Αδιαφορώ αν για τους πολλούς η ζωή είναι ένα σούπερ μάρκετ και παίρνουν απ’ αυτήν ό,τι μπορούν να πληρώσουν.
Για μένα πια η ζωή είναι το φως των ματιών σου, που μου λείπουν, είναι η γεύση του φιλιού σου που δεν εξαγοράζεται, είναι η μυρωδιά του κορμιού σου που με πεθαίνει...
Και μην ψάχνεις να βρεις τις αλήθειες για μένα μέσα από τα λόγια των άλλων. `Εχω φροντίσει να σκορπίσω αρκετή νύχτα γύρω μου, ώστε κανείς να μη βλέπει το τι ψάχνω και πάει καιρός που έχω κλείσει όλες τις πόρτες και όλα τα παράθυρα της καρδιάς μου, ώστε κανείς να μη μπορεί να εισχωρήσει μέσα μου και να μάθει τις αλήθειες που καλά προφυλαγμένες μένουν εκεί, απόλυτα δικές μου και απόλυτα αναλλοίωτες και άφθαρτες από το χρόνο.    
`Άλλωστε οι άλλοι, για μένα, πάντα βιάζονταν να βγάζουν συμπεράσματα και πάντα τα συμπεράσματά τους ήταν αυθαίρετα και χυδαία. Αυτά που τους βόλευαν, δηλαδή. Κι αυτό ήταν που με πλήγωνε στις σχέσεις μου με τους άλλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: