Google+ Followers

Υπάρχουμε... (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α२२).

Υπάρχουμε
μαζί με κάτι σκουριασμένα παράθυρα,
μαζί με κάποια ξερά τριαντάφυλλα,
μ’ ένα λιωμένο κερί.

Στα τζάμια κρυσταλλωμένα δάκρυα,
σημάδια βροχής από αγγίγματα οδύνης,
από χειμώνες που δε λεν να διαβούν...

Στα τζάμια απογεύματα μουσκεμένα με παρελθόν
ήλιοι διαθλώμενοι που χρωματίζουν
τις γυμνές δεντροκορφές με ρευστό κόκκινο...

Υπάρχουμε
γράφοντας την ιστορία μας
στον σπασμένο καθρέφτη
του σκαμμένου μας πρόσωπου.

Υπάρχουμε
ψαχουλεύοντας την παγωνιά της άδειας τσέπης,
τις γεωγραφικές συντεταγμένες
του πυρπολημένου στήθους...

Υπάρχουμε
μαζί με κάτι γκρίζα ολόγυμνα κλαδιά,
γεμάτα σιωπή και απόγνωση,
με Φλεβάρηδες καθηλωμένους στα μάτια μας,
με τις χιονισμένες αγωνίες μας...

Στα όνειρά μας,
οι άνοιξες, έρχονται με χαμόγελα πικρά...

Και το τραγούδι μου μαχαιρωμένο (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α21

Με διπλωμένες φτερούγες
περιμένω...

Κουρνιάζω μέσα στ’ αδιέξοδα...
Τον ουρανό βάφω γκρίζο.
Τις φτερούγες μου, μ’ ένα μπλε όλο θλίψη...

Τα σπίτια βάφω κόκκινα,
τις στέγες τους ξεθωριασμένο μαύρο.
Για τα παράθυρα το μοβ της απόγνωσης
και το κίτρινο της απουσίας στ’ ακροκέραμα της προσμονής.

Τι παράλογα πού ’ναι τα χρώματα;
Τι πανάκριβα έγιναν τα όνειρα;

Κι εσύ
στη νύχτα στέκεις αγριοπερίστερο
με δυο τσαλακωμένα βλέφαρα
κι έναν ήλιο ματωμένο στα χείλη σου...

Και το τραγούδι μου μαχαιρωμένο,
γεμάτο βροχή
να ουρλιάζει πως:
θα υπάρχεις
όπως υπάρχεις
για να υπάρχω κι εγώ
στο πιο εγωιστικό ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ...

Έχοντας μάθει να ζω πεθαίνοντας... (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α20

Το μυστικό μου
θαμμένο στο πέτρινο σπίτι
με τις χελιδονοφωλιές και τα τρία παράθυρα,
τη σοφίτα και τις τρεις μαχαιριές στο τραπέζι...

Στη σοφίτα,
που η πόρτα της ποτέ δεν άνοιξε,
το μυστικό μου αναπαύεται.
Σκεπασμένο με στεγνές σταγόνες κεριού,
ήσυχο που δεν άκουσε τρίξιμο κλειδιού
ή σκάλας...

Στη σκάλα μένει ακόμα η κόκκινη γλάστρα,
πού, ποιος ξέρει,
μπορεί και νά ’ναι μια μεγάλη πινελιά αίμα
βουβή στα τόσα αδιέξοδα.

Στη σκάλα
μένει ακόμα το πρόσωπο της νύχτας,
περιμένοντας βουβό ανάμεσα στα συντρίμμια
που άφησε ένα «αντίο»...

Κι εγώ περιμένω...
Χρόνια και χρόνια περιμένω στο λιμάνι μου,
αφού στα τριαντάφυλλα ορκίστηκα
νά ’μαι ο γνώστης της σιωπής
και μυστικά πολύτιμα θανάσιμα να κρύβω...

Με μάτια - ολοκίτρινα τοπία,
με δάχτυλα - φορτωμένα απουσία,
με στήθος - όλο μνήμες
περιμένω...

Έχοντας μάθει να ταξιδεύω καρφωμένος...
Έχοντας μάθει να ζω πεθαίνοντας...

Εσύ που ξέρεις από δάκρυα (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α19)

Θα περιμένω...
Στα χείλη μπήγοντας τα δόντια,
στο κόκκινο βουτώντας τα πινέλα μου...
Θα περιμένω χρόνια , ακόμα, στο λιμάνι,
αναζητώντας το ένα πρόσωπο...

Με μάτια αφημένα στη θάλασσα
περιμένω τα πουλιά να γυρίσουν.

Τα πουλιά
που τα βράδια στην καρδιά μου φωλιάζουν
συντροφιά μ’ ανεπαίσθητα δάκρυα.

Κι εσύ που ξέρεις από δάκρυα
κι έχεις στα τσίνουρα λουλούδια ξερά
τη σιωπή μου θ’ ακούς και θα λες
πως, ακόμα, κλειστά τα λιμάνια μου είναι...

Θα περιμένω στο λιμάνι
ένα πανί ανάμεσα στα φουγάρα
να τέμνει τον ορίζοντα στα δύο
το μυστικό μου σαϊτεύοντας.

Γυμνό κορμί, γυμνό λεπίδι (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α18)

Να τραγούδησε, άλλος, τα μάτια σου;
Να φίλησε , άλλος,
τα χορταριασμένα σου μονοπάτια;
Στις ανελέητες νύχτες
νανούρισε, άλλος, τα όνειρά σου;

Γυμνό κορμί - χελιδονόψαρο
αφημένο στα χέρια σαν σπασμένο σκαρί σ’ ακρογιάλι απάνεμο,
γυμνό κορμί - προσευχητάρι των χειλιών,
λατρεμένο μέχρι τα έσχατα όρια,
γεννημένο εκεί που αρχίζει ο κόσμος,
ίσως δε μάθεις ποτέ πόσες φορές σε ζωγράφισα,
πόσες φορές πετροβόλησα τις σημαίες μου για να σ’ αγγίξω.

Χελιδονόψαρο
γυμνό λεπίδι στις αισθήσεις μου,
μισόκλειστο ματόκλαδο
ταξιδεμένο στις γραμμές της παλάμης μου,
στη διαθλώμενη απ’ τα φώτα βροχή,
στα διαρκώς πυρακτωμένα χείλη μου,
ίσως δε μάθεις ποτέ
πόσες φορές στ’ ακρόπρωρα σκάλισα τα μάτια σου,
ίσως δε μάθεις ποτέ
πόσες φορές με κόκκινο έβαψα τις λαχτάρες μου.

Γυμνό κορμί
πάναγνο στο χθες, στο τώρα, στο αύριο
προορισμένο να ζήσεις πέρα απ’ την αβεβαιότητα,
προορισμένο να τραγουδιέσαι από καημούς λοστρόμων,
να φωτίζεσαι από μοναχικά κεριά σε σφαλισμένες κάμαρες,
ίσως δε μάθεις ποτέ τ’ αλφαβητάρι των ματιών μου.

Ποτέ δε μάθεις πόσες νύχτες ανίχνευα
στον ιδρώτα της παλάμης μου την αγωνία σου.

Πόσο αγάπησα το ακριβό σου χάδι... (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α17).

Τοπία ερημικά τα μουράγια που σε προσμένω,
γεμάτα άπνοια
σάπιες ψαρόβαρκες
και απουσία...

Στο απόλυτο τίποτα
τα βήματα μετρούν τα χνάρια τους.

Δέκα μπροστά. -Δώδεκα πίσω.
Δέκα μπροστά. -Δώδεκα πίσω.
Να λέω : -Τι είχα και τι έχασα;
Να λέω: -Τι είμαι και ποιος είμαι;
Να ψάχνω: -Πού το δάκρυ μου;
Και να ρωτώ: -Πού το αίμα μου;
Εσένα να ρωτάω: -ΓΙΑΤΙ;

Γιατί εγώ,
που ποτέ δεν έκλαψα στον ήλιο;
γιατί εγώ,
που ποτέ δε στάθηκα απόμακρα;

Την ώρα της αλήθειας
θα μάθεις πόσο αγάπησα το ακριβό σου χάδι,
τις τρομερές εκρήξεις σου...
Θα μάθεις γιατί ζωγράφιζα τα γκρεμισμένα κάστρα,
γιατί κοντράριζα τη ζωή τραγουδώντας...

Περιμένοντας...
Τραγουδώντας...