Google+ Followers

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου - ΛΟΓΟΣ τρίτος, Β4.



Στην έρημη πόλη
σχήμα και χρώμα της μορφής μου
σας συναντώ σε συρματοπλέγματα.

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
σας συναντώ σε αμίλητους τοίχους,
σε λέξεις ξεχασμένων βιβλίων.

Σχήμα της παλάμης μου,
ραγισμένη επιφάνεια χρωματισμένη σκούρο μπλε
σε συναντώ σ’ απομεινάρια οδοφραγμάτων,
σ’ ετοιμόρροπους κυματοθραύστες,
σε πρωινά που δεν ξημέρωσαν...

Τα μάτια μου τα σταύρωσαν εφτά φορές - ΛΟΓΟΣ τρίτος, Β3.

Τα μάτια μου...
Χιλιοσπασμένοι καθρέφτες τα μάτια μου,
με την υγρασία της αβέβαιης μέρας στα βλέφαρα.

Τα μάτια μου τα σταύρωσαν εφτά φορές
κι εφτά φορές τα μοίρασαν.

Στους σταυρωτές μου
χάρισα ένα χαμόγελο,
χαραγμένο με ράμφη πουλιών
στο μέτωπο κάθε αγωνίας.

Ασταύρωτο έμεινε το δάκρυ,
σπονδή σε λόγια και συνθήματα
που έμειναν στους τοίχους ξεχασμένα,
ή στον αγέρα άψυχα.

Και οι αγάπες
που δεν χάρηκαν το δάκρυ μου
καλότυχες νά ’ναι.
Καλότυχοι και οι σύντροφοι
που δείλιασαν στις Θερμοπύλες
κι εφτά φορές με σταύρωσαν...

Δικό μου το δάκρυ,
το ασταύρωτο...
Να το χαρίσω ξανά στους ανέμους,
στις αρχαίες σκουριές
και στην αρμύρα μιας ανάμνησης.

Δικό μου το δάκρυ, το ασταύρωτο
και τα όνειρα τ’ ατείχιστα...

Στην έρημη πόλη πορεύομαι... , ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β2.

Τοπία ακίνητα σε λησμονημένες σελίδες.
Μαρμαρωμένες γοργόνες από αέρα και ήλιο,
χωρίς μια σκιά, χωρίς μια φουρτούνα στα μάτια,
να λεν πως αγάπησαν,
να λεν πως θυμούνται τα μάτια που τις λάτρεψαν.

Στην έρημη πόλη πορεύομαι...

Παγωμένες σκιές οι γύρω
θρυμματίζονται κάθε που απλώνω το χέρι,
συντροφιά μου, αφήνοντας, τη νύχτα.

Μόνο στους κήπους κάποιες σιωπές
κρατούν ακόμα το χρώμα του φθινοπώρου,
αγγίζουν το σώμα της νύχτας,
σφίγγουν στο στήθος τους σκόρπιες νότες...

Στην έρημη πόλη αναζητώ
ό,τι διαλύθηκε στο πρώτο άγγιγμα,
αναζητώ ό,τι αγαπήθηκε παράφορα...

Στα μάτια μου
εφιάλτης η Προκρούστια κλίνη,
τα μέλη που τεντώνονται για να φτάσουν,
τα μέλη που τεμαχίζονται για να χωρέσουν.

Και η γεύση της πίκρας
κατακάθι στα χείλη μου...

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β1.

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη
χρόνια έχει να ξημερώσει.
Στα δρομάκια
ηχούν βήματα ανθρώπων που ποτέ δεν γεννήθηκαν
και ανθρώπων που ποτέ δεν έμαθαν το θάνατό τους.
Στα παράθυρα γκρίζα μάτια ακινητοποιημένα
στα οργωμένα πάρκα ξεφτισμένα πυρωμένα κορμιά.

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη
δεν υπάρχει λιμάνι για να σαλπάρουμε.
Δεν υπάρχει ουρανός να μας σκεπάσει.

Μόνο μεθυσμένοι άνεμοι και σκοτάδι...

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη
αναζητάω τις ώρες σε μουχλιασμένες θύμισες.

Τα μάτια τοπία απουσίας
κορνίζες εξόριστης πίστης.

Αναζητάω τις ώρες ανάμεσα σε δάχτυλα,
ανάμεσα σε φλέβες που άντεξαν στο γκρίζο.
Όπως άντεξαν στο χρόνο κάποια ακρογιάλια
γεμάτα σάπια ξύλα και μέρες βουβές,
με μόνο ήχο το φλοίσβο της θάλασσας,
με μόνες εικόνες τα λιγοστά κυπαρίσσια,
τα ερειπωμένα σπίτια, τους άδειους καφενέδες,
τις αρχαίες φραγκοσυκιές...

