Google+ Followers

Φτερούγα είμαι... - ΛΟΓΟΣ τρίτος-Ε6.




Φτερούγα είμαι...

Αποκαλύπτομαι Φτερούγα είμαι
Αποκαλύπτομαι Πες τα τριαντάφυλλα να μη τρομάξουν
Αποκαλύπτομαι Ζωγραφίζοντας στο τοπίο Εσένα
Αποκαλύπτομαι Δακρύζοντας πρώτη φορά
Αποκαλύπτομαι Κραυγή και αίμα στο αύριο της ζωής
Αποκαλύπτομαι Εσένα πίστεψα ως επανάσταση
Αποκαλύπτομαι Να μ’ αγαπάς την ώρα που θα σβήνω

Εσένα πίστεψα ως Επανάσταση

Σύνθλιψέ με ανάμεσα στα δάχτυλα, στα δόντια.
Στόλισέ με βασιλικό και μέντα.
Θάψε με σε γυμνό οροπέδιο.

Εσένα πίστεψα σαν Επανάσταση

Ανάστησέ με στα μάτια σου, στον ουρανίσκο σου.

Οι κραυγές μου συνώνυμες της απελπισίας
συντρίβονται εκεί
όπου ο έρωτας αγκαλιάζει το θάνατο,
χορεύοντας ζεϊμπέκικο
και πίνοντας κρασί από την ήβη σου.

Ό,τι αγάπησα περιτρέχει τα όρια των εικόνων
και ανασαίνει τα χρώματα της αυγής.
Όσο για το κόκκινο
-στο γκρίζο των μαλλιών μου-
είναι αυτό που ξεστράτισε απ’ τις φλέβες μου...

Εγώ δεν είμαι έρημος - ΛΟΓΟΣ τρίτος- Ε5.

Εγώ
δεν είμαι έρημος θάλασσα αταξίδευτη.

Πάντα ονειρευόμουν ένα πανί
πάντα αλμύρα έσταζαν τα μάτια μου.

Σε μαδάρες αντίκρυ στεκόμουν
χαράζοντας λέξεις μ’ ανέμους ακυβέρνητους
μόνο και μόνο
για ν’ αντέξω στο αύριο της αγωνίας μου.

Δεν είμαι έρημος...
Δεν είμαι έρημος...

Διαχέεσαι σε νύχτες χωρίς όρια - ΛΟΓΟΣ τρίτος-Ε4




Διαχέεσαι
με το φως της αστραπής φωτίζοντας τις νύχτες,
αφού πρώτα καλείς τις μνήμες
να γυρίσουν στο σήμερα,
αφού πρώτα σημαδεύεις τα χέρια
ενώνοντας τις παλάμες σου
πάνω από τη φλόγα των κεριών.

Διαχέεσαι σε νύχτες χωρίς όρια.

Απροσπέλαστη από μάτια ανθρώπινα,
απ’ την ευτέλεια του σήμερα.

Ακριβοθώρητη συντέλεια του λόγου μου,
εσχατολογική αγωνία των απελπισμένων ρεμβασμών μου.

Τα ιερογλυφικά της ανάσας σου
πώς να ερμηνεύσω;
Και πώς ν’ αναζητήσω τις αρχαίες ημέρες
στα λεηλατημένα μυστήρια των χθόνιων θεών μου;

Ιστορώ εικόνες αχειροποίητες - ΛΟΓΟΣ τρίτος-Ε3


Ε3.

Στη Μονεμβασιά, ψηλά,
ιστορώ εικόνες αχειροποίητες,
με σκαριά ποντοπόρα κι εσένα γοργόνα.

Με το βλέμμα στραμμένο στο πέλαγος,
καρτερώ το γυρισμό των ονείρων...

Αφουγκράζομαι επιστροφές ματιών
αφουγκράζομαι τη ροή του αίματός σου
στις φλέβες μου...

Καρτερώ το γυρισμό των ονείρων
με τα μάτια γεμάτα θάλασσες ανταριασμένες
και τα τσίνουρά μου γεμάτα αλμύρα...

Καρτερώ το γυρισμό των ονείρων
κι αυτά, όπως πάντα,
κερί ανάβουν στην αγάπη
και μένουν παράμερα στη σιωπή
το πορτρέτο σου να ικετεύουν
και να δακρύζουν...

Ανήκουμε στον άχρονο νόστο - ΛΟΓΟΣ τρίτος (απόσπασμα - Ε2)

Ανήκουμε
στην αναζήτηση της μήτρας μας,
στον άχρονο νόστο,
στους λευκούς τιτανόλιθους της Επίδαυρου,
στους ασάλευτους πωρόλιθους
που μνημονεύουν αχαιούς βασιλείς
και στους απέραντους ελαιώνες
που ερωτεύεται ξανά και ξανά η Κορωνίδα,
συντρίβοντας τους μύθους του Απόλλωνα,
χαρίζοντας και τον έσχατο των ασπασμών της
στα φλεγόμενα δάχτυλα των θνητών...

Τίποτα το φανταχτερό στα επικά σου μάτια,
τίποτα το καθημερινό στις εικόνες σου.
Και τα χρώματά σου ανεξίτηλα
προορισμένα να μιλήσουν
στους αιώνες.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε 1. - Εσύ Αγαπημένη


Ε1.

Εσύ Αγαπημένη
γαλαξιακό στερέωμα
στα μάτια της άχρονης νύχτας,
ταξιδεύεις με ταχύτητες φωτός,
αφήνοντάς μου τις χθεσινές σου εικόνες
ως μόνη γνώση.

Εγώ, Αγαπημένη
ελάχιστο κβαν στα δικά σου τα μάτια,
ταξιδεύω σε ποτάμι δακρύων για να σε φτάσω,
να μιλήσω μ’ όλους αυτούς που χάθηκαν,
ή θα χαθούν,
αυτούς που έμειναν λησμονημένα περάσματα.

Μόριο σκόνης στα μάτια της νύχτας,
που ανοιγοκλείνουν μηχανικά για να με διώξουν,
ταξιδεύω ξορκίζοντας τις σκληρές ώρες,
χαϊδεύοντας τα κουρασμένα σου μέλη,
με την επίγνωση ενός θανάτου αναπότρεπτου
και μιας φυγής ανερμήνευτης...

Ταξιδεύω,
κρατώντας τη σιωπή των ματιών σου,
το ίδιο τρυφερά,
όπως κάποια παιδιά
κρατούν περιστέρια σε αφίσες ειρήνης,
το ίδιο τρυφερά ,
όπως τυλίγουν το σώμα σου σεντόνια αγαπημένα.

Ταξιδεύω, ξορκίζοντας το κακό,
όπως οι μάνες όλου του κόσμου
ξορκίζουν τις σφαίρες με τα ονόματα των παιδιών τους.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 8. - Και οι λέξεις...

Και οι λέξεις...

Οι λέξεις δε χάνουν το νόημα,
παρά μονάχα το περίγραμμα
για να χωρέσεις
Ε σ ύ
μονάχα εσύ
ως μαχαίρι στο χθες,
ως σημαία στο σήμερα,
κραυγαλέα ορατή και παρούσα,
ως φιλί και πληγή,
ως ζωή και σαν θάνατος...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 7. -Και τα μάτια...


Δ7.

Και τα μάτια...

Αν είναι να μείνουν τα μάτια μου
ας μείνουν μόνο στα μάτια σου,
ή έστω στον αγέρα.

Αν είναι να μείνουν τα μάτια μου
ας μείνουν ως διαθήκη σιωπής,
αφού ανήκουν στις όχθες του Πηνειού,
-αφού γέμισαν με τοπία και χρώματα
-αφού μπορούν και σφαλιχτά να μιλούν
για κάστρα και αρχαίους ναούς,
για τη συμφωνία της πέτρας και της θάλασσας
για κυπαρισσοκορφές
μετέωρες στην αφετηριακή γραμμή του χρόμου,
-αφού κρατούν άφθορα
τα ερημικά ακρογιάλια του Κίσσαβου
όρθια τα πλατάνια και τις κουτσουπιές
που χαιρετίζουν το Αιγαίο.

Αν είναι να μείνουν τα μάτια μου
ας μείνουν μόνο στα μάτια σου
αφού πολύ σ’ αγάπησα
και στις πορείες
τον ιδρώτα σου σκούπιζα
με τα χείλη.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 6 - Διαχέεσαι σαν τραγούδι




Και τα δάχτυλα

Δάχτυλα πυρπολημένα
και αναζήτηση του προσώπου σου.
Μετέωρο το δάκρυ
και οι σπασμοί των βλεφάρων σου.
Ψυχανεμίζομαι δίνοντας σχήμα στη σιωπή,
αφουγκραζόμενος τους ψιθύρους των κοχυλιών
και το τραγούδι των γλάρων.

Βυθίζομαι σε ασύνορες νύχτες,
αναζητώντας ψηφίδες
για το ψηφιδωτό της αγωνίας...
Στα δάχτυλά μου
αποτυπώνονται θροΐσματα μαλλιών,
το χρώμα μιας ήβης ολάνθιστης
και μια εγκατάλειψη χρωματισμένη
κόκκινο του ηλιοβασιλέματος.

Κι εσύ
διαχέεσαι σαν τραγούδι
όταν το βλέμμα μου αγκαλιάζει το βλέμμα σου,
την ώρα που σφίγγονται τα δάχτυλα
στο τέντωμα των κορμιών...

Να χορεύεις στις πλατείες ολόγυμνη.

Στις ακροθαλασσιές να σχίζομαι
από λεπίδες με φως φεγγαριών
και να κερνάω θάνατο τις ώρες μου...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 5. - Οι αδιάβατες θάλασσες που μας κυκλώνουν

Δ5.

Και οι θάλασσες...

Οι αδιάβατες θάλασσες που μας κυκλώνουν
είναι για τις φυγές μας...
Κι εμείς,
με τις καρίνες μας όλο σκουριά
...για να σαλπάρουμε.
Χωρίς πυξίδες, πια, οι ποντοπορίες μας,
χωρίς μαρκόνι στο τσούρμο,
δίχως νηολόγιο.

Με τα πανιά μας βουτηγμένα στο μπλε της απόγνωσης
κι ένα τραγούδι ν’ ανεμίζει στο μεσιανό κατάρτι
ξανοιγόμαστε στο πέλαγος.

Στη γλώσσα των γλάρων οι αποχαιρετισμοί.

Στο αλφαβητάρι των κοχυλιών
περισσεύουν τα δάκρυα,
οι μνήμες των δειλινών,
τα νεύματα που έμειναν στον αέρα
και οι εικόνες από τους ταρσανάδες...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 4. - Οι πέτρες είναι για να σμιλεύονται

Οι πέτρες είναι για να σμιλεύονται
-να γίνονται ειδώλια.
Οι πέτρες είναι για να μένουν
-σιωπηλές και ακίνητες.

Οι πέτρες είναι για να θυμίζουν...

Οι πέτρες
μπορεί και να μην είναι πέτρες,
μπορεί να είναι ανάσες,
κυματισμοί ματιών.

Οι πέτρες
μπορεί και νά ’ναι Πέτρες ασήκωτες,
να καίνε τα δάχτυλα,
να σχίζουν τα χείλη,
να κοκκινίζουν απ’ το αίμα μας...

Μπορεί και νά ’ναι ομολογίες ζωής,
νά ’ναι αρχή και τέλος,
τα μεγάλα ερωτηματικά
τ’ ανερμήνευτα και τα μαγικά,
τα σπουδαία ανεξιχνίαστα,
τα θανάσιμα λόγια.
Ας μην βεβηλωθούν από αμύητους.
Μου ανήκουν όπως ο θάνατος,
όπως οι έσχατοι λόγοι της εκδημίας μου...

ΛΟΓΟΣ τρίτος Δ 3. - Το αίμα μας, μελάνι έκαναν

Οι χυδαίοι με τις χλαμύδες μας λιθοβόλησαν.

Το αίμα μας, μελάνι έκαναν,
μνημεία τις σάρκες μας,
λέγοντάς μας «ηρωικώς πεσόντες».

Μας λιθοβόλησαν οι χυδαίοι,
αφού πρώτα μας είπαν μπροστάρηδες,
αφού πρώτα μας φίλησαν στο μέτωπο.

Μας λιθοβόλησαν
την ώρα που σταματούσαμε το χρόνο,
σφίγγοντας τη ζωή στα χέρια μας,
την ώρα που τραγουδούσαμε
πως θα χτίσουμε άλλους κόσμους,
πως θα γκρεμίσουμε τα είδωλα.

Τις πέτρες, όμως, ξέχασαν να θάψουν,
τις πέτρες που αποκαλύπτουν τους λιθοβολισμούς.

Τις πέτρες που εμείς λατρέψαμε
και γράφουμε μ’ αυτές
στα μέτωπα των βουνών
το «αγαπώ»
και το «πεθαίνω».

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 2. - Μνήμη ο παλιός καστανάς

Μνήμη και οι ακίνητες φιγούρες του δρόμου,
ο παλιός καστανάς,
ο καμπούρης με το μαλλί της γριάς,
ο σαλεπιτζής στο πάρκο της γειτονιάς.

Μνήμη το παλιό τυπογραφείο
κι εκείνα τα πρώτα ποιήματα
που τραγουδούσαν προσδοκίες,
η αμφισβήτηση της εφηβείας,
το δάκρυ στα μαλλιά των κοριτσιών...

Μνήμη θαμμένη στο χιόνι,
πλάι σε χρόνια εφηβικά,
πλάι σε λουλούδια ξερά
που πετροβόλησαν άνθρωποι με χλαμύδες.

Ασάλευτα βλέμματα
και φωνές στοιχειωμένες
σημαδεύουν τις μέρες μας.
Λαλιές ακατάληπτες,
κραυγές πετρωμένες
τεμαχίζουν τις ώρες μας.
Μέτωπα κάθιδρα
ιστορούν την αγωνία
της κάθε νύχτας μας.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 1. - Τα λόγια μας κομματιάζουν τον χρόνο

Δ1.

Τα λόγια
μάς τοξεύουν,
κομματιάζουν το χρόνο,
μας δικάζουν.

Τα λόγια που έμειναν λόγια
χαμογελούν ειρωνικά στο σήμερα
σαν πάνω τους οι μνήμες αντικατοπτρίζονται...

Τα λόγια
διατρέχουν σημεία καταποντισμένα
στο χθες,
σε θάλασσες αρχαίες,
εισχωρούν σε αγγεία μελανόμορφα,
ταράζουν τον ύπνο των ωρών,
ξεθάβουν νεκρά αγγίγματα.

Τα λόγια διατρέχουν το χρόνο
ρευστοποιούνται,
διαχέονται σε ασύνορες θάλασσες,
σε γαλαξίες,
συγχέοντας τις τροχιές τους
με τις τροχιές των πλανητών
και την τροχιά της μνήμης...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ 9. - Η νύχτα γεωγραφεί τη στέρηση





Τώρα ώρα μνήμης...

Διαβάτες τώρα κάποιου δρόμου
που νέοι χαράξαμε κάποτε,
προσμένουμε το αύριο
μ’ ένα χαμόγελο φτιαχτό
και με τις μάσκες στα πρόσωπά μας.

Τώρα ώρα αλήθειας...

Με την ηχώ της να ειρωνεύεται,
να χαστουκίζει τον εφησυχασμό,
τα γυάλινα χρώματα,
τα παγωμένα δάκρυα.

Τώρα ώρα αλήθειας...
Μη ρεζιλεύεσαι άλλο...
Ο καθρέφτης
κάθε πρωί βλέπει το πρόσωπό σου
χωρίς να ξεχνάει το χθεσινό.
Μη ρεζιλεύεσαι άλλο...
Οι ουλές μακιγιάρονται μόνο τη μέρα.

Η νύχτα αποκαλύπτει τα σημάδια,
την ερημιά της μοναξιάς μας.
Καρφώνεται στα ιδρωμένα σεντόνια
και γεωγραφεί τη στέρηση και τ’ ανεκπλήρωτα.
Ακροβατεί στο κόκκινο,
με την επίγνωση του ζωντανού θανάτου...

Οι ουλές χαρακώνουν το πρόσωπο,
σημαδεύοντας τα χρόνια με αξημέρωτα πρωινά.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ 8. - Ποιοι κόψαν τα φτερά των γλάρων

Γ8.

`Ήχοι που οδηγούν στην ώρα του πάντα,
έχοντας για σημάδι γνωριμιάς πνιχτές κραυγές γλάρων,
γλάρων που ποτέ δεν έμαθαν ποιοί κόψαν τα φτερά τους...

Ποιοι ’κόψαν τα φτερά των γλάρων
κι έπεσε τόσο νωρίς η νύχτα;
Ποιοι στάθηκαν στη νιότη μας μαχαίρια;

Εκείνα τα γραφικά ακρογιάλια,
εκείνα τ’ απογεύματα στους ταρσανάδες
ποιοι μας τά ’κλεψαν;

Ποιοι τη ζωή τους έχτισαν με το δικό μας αίμα;

Σε απογεύματα βροχής ίσκιοι περιπλανώμενοι,
δάχτυλα σφιγμένα σε τούφες μαλλιών.
Σε απογεύματα βροχής έμειναν ακίνητες οι ώρες μας,
να σκλαβώνουν το χρόνο απαθανατίζοντας τα πρόσωπά μας.
Σε απογεύματα βροχής ψίθυροι και λυγμοί,
που έλεγαν πως δεν υπάρχουν πορείες δίχως λάθη
πληγές δίχως αίμα.

Εμείς στους ταρσανάδες μας
χτίζαμε καράβια για τη νιότη μας
στον κόσμο ν’ αρμενίσουμε.
Γοργόνες στα πανιά τους ζωγραφίζαμε,
και στις καρίνες τα μάτια που αγαπήσαμε χαράζαμε...

Σε απογεύματα βροχής έμειναν τα μάτια,
σε τσαλακωμένα χαρτιά οι λέξεις που έκαιγαν,
σε τραγούδια οι θύμισες,
σε αριθμούς οι αυταπάτες...

Κρατάω τα τραγούδια για τον αέρα,
τους αριθμούς για την προσμονή,
τις μνήμες για να ξορκίζω τα φαντάσματα...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ 7. - Είναι κάτι κραυγές μετέωρες

Γ7.

Είναι κάτι κραυγές μετέωρες
γεμάτες μνήμες,
μάγουλα γρατσουνισμένα,
αλαφιασμένα μαλλιά,
ματωμένα δάχτυλα.
Κλείνουν μέσα τους λασπωμένα πρωινά,
μάτια διασταλμένα...

Είναι κάτι σταγόνες βροχής
-χωρίς όνομα
-χωρίς χρώμα
-χωρίς σχήμα
που ακινητούν στις άκρες των φύλλων
ή,
εκεί που τ’ όνειρο χωρίζεται στα δυό.

Είναι τα βράδια που στέκονται μετέωρα
-σπάθες αμφίστομες-
διαπερνώντας το σώμα,
τεμαχίζοντας τις σκέψεις
-τις άλαλες-
που βολοδέρνουν σε σκοτεινά δωμάτια
-κάθιδρες-
γυμνές από προσχήματα,
σημαδεμένες και πέρα απ’ το θάνατο
με ιερογλυφικά μοναξιάς.

Και είναι οι άνεμοι
που κομματιάζονται στα δέντρα,
και οι φωνές τους αυτές που γυρνούν τα ρολόγια,
που ορίζουν τις επιστροφές της μνήμης,
καθώς ανασαίνει την ερημιά των δέντρων...

Φωνές που τυλίγουν μαρμαρωμένα χαμόγελα
χέρια που πέτρωσαν, καθώς τεντώνονταν,
χωρίς ποτέ ν’ αγγίξουν το ένα το άλλο...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ6. - Τις μνήμες έκρυβα

Γ6.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...

Τις μνήμες έκρυβα σε γωνιές αραχνιασμένες,
σε κάμαρες με πετρωμένα παράθυρα.
`Έκρυβα εκεί που υπήρχε μόνο νύχτα
τα πήλινα κύπελλα με τις αρχαίες δαχτυλιές,
τους αμφορείς που υπερπλήρωσε η αγωνία μας...
`Έτσι δεν έμαθε κανείς τη μοναξιά μας,
για το κρύο που μας διαπερνούσε
όταν χαράζαμε το όνομά μας στους τοίχους της φυλακής...

Η φυλακή είναι ένας φόβος
μια σιωπή, τα χίλια μη,
μ’ ένα μόνο παράθυρο
κι εσένα απέναντι μια επανάσταση...

Τα δειλινά σ’ αναζητούσα πίσω απ’ τις πικροδάφνες...
`Έκανα βαρκούλες με προκηρύξεις που ποτέ δεν μοιράστηκαν
αν και τυπώθηκαν μ’ αίμα από τις φλέβες μας.

Οι προκηρύξεις μας
έμοιαζαν πάντα με σπασμένες σημαίες,
με κάτι κραυγές μετέωρες και φιμωμένες...

Οι προσμονές μας έμοιαζαν με κάτι ξεχασμένα πεύκα στις άκρες χορταριασμένων μονοπατιών, που βήμα οδοιπόρου έχει χρόνια να ταράξει τα παιγνίδια της σαύρας. `Έμοιαζαν με καράβια παροπλισμένα και απόμαχα, που έχουν ξεχάσει το σχήμα του ωκεανού και τη γεύση της τρικυμίας...

Οι σημαίες μας
θύμιζαν τοιχογραφίες ανώνυμων
σ’ εξωκλήσια απρόσιτων βράχων,
θύμιζαν κείμενα αποκηρυγμένα και απόκληρα,
αλήθειες κρεουργημένες...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ5. - Συνθήματα στους τοίχους

Γ5.

Συνθήματα στους τοίχους
και περιπολικά.

Μοιρασμένα όνειρα,
κραυγές σε πρωτοσέλιδα,
πορείες επικίνδυνες χωρίς φρένα
-μόνο σημαίες και αίμα.

Εσύ
και η λαλιά σου για τις νύχτες.
Εγώ
και η λαλιά σου για τις μέρες.

Κρυώνω κατακαλόκαιρα,
ψάχνω προσκέφαλο για όνειρα,
ψάχνω τα σημάδια του λαιμού,
τις δαχτυλιές στα ποτήρια...

Τρομάζω με τ’ άσπρο χαρτί...

Οι ποιητές του κόσμου
προφητεύουν ερείπια...

Με μέτωπο ματωμένο
αναζητώ τα χείλη σου
στις σχισμένες αφίσες κάποιας ιδέας
μιας επανάστασης
που δεν κάναμε ποτέ...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ4. - Σ’ έψαχνα αγαπημένη...


Γ4.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...
Με τα χέρια ψηλάφιζα γνωστές πέτρες,
πασχίζοντας να βρω τα χνάρια της φυγής σου.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...
Φώναζα τ’ όνομά σου
στα νυχτωμένα μονοπάτια του κόσμου,
ακούγοντας μόνο τον αντίλαλο
να χιλιοσχίζεται σε κυπαρίσσια.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...
στους πεθαμένους δρόμους και στις σχισμένες αφίσες,
στα σφαλιχτά παράθυρα της ερημιάς του κόσμου...
Σ’ αναζητούσα
-πασχίζοντας να συναντήσω τα μάτια σου,
-πασχίζοντας ν’ αγγίξω τα χέρια σου,
μια έστω άκρη από το ρούχο σου.

Μακρινό ακροκέραμο η μορφή σου
σταματημένο στην άκρη του κόσμου,
να σημαδεύει την άκρη του ουρανού,
την αρχή
και το τέλος από πορείες οδύνης.
Μακρινό ακροκέραμο η μορφή σου
ραγισμένο ως αρχαίο εύρημα,
να θυμίζει θλιμμένα απογεύματα
και φιλιά ταριχευμένα.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ3. - Εμείς κινήσαμε κατακαλόκαιρο

Εμείς κινήσαμε κατακαλόκαιρο,
σκουπίζοντας απ’ τα χείλη,
το δάκρυ και το αίμα του έρωτα.

Τα κορμιά μας ιδρώτα μύριζαν,
τα χέρια μας απελπισμένα έψαχναν.

Εμείς κινήσαμε κατακαλόκαιρο
τον ήλιο κοιτώντας κατάματα.
Σε τούτο το χώμα δεν ήρθαμε να κλέψουμε
στο πέλαγος δεν ξανοιχτήκαμε στην τύχη.

Βαθιά ν’ αγαπηθούμε θέλαμε
και τραγουδώντας να πεθάνουμε.

Δεν ήρθαμε να κλέψουμε,
παρά ν’ αγκαλιαστούμε στις φουρτούνες,
να πάρουμε στον ώμο το σταυρό μας,
να ορκιστούμε στα τριαντάφυλλα...

Κινήσαμε κατακαλόκαιρο,
χωρίς επινίκια τραγούδια,
με ποντοπόρα όνειρα στα μάτια μας
και χιόνια στα μαλλιά μας...

Τώρα
δε μένει παρά το χιόνι.
Αδιαφορώντας για τα χνάρια που θ’ αφήσω
δραπετεύω,
τους δεσμοφύλακες προκαλώντας
να ουρλιάξουν «πυρ»...

Το χιόνι... το χιόνι...
Ίσως ξαναβρεθούμε στο χιόνι...
Αγαπημένη...

ΛΟΓΟΣ τρίτοσ - Γ2 - Τί γυρεύουμε σε τόσες επιφάνειες

Τί γυρεύουμε
ανάμεσα σε τόσες επιφάνειες;

Οι επιφάνειες χαμογελούν.
Αστράφτουν καλά σμαλτωμένες.

Οι επιφάνειες -φράχτες στα μάτια μας
κρύβουν ζηλότυπα
-νεύρα, αρτηρίες, φλέβες.

Πρέπει να σπάσουμε τις επιφάνειες,
πρέπει τα μάτια μας να δουν στο βάθος.
Πρέπει τα δάχτυλα να φτάσουν στα νεύρα,
στις αρτηρίες,
να επιστρέψουν σε κάποια μήτρα
σε κάτι προϋπάρχον.

Πρέπει να συντριφτούν οι επιφάνειες,
μήπως και βρούμε κάποιο φως
στα υπόγεια κοιτάσματα...

Τί γυρεύουμε ανάμεσα σε τόσες επιφάνειες
εμείς -ως ασθενείς της τρίτης θέσης
-ως μελλοθάνατοι της φιέστας που μυρίζει φορμόλη
-ως παρείσακτοι και ρακοσυλλέκτες;

Τί γυρεύουμε ανάμεσα σε τόσες επιφάνειες,
εμείς -οι νυχτερινοί εραστές των τοίχων,
που ζωγραφίζουμε στο σκοτάδι την `Άνοιξη,
σφίγγοντας τις γροθιές μας στο θάνατο,
-οι ονειροπόλοι;

Εμείς οι ανώνυμοι,
οι ενταγμένοι στις προαποφάσεις τους,
οι ανένταχτοι εραστές της δίψας,
του έρωτα και του θανάτου,
θ’ ανεμίζουμε πάντα τη σημαία της άρνησης.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ1 - Εσύ που ξέρεις να διαβάζεις τα μάτια

Εσύ
που ξέρεις να διαβάζεις τα μάτια,
που ξέρεις να κρατάς το χέρι
την ώρα που σέρνω βροχή
Εσύ ξέρεις και τ’ όνομά μου.

Στις αλάλητες ώρες,
στις νεκρικές απουσίες
θα μιλάς χαμηλόφωνα.

Θα ρωτάς τους αγέρηδες
τη σκιά μου αν είδαν,
τις σταγόνες της βροχής, θα ρωτάς,
τα μαλλιά μου αν δρόσισαν...

Τις ανώνυμες σταγόνες της βροχής,
θα ρωτάς, για τους ανθρώπους...
«Οι άνθρωποι...
Τί απόγιναν οι άνθρωποι;
Δεν ένιωσα κανένα σεισμό.
Τί έγιναν οι άνθρωποι;»

Τί απόγιναν οι άνθρωποι;
Και τί γυρεύουμε σ’ αυτό το λεωφορείο
με τα σπασμένα τζάμια,
με τους τουρίστες που μασούν πασατέμπο,
αδιαφορώντας για το τοπίο;
Θά ’πρεπε από ώρα να είχαμε κατέβει.
Θά ’πρεπε από ώρα να οδοιπορούσαμε,
σηκώνοντας στους ώμους τις αποσκευές μας.
Τί γυρεύουμε σε τούτο το λεωφορείο
λέγοντας «καλή αντάμωση»
σε ταξιδιώτες αδιάφορους,
σ’ ανθρώπους που μας ξενάγησαν σ’ έρημες χώρες;

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β15 - `Έτοιμος από καιρό...

`Έτοιμος από καιρό...

Φορτωμένος σπασμένους καθρέφτες,
χορτασμένος ραγισμένα τραγούδια,
ιδρωμένος στα χιόνια των ερώτων,
πανέτοιμος στους ανέμους τους τέσσερις
να σκορπίσω την ανάσα μου...

