Google+ Followers

Μοίρα μου η αγρύπνια - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε18

Μοίρα μου η αγρύπνια
στις ώρες που εφησυχάζουν οι άδικοι,
στις ώρες που ροχαλίζουν τα βέβηλα στόματα
και το αίμα παγώνει στα οροπέδια του θάνατου.

Μοίρα μου η αγρύπνια,
η ανίχνευση της σιωπής,
η αφή του απέραντου χρόνου.

Με τις ουλές στο πρόσωπο του όνειρου
ολοένα να μεγαλώνουν,
ολοένα να βαθαίνουν,
να καρτερούν ...

Και για απάντηση καμιά προφητεία,
καμιά ονειροπόληση
παρά μόνο εκκλήσεις στον αόριστο χρόνο
στη διαδοχή των εικόνων,
στα ηλιοβασιλέματα που σε ψάχνουν...

Τί θα μας μείνει αγαπημένη
μετά το γκρέμισμα των μύθων;

Τί θα μας μείνει
μετά τις τόσες διασπάσεις;

Μοίρα μας η γνώση
Μοίρα μας η μοναξιά
το ταξίδι...

Υπήρξα ένα μικρό καράβι γεμάτο έρωτα - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε17

.




Υπήρξα
ένα μικρό καράβι γεμάτο έρωτα και μνήμες
φύλλο κιτρινισμένο στη στροφή του κόσμου,
έτοιμο να προσπεραστεί περιμένοντας το χειμώνα
κραυγάζοντας
-πως πέθανε ο Θεός
ρωτώντας
-αν τέλειωσε ο άνθρωπος
-αν διυλίστηκε η αγάπη.

Μοίρα μου να είμαι μικρό καράβι
γεμάτο έρωτα,
με σπασμένα άλμπουρα,
με πανιά παιγνίδι στον άνεμο.

Μοίρα μου να είμαι
μικρό καράβι, ακυβέρνητο,
που ψάχνει μες την καταχνιά
τις οριζοντογραμμές της χαράς
και της αγάπης το χαμένο στίγμα.

...ένα μικρό καράβι
σημαδεμένο από το θάνατο
με κρεμασμένες στα κατάρτια του
τις θύμισες της νιότης
και τις σημαίες της αγρύπνιας.

Η φωνή μου δε θα είναι ο έσχατος ήχος - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε16





`Έτσι κι αλλιώς δε θα είμαι εγώ
ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας
και η φωνή μου δε θα είναι ο έσχατος ήχος.

`Έτσι κι αλλιώς
υπήρξα και θα υπάρξω
σημείο στις ατέλειωτες ευθείες
σημείο στους ομόκεντρους κύκλους
σημείο και λέξη του ανολοκλήρωτου Λόγου
ανάσα της αγωνίας των αιώνων

κι ένα μικρό καράβι
γεμάτο έρωτα.

`Έτσι κι αλλιώς υπήρξα για
να υπάρξω σ’ ένα αύριο
σαν δάκρυ σε μάτια άχρονα
σαν αίμα σε άγραφες σελίδες
σαν τραγούδι που έμεινε μισό.

Υπήρξα σ’ ένα μύθο χωρίς τέλος,
μ’ αρχή απροσδιόριστη
και σώμα ρευστό - διάπυρο.

Υπήρξα κρίκος της αλυσίδας
σ’ ένα γίγνεσθαι αμετάβλητο,
σ’ ένα γίγνεσθαι άχρωμο,
άηχο
ανώνυμο...

`Έτσι κι αλλιώς υπήρξα
αγωνία στα βλέφαρα του ορίζοντα,
σκόνη στον αμφιβληστροειδή του κόσμου
ερωτηματικό στη νηνεμία της θάλασσας.

Αγαπώ κάτι θάλασσες - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε15




Αγαπώ κάτι θάλασσες
ξεχασμένες απ’ τη γεωγραφία,
κάτι λέξεις μονοσύλλαβες...
το «ΠΩΣ;»
το «ΠΟΥ;»
το «ΠΥΡ!»
(αυτό γιατί το άκουγα
κάθε που μ’ έστηναν απέναντι στις κάνες τους).

Αγαπώ κάτι πέτρες που φυτρώνουν στον οισοφάγο.
Μ’ αυτές είχα χτίσει τη σιωπή
ως ανάμνηση των λιθοβολισμών τους.
(Είχα πει κάποτε
τη νύχτα – νύχτα και το πρωί - πρωί,
τους υπουργούς - νεκροθάφτες
τους δεσπότες - θνητούς
κι όλους μαζί - πεινασμένα κοράκια
και με λιθοβόλησαν).

Αγαπώ κάτι μαχαίρια δίκοπα
που χέρια λουλουδιών τα κράτησαν
και στο στήθος μ’ αυτά με σημάδεψαν,
γράφοντας:
Βασιλική
Ελένη και Παρασκευή, Βάια και Σταυρούλα
Ηλέκτρα, Μαντώ, Κατερίνα
και άλλα τόσα ονόματα
(με ημερομηνίες στο πλάι)
ξεχνώντας να γράψουν το: «ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ»...