Πώς να ψάξω το πρόσωπό σου; ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α29.


Τότε που
έλεγα και ξανάλεγα πως:

Μυστικά από μένα δεν έχω,
παρά μονάχα εσένα,
που κοιτάζεις τις χούφτες μου
τις γραμμές τους διαβάζοντας...

Τότε που
έλεγα και ξανάλεγα πως:

Να κλάψεις θέλω.
Τα δάκρυα να ρουφήξω από τα τσίνουρα.
Να ζωντανέψω τ’ όνειρο στις χούφτες μου...

Και τώρα να ρωτώ και να ξαναρωτώ:

Τις εικόνες σου
με τόση νύχτα γύρω
πώς να ψάξω;

Τα δάχτυλά μου δεν έχουν άκρες,
και δε θα βρουν τ’ αποτυπώματά τους,
παρά μονάχα απ’ την παλάμη -κι αυτά μουντά
με την τρύπα του καρφιού -να χάσκει.

Πώς να ψάξω το πρόσωπό σου
με τόσο σκοτάδι
και με κομμένα δάχτυλα;

Τα βράδια σ’ έπαιρνα απ’ το χέρι, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α28.



Α28.

Λέξη με λέξη ύφαινα τη ζωή
ανάσα - ανάσα σού στόλιζα το μέτωπο.

Τα βράδια σ’ έπαιρνα απ’ το χέρι,
σε πήγαινα σε ξεχασμένες γέφυρες,
στις ακροθαλασσιές της σιωπής μας.

Σε ξεναγούσα σε αρχαίες πολιτείες,
σου έδειχνα τα κιονόκρανα
και τις σπασμένες μετώπες...

Σκαρφάλωνα στις πιο ψηλές κορφές
ανοίγοντας τα χέρια
για να σου δείξω το πλάτος της αγάπης.

Μάζευα χαλικάκια από ακτές ξεχασμένες,
φύκια για να στολίσω το πορτρέτο σου...

Κι εσύ...
Αμήχανα έπαιζες τα δάχτυλα
σαν γέμιζα δυό μάτια με την παρουσία σου,
σαν γέμιζα δυό βότσαλα με την ανάσα σου...
σαν έλεγα πως:

θά ’σαι απ’ τα έργα
που δεν αρκούν δυό πινελιές
και μια χουφτίτσα χρώμα.

Κάποτε θα τραγουδήσω με τη φωνή των δέντρων, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α27.

Κάποτε
θα τραγουδήσω με τη φωνή των δέντρων,
με το ψιθύρισμα των λουλουδιών.

Κάποτε
θα τραγουδήσω με το θρόισμα των φύλλων,
με τη φωνή των ανέμων.

Κάποτε
θα τραγουδήσω με το ξέσπασμα καλοκαιριάτικης μπόρας
και θα σταθώ απέναντί σου με δυο κυκλάμινα...

Θα τραγουδήσω για τα σπίτια με τις βοκαμβίλιες
για τα ξωκλήσια που σκλαβώνουν στο άσπρο τους το φως,
για σκαριά τσακισμένα
και γοργόνες που θρηνούν ακόμα την πτώση του Ίκαρου.

Μικρό πουλί
κάποτε θα τραγουδήσω
μ’ εκείνες τις ξεχασμένες νότες,
μ’ εκείνες τις σκουριασμένες λέξεις
που άκουγες σαν κούρνιαζες στην αγκαλιά μου
σαν έγερνες στο ένα μου φτερό
και σε ταξίδευα στα παιδικά σου όνειρα...

Μικρό πουλί, αποδημητικό...
στα δικά μου τραγούδια
τα ταξίδια δεν πέθαναν.

Ανάσα - ανάσα τραγουδάω τον έρωτα,
λέξη τη λέξη υφαίνω τη ζωή...

Κουράστηκες να περπατάς τις νύχτες, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α26.

Κουράστηκες να περπατάς τις νύχτες.
Τόσο σκοτάδι ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα σε κούρασε.

Τα φύλλα του φθινόπωρου γέμισαν λάσπη.
Χιόνια σκεπάσαν τα μαλλιά μας.

Νοστάλγησες την άνοιξη,
τα καλοκαιρινά ακρογιάλια...

Άνοιξες τα πανιά σου καταχείμωνο
αναζητώντας ηλιοτόπια...

Μικρό πουλί αποδημητικό,
ποιοι ήλιοι τώρα σ’ αγκαλιάζουν;
Μικρό πουλί...

Ήταν δικές μας οι νύχτες... - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α25.

Οι νύχτες...

Ήταν ωραίες οι νύχτες...
Δικές μας ήταν
κι είχαν κι ένα μεγάλο μάτι για φεγγάρι
κι ένα αίσθημα απουσίας του κόσμου.

Ήταν δικές μας οι νύχτες...
Στις θάλασσές τους ξυλάρμενοι μπαρκάραμε
με το παράπονο πυξίδα μας
και τον καημό γι’ ακρόπρωρο...

Για μας τους ποντοπόρους
με τις σκουριασμένες καρίνες
ήταν μονάχα νύχτες...

Νιώθαμε τον άνεμο να μας τυλίγει,
νιώθαμε το σκοτάδι να μας κρύβει απ’ τον κόσμο
και τις σταγόνες της βροχής
να εισχωρούν στα κύτταρα,
στις φλέβες...

-Δεν θα βρεθεί κανείς για να μας κρύψει,
ρώταγες
παρά μονάχα η νύχτα;

Μα η νύχτα είναι χωροχρόνος,
παραπέτασμα αδιαπέραστο από μάτια, ανάσα, αφή.
Η νύχτα είναι αγωνία άμετρη,
δοξαστικό ενός θανάτου,
σημάδι απόλυτης απουσίας.

Μαθαίνουμε τους δρόμους της,
το σχήμα των σκιών της,
μαθαίνουμε το άγγιγμά της οδοιπορώντας.

Πού ονειροπολούσες; - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α24.



Ποιος άνεμος φιλούσε τα μαλλιά σου
τις ώρες που κραύγαζαν οι φλέβες μου,
τις ώρες που ξεψυχούσε η αγωνία στα ματόκλαδα;

Ποιες σκόνες έκαναν τα μάτια μου να τσούζουν,
τις ώρες που ξέθαβα τις εικόνες σου,
τις ώρες που έστρωνα για σεντόνι μου τις θύμησες
και καρτερούσα να φανείς όπως σε όραμα;

Πού ονειροπολούσες;
Πού ταξίδευες;
Πού οδοιπορούσες;

Τώρα παίρνει το σχήμα σου η σιωπή
και τη λαλιά σου τα ποτήρια.

Στους τοίχους ζωγραφίζεται το χθες
κι ένα καράβι όλο συντρίμμια.

Στους τοίχους πιάνω και κρεμώ
τις ξεφτισμένες νύχτες...

Δεν ήξερα πόσο θ' αργούσαν οι άνοιξες - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α23.




Δεν ήξερα πόσο θ’ αργούσαν οι άνοιξες,
πόσο αργό θα είταν το βήμα του ήλιου
και περίμενα...

Σκυμμένος στα κάγκελα,
κοιτώντας τα φώτα της πολιτείας
περίμενα...

Περίμενα
δαγκώνοντας τη γλώσσα μέχρι που να ματώσει,
τραγουδώντας πως όπου νά ’ναι θά ’ρθεις,
να κοκκινίσουν τα χείλη σου,
να σβήσεις τα κρύα φώτα
τα μαλλιά σου στα μάτια μου τυλίγοντας...

Δεν ήξερα πόσο θ’ αργούσαν οι άνοιξες,
ούτε και πως κάθε αναλγησία
έχει το δικό της αλφάβητο.

Σκυμμένος στα κάγκελα
ζωγράφιζα στο σκοτάδι
τα χνάρια των βημάτων σου
και της επιστροφής τους ήχους.

Η ζωή στο κόκκινο



Η ζωή στο κόκκινο
(Παρουσίαση του μυθιστορήματος «Ζωές στο κόκκινο, 3-3-2011)
Χρήστος Μπλέτας – δημοσιογράφος (τ. διευθυντής «Ε» Ελευθεροτυπίας)


Όταν τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου μου γεννήθηκε η εξής απορία: Ο Άγγελος είναι ένας συγγραφέας που υποδύεται τόσα χρόνια το δημοσιογράφο ή ένας δαιμόνιος δημοσιογράφος που βρήκε ένα τρόπο να πει λόγια ανείπωτα φορώντας τον μανδύα του συγγραφέα;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι - πέραν της επαγγελματικής μου διαστροφής- που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Άγγελος είναι τελικά το δεύτερο. Ένας αθεράπευτα ρομαντικός δημοσιογράφος με λογοτεχνική φλέβα.

Αναφέρω ορισμένους που πηγάζουν από την ανάγνωση του βιβλίου του.

• Αντλεί το θέμα του μυθιστορήματος από την επικαιρότητα. Οι «ζωές στο κόκκινο» έρχεται ως συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου του, «κρυφοί έρωτες» , μια έκδοση, που γνώρισε επιτυχία στο κοινό της πόλης και αναφερόταν στην περίφημη «γκαρσονιέρα της Λάρισας», όπως έγινε γνωστή από τα ΜΜΕ, στο πανελλήνιο

• Η κοινή γνώμη έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ήρωές του, όπως άλλωστε και για κάθε δημοσιογράφο. Eίναι η άποψη και παράλληλα η συνείδηση μιας κοινωνίας που ασκεί έλεγχο και κριτική.

• Επιλέγει εφημερίδα να είναι εκείνη που πατάει την σκανδάλη ώστε να ξεσπάσει το ροζ σκάνδαλο και

• Περιγράφει με λεπτομέρεια και ακρίβεια τα γεγονότα τηρώντας πιστά τους κανόνες της κλασσικής δημοσιογραφίας, η οποία γράφει την ιστορία της στιγμής. Μιλά δηλαδή, με σαφήνεια για τις πράξεις και τις προθέσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου και δεν αφήνει σκιές και αμφιβολίες για τους χαρακτήρες και τις απόψεις τους.

• Επιλέγει ως πρωταγωνιστές, πρόσωπα οικεία, που μας θυμίζουν κάποιους, ίσως κι εμάς τους ίδιους. Μέχρι τέλους, κρατά με τέχνη το ενδιαφέρον του αναγνώστη σχετικά με την κατάληξη που ο συγγραφέας επιθυμεί να έχουν οι ζωές στο κόκκινο, όχι στο κόκκινο του ερωτικού πόθου ή του συναισθηματικού πάθους, αλλά στο κόκκινο ενός ανεξέλεγκτου ερωτικού ενστίκτου που επιδιώκει την εξαργύρωσή του στα πάσης φύσεως τοπικά κοινωνικά χρηματιστήρια.


Το θέμα του βιβλίου είναι η ερωτική συμπεριφορά -ακραία και μη- εκπροσώπων της εύπορης τάξης της πόλης και επίδοξων μελών της. Για τους πρωταγωνιστές, η ηδονή είναι ένα τρόπαιο που καλείται κανείς να κυνηγά και να κατακτά διαρκώς. Ένας αυτοσκοπός, θρησκεία . Έτσι η κατάκτηση μιας όμορφης νεαρής ή ενός νεαρού χαρίζει αίγλη, πρόσκαιρη ευτυχία στον ήρωα ή στην ηρωίδα, αλλά διαρκεί τόσο όσο μια μέθη. Παράλληλα, δημιουργεί νέα πεδία ανταγωνισμού μεταξύ των θυτών και υποψηφίων θυμάτων.

Εκτός από τον τύπο του παραδοσιακού άνδρα, τον φιλόδοξο, κυνηγό ή μοναχικό, στο βιβλίο του Άγγελου εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας νέος τύπος γυναικών. Οι γυναίκες «Cougar»., όπως λέγονται στις μέρες μας αυτές που κυνηγούν νεαρούς. Στο βιβλίο του Άγγελου είναι γυναίκες που δεν ολοκληρώθηκαν συναισθηματικά και σεξουαλικά στο γάμο τους. Ασφυκτιούν εγκλωβισμένες στο παραδοσιακό ρόλο της συζύγου και ζουν την πλήξη μιας επαρχιακής πόλης. Με ποικίλες ερωτικές συναναστροφές, αναζητούν την αυτοπραγμάτωση υποδυόμενες άλλοτε ηρωίδες από αμερικάνικες σαπουνόπερες που βλέπουν στην τηλεόραση κι άλλοτε τις πρωταγωνίστριες των φιλμ πορνό που προβάλλονται μεταμεσονύχτια.


Μέσα από μια άλλη ανάγνωση, το βιβλίο αποτυπώνει την ασημαντότητα της ζωής κάποιων ανθρώπων, τις μικρολογίες, καθώς και τρέχουσες αξίες που κυριαρχούν στην καθημερινότητα. Θα ήμουν άδικος αν ισχυριζόμουν ότι όλα αυτά είναι αποκλειστικά …προνόμια μιας πόλης. Η έλλειψη οράματος είναι κάτι που αφορά και την πρωτεύουσα αλλά και ολόκληρη τη χώρα και πολλούς από τους κατοίκους της..
Η διαφορά είναι στα μεγέθη, όχι στην ουσία. Αν πρόκειται, δηλαδή, για ένα παράγοντα της Λάρισας και την ανώνυμη νεαρά καλλονή συνοδό του, μπορεί και να μην ασχολούνταν κανείς μαζί τους, τουλάχιστον δημοσίως. Ενώ αν ο μεγαλοσχήμων είναι υψηλότερου βεληνεκούς, όπως για παράδειγμα ο γιος του Καντάφι την εποχή που ερχόταν στην Ελλάδα, και στο πλευρό του είχε μια πρώην Σταρ Ελλάς ή το φερόμενο ως κορίτσι του Ρέμου τότε θα διαβάζαμε τα καθέκαστα στο «Πρώτο Θέμα» (όπως και έγινε, την περασμένη Κυριακή). Το ρεπορτάζ είχε καθαρά χαρακτήρα πολιτικοκοσμικού κουτσομπολιού και σ’ ένα συμπέρασμα που οδηγούσε τον αναγνώστη ήταν ότι τώρα με την πτώση της φαμίλιας στη Λιβύη χάνονται τα έξτρα πετροδόλαρα από το κουμπαρά της χώρας και των κοριτσιών που έφερναν συνάλλαγμα.
Με λίγα λόγια η κοινωνική και οικονομική άνοδος μέσω ερωτικών γνωριμιών, γάμων και συναναστροφών είναι φαινόμενο που συναντάται ευρέως, έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και μάλλον θα συνεχίσει, όσο υπάρχει ανθρώπινη ιστορία.
Μόνο που σε κάποιες δύσκολες εποχές, όπως είναι οι δικές μας, διάφορα ακραία φαινόμενα, όπως της εκπόρνευσης, αντιμετωπίζονται με ανοχή και γίνονται ευρύτερα αποδεκτά. Είναι φαινόμενα που προέρχονται κυρίως από την αδυναμία των κοινωνιών να παράγουν πλούτο με αποτέλεσμα τα μέλη τους να μην έχουν επαγγελματικές ευκαιρίες μέσα από τις οποίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν ραγδαία την κοινωνική και οικονομική τους θέση.
Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας μας οδήγησε αυτή την εποχή στο στάδιο όχι μόνο της οικονομικής πτώχευσης αλλά και της πτώχευσης των αξιών. Νομίζω αυτό συμμερίζεται και ο συγγραφέας του βιβλίου αν ερμηνεύω σωστά έναν βασικό ήρωά του ο οποίος, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των ροζ σκανδάλων, μοιάζει περιπλανώμενος και ξένος. Κουβαλά «παλιές ιδέες» για τις σχέσεις, όχι κατ’ ανάγκη καλογερικές. Ζει χωρίς ενοχή, την ηδονή των κορμιών και τον έρωτα των ψυχών. Είναι ένας φωτογράφος, αλλά συμπεριφέρεται σαν ποιητής. Η μοναξιά και η αγάπη, θα ‘λεγε κανείς, τον ψάχνουν να τον βασανίσουν η καθεμιά με τον τρόπο της.
Ο Άγγελος Πετρουλάκης δεν διστάζει να δημιουργήσει αναγνωρίσιμους χαρακτήρες στο βιβλίο του, με στερεότυπα, γεννήματα μιας ιδεολογίας που έθρεψε η μεταπολίτευση και μετά. Έτσι ο βιομήχανος είναι κυνικός, η σύζυγος είναι με προίκα, η κόρη ολίγον κακομαθημένη και αφελής, ο γαμπρός είναι προικοθήρας, ο γάμος είναι από συμφέρον, ο καλλιτέχνης είναι ευαίσθητος, η όμορφη νεαρά είναι μετρέσα, ο κοινωνικός περίγυρος των γυναικών υποκριτικός, ζηλόφθων κλπ. Ο Άγγελος διαλέγει να χτίσει το δημοσιογραφικό του μυθιστόρημα πάνω σε μια κοινώς αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και να χρησιμοποιήσει τους κοινούς κώδικες επικοινωνίας προκειμένου να εκφράσει την άποψη του, την δική του αλήθεια : Ότι αυτή η ομάδα χαρακτήρων με την συγκεκριμένη ιδεολογία και με προσωπικά ελλείμματα θα πρέπει να αποκαλυφθεί και να αποδοκιμαστεί. Κι από κόκκινη η ζωή να γίνει μαύρη.