`Ετοιμος για το τελευταίο ταξίδι,
με το λευκό μαντήλι του αποχωρισμού στο λαιμό
κι ένα κλωνί βασιλικού στ’ αφτί,
τοκίζω στ’ αστέρια έναν έρωτα ανομολόγητο,
στ’ όνειρο τα μάτια με το χρώμα τ’ ουρανού,
καταθέτοντας στις μαρτυρίες των τρίτων
ένα μου πέταγμα στην άβυσσο.

Να χάσω δεν έχω πολλά
-εξόν από μάτια που βλέπουν πίσω από κουρτίνες, -εξόν από αφτιά που αφουγκράζονται στην ερημιά -εκτός από χείλια υπερπληρωμένα με στιφάδα αγρύπνιας.

Να χάσω δεν έχω πολλά
-εκτός από του στήθους μου τις χαρακιές,
που σκύβει και φιλά ανάβοντας κερί στις θύμισες
ο Δον Κιχώτης μου κάθε που λέει «καληνύχτα»...

Ο Δον Κιχώτης μου μόνος του απέναντι στο θάνατο,
να μιλάει με τους άταφους των αιώνων.
Μόνος του στην παγωνιά των εξόριστων ερώτων,
σφίγγει στη χούφτα του ματωμένα όνειρα,
κι ένα προσευχητάρι στα χέρια του
-ιστορημένο με πρόσωπα αγοριών
που στα χείλη τους κρέμασαν αγριολούλουδα,
-ιστορημένο με πρόσωπα κοριτσιών
που στα μαλλιά τους κάρφωσαν ανεμώνες...
-ιστορημένο με ραγισμένα πρόσωπα
που ανάμεσα στα δόντια τους κρατούν σπυρί ζωής...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β11 - Ενώπιος, ενωπίω

Β11.


Ενώπιος ενωπίω
-απομυθοποιημένη αγωνία-
για την ομολογία την έσχατη.

Ο δρόμος υπήρξε μακρύς
και η οδύνη παρούσα στις ώρες της νύχτας.

Υπόδικος σκιών
εν ονόματι των «καλώς εχόντων»
και της σιωπής.

Υπόδικος ερπετών
στο όνομα
του «έτσι υπάρχειν»
και της αφθονίας...

Ταραξίας τώρα
το: «επί σκοπόν...ΠΥΡ!»
χλευάζω...

Με όνειρα πυρπολημένα
και ματωμένο στήθος
τραγουδάω πρωινά αξημέρωτα.

Ανυπόταχτος στις συμφωνίες του φόβου,
εξαγνίζομαι στο δάκρυ των ματιών σου
τους ανείπωτους πόνους τραγουδώντας...

Με μάτια γεμάτα φως,
με χέρια έτοιμα να ξαναχτίσουν.
`Έτοιμος, από καιρό, για το ταξίδι...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β10 - Στην έρημη πόλη οδοιπορώ

Β10.

Οδοιπορώ

Στην έρημη πόλη οδοιπορώ,
με φλέβες σχισμένες,
και μάτια καρφωμένα,
οδοιπορώ...

Οδοιπορώ
προσμένοντας το σεισμό
και την πτώση μου
μ’ ένα χαμόγελο.

Η έρημη πόλη το αλώνι μου.
Αντίκρυ μου αυτοί που σταματούν τον ήλιο,
αυτοί που νεκρώνουν τον αγέρα,
αυτοί που πίνουν το αίμα μου...

Να τους γκρεμίσω θέλω.

Να τραγουδήσω θέλω τη ζωή.
-`Έστω χωρίς στόμα.
-`Έστω χωρίς φτερούγες.
-`Έστω μόνο με μάτια...

Αντάρτης να σταθώ,
προσμένοντας την ώρα που αντέχει στο αίμα,
που χωράει χίλιους ήχους,
μυριάδες κραυγές...

Τους τοίχους
να γκρεμίσω θέλω...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β9 - Πέρασα στην απέναντι όχθη

Πέρασα στην απέναντι όχθη
καλά φορολογημένος
απ’ τους ανθρώπους...

Στις τσέπες μου
μόνο ένας καθρέφτης μικρός
και μια τρύπια δραχμή

Να κοιτάζω ανάμεσά της τα χέρια τα κομμένα,
το βομβαρδισμένο στήθος.
Να σφυρίζω μηνύματα σ’ αυτούς που έμειναν πίσω
κρατώντας ενέχυρο τα χέρια μου.

Αδιαφορώ...
Μπορώ πια να ζήσω μόνο με μάτια.
Μπορώ να ψηλαφώ με την ανάσα μόνο.
Μπορώ να πεθαίνω κατά βούληση.

Ξέροντας πως
αν κάτι μ’ αγάπησε παράφορα
κι αν κάτι λάτρεψα ασύνορα
είταν οι Θερμοπύλες...

Πέρασα στην αντίπερα όχθη.

Κρατήστε τους βάλτους
για την τιμή των όπλων σας.

Ανήκω πια στα οροπέδια...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β8 - Σχήμα προσώπου μεταμορφωνόμενο

Β8.

Σχήμα προσώπου
μεταμορφωνόμενο σύμφωνα με το φύσημα του αγέρα.
Σχήμα προσώπου
υποκλινόμενο στις σκοπιμότητες συστημάτων,
χρώμα προσώπου
λασπωμένο εν ονόματι των νόμων
και της τάξης των πραγμάτων...

Σας εξορίζω στα θλιβερά κατάλοιπα
των ανερμάτιστων ημερών..

Αρκούν, πια, σε μένα
μια χούφτα αγάπη,
μια πίκρα ανείπωτη,
μια θάλασσα σχισμένες φλέβες
και η σημαία του λοξία.

Αρκούν σε μένα
μια χούφτα αγάπη,
μια νύχτα ρακένδυτη
κι ένα υπόγειο παγωμένο,
να γράφω στους τοίχους του
τη δική μου Οδύσσεια
-έστω
γνωρίζοντας πως
θα είμαι κι εγώ
ο ανώνυμος ένας
των τόσων δισεκατομμυρίων νεκρών
του χθες
του σήμερα
του αύριο...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β7 - Σχήμα και χρώμα της μορφής μου

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
σας συναντώ
στο τελευταίο δέκατο του εικοστού αιώνα
ντυμένα με ρούχα πλαστικά.

Σας συναντώ
στις πανάθλιες εταίρες του σήμερα,
στα φανερά καταδικαζόμενα Σόδομα,
στα κρυφά λατρευόμενα Γόμορρα
και στον τρόμο των παιδικών ματιών.

Σας συναντώ
με χίλιες ταμπέλες,
άοσμα και ανύπαρκτα,
να μιλάτε γλώσσα ερειπωμένη,
ν’ αναπνέετε την αιθάλη χαμογελώντας,
να υποχωρείτε στις καταιγίδες,
δοξάζοντας την ευκαμψία της μέσης...

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
εκπορνευόμενα για πινάκιο φακής
σας συναντώ
στη σιωπή των καταφυγίων,
στα ναρκοθετημένα οροπέδια
της Μέσης Ανατολής,
στις κοχλάζουσες αφρικάνικες ζούγκλες
στ’ ανθρωποπάζαρα της Αμερικής,
στη νεκρική σιγή των Βαλκανίων
συνεχώς να μασκαρευόμενα.

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
συμβιβαζόμενα καθημερινά
με τις ντροπές ενός αιώνα παράδοξου
σας συναντώ
να δοξάζετε τις τραγελαφικές αντιθέσεις
στα χρηματιστήρια της ανθρώπινης ζωής,
κλείνοντας τα μάτια στους βιολογικούς θανάτους...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β6 - Σχήμα της μορφής μου επίπεδο

Β6.


Σχήμα της μορφής μου
τετραγωνισμένο κι επίπεδο.

Σε συναντώ
στις αφίσες των τοίχων,
στα καρβουνιασμένα δάση,
στις δολοφονημένες θάλασσες...

Σε συναντώ
σε πολιτείες αμίλητες,
σε μουντούς ουρανούς,
σε ματωμένους δρόμους,
σε φυλακές και ψυχιατρεία,
σε βρώμικα αποχωρητήρια αναμορφωτηρίων
να παρακολουθείς μ’ απάθεια τους ζωντανούς θανάτους,
καταγράφοντας μόνο αριθμούς.

Σχήμα της μορφής μου...
Σε συναντώ στην ερημιά των κούφιων λέξεων
και στα τετράγωνα κουτιά των τηλεοράσεων,
στα κλουβιά του μπετόν αρμέ
και στις γιορτές των επετείων με το χαμόγελο κλόουν...

Σε συναντώ
στα κρατικά πορνεία
να σε βιάζουν νταβάδες εξουσίας.
Στις τσέπες των χριστιανών
- σε συναντώ -
που στηρίζουν τους μύθους τους
πετροβολώντας τον έρωτα
κι έχοντας κλειστά τα μάτια
στο δάκρυ των έσχατων.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β 5 - Τοίχοι τσιμέντινοι εγκάρσια με τεμαχίζουν

Σχήμα του προσώπου μου
- τετραγωνισμένο κι επίπεδο -
πίσω από καγκελόφραχτα παράθυρα
ανασαίνεις το θάνατο των φουγάρων.

Μάτια καρφωμένα με κεραίες τηλεοράσεων,
πνιγμένα σε γκρίζα κομμάτια ουρανού.

Τοίχοι τσιμέντινοι εγκάρσια με τεμαχίζουν,
πλαστικά λουλούδια ντύνουν το σώμα μου...

Και το τοπίο αμετάβλητο,
κάθε πρωί προφητεύει νέους θανάτους,
καθώς στο ραδιόφωνο
η φωνή που ερωτευθήκαμε ψιθυρίζει
διαφημιστικά για σερβιέτες και σαμπουάν,
μαχαιρώνοντας τους στερνούς μύθους...