Αγαπώ κάτι χρώματα που αρνούνται το χρόνο,
κάτι δάχτυλα που κρατούν τα πορτρέτα ολοζώντανα
προσκυνώντας τα Πάθη μου,
τη Σιωπή μου
και τον Έρωτα,
τις σχισμένες σημαίες,
τους Δον Κιχώτες μου

Πέρασαν οι καιροί - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε14

Πέρασαν οι καιροί...
Πέρασαν
αφήνοντας πίσω τους απλήρωτες αποζημιώσεις,
μπαλκόνια που πολλά υποσχέθηκαν
και τη λέξη «ΛΑΟΣ»
κορμί πόρνης κατάφτυστο
από μαστροπούς μ’ εγγλέζικα κουστούμια.

Ζύγωσαν άλλοι καιροί
Με την πείνα στις τσέπες
και το κρύο για φυλαχτό
ζεσταίνουμε ό,τι απόμεινε
από καρδιά,
νου
και χέρια
μήπως κι ανθίσει μια άλλη `Άνοιξη.

Στις αγρύπνιες μας τραγουδάμε
πως ζύγωσαν άλλοι καιροί
και πως καιρός για να σπάσουν οι πόρτες
και οι ταμπέλες τους...

Στις αγρύπνιες μας
τραγουδάμε κι ελπίζουμε,
ανάβοντας κερί στα εικονίσματα
που γράφουν:
ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ
Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Σ΄ΑΓΑΠΩ...

Αυτά που δεν έχουν γραφεί - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε13

Αυτά που δεν έχουν γραφεί
με το αίμα μου τώρα θα γράψω.

Με χείλη που χωρούσαν σε δυό μικρούλια βότσαλα
θα κυνηγάω το χρόνο ουρλιάζοντας...

Αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ,
κραυγές θα γίνουν τώρα,
να μη χωράν σ’ άσπρα χαρτιά,
να μη χωράν στο χρόνο...

Στη διαθήκη της σιωπής
κόντρα το αίμα μου, τώρα.

Τώρα άλλοι καιροί...
Οι καιροί που χτυπούσα την πόρτα πριν μπω πέρασαν, αφήνοντας στην παλάμη μου τη σκόνη του χλευασμού. Πέρασαν οι μέρες που έλεγα «καλημέρα» με ανθισμένα χείλη. Πέρασαν αφήνοντας πίσω τους ρημαγμένες `Ανοιξες, ταμπέλες που έγραφαν «ΚΛΕΙΣΤΟΝ», «ΤΗΡΕΙΤΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΣΑΣ», «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ» με ξεχασμένες τις λέξεις «Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ», «ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ», «Σ’ ΑΓΑΠΩ»...

Το «ΚΛΕΙΣΤΟΝ»
που δεν είταν για όλους.

Το «ΤΗΡΕΙΤΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΣΑΣ»
που είταν μόνο για μένα.

Το «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ»
που είταν για τις νύχτες μου, τις άδειες,
που πρόσμεναν και πρόσμεναν...

Ανάμεσα σε μένα και στον τοίχο - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε12




Κ α ι
το πορτρέτο μου πορτρέτο κλόουν
να γελάει κλαίγοντας να κλαίει γελώντας.

Ανάμεσα σε μένα
και στον τοίχο
το θέατρο του κόσμου,
τα τριαντάφυλλα που σφάχτηκαν
και οι αλυσίδες,
τ’ απομεινάρια του κρασιού,
που μοιάζει μ’ αίμα
και οι λέξεις,
που ζωντανεύουν όνειρα
και που πεθαίνουν προδομένες.

Ανάμεσα σ’ Εσένα,
στους άλλους,
και σε μένα
η λάμπα,
η κορνίζα,
η πολυθρόνα
και
το χαμόγελο του κλόουν...

Ανάμεσα στους άλλους και σ’ εμένα
οι σελίδες οι άγραφες,
οι ανείπωτες λέξεις
και μια σιωπή αράγιστη.

Χειροκροτήστε τον κλόουν - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε11




Μικρό πουλί
δεν έκλεισε ακόμα η αυλαία...
Ο κλόουν είναι ακόμα στη σκηνή...


Χειροκροτήστε τον κλόουν...
Σε λίγο, χωρίς μάσκα ,θα κλαίει μόνος...

Χειροκροτήστε τον κλόουν
και τη βραδιά που σας χάρισε...
Χειροκροτήστε τον,
που τραγουδάει:
« Η λάμπα λάμπα
και η μουσική ήχοι.
Στην πολυθρόνα η απουσία
κι εσύ σε κορνίζα ».

Ανάμεσα σε μένα και στον τοίχο
δώδεκα μέτρα σιωπής,
το βάζο με την αλυσίδα
και δυό τσαλακωμένα όνειρα.

Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
ένα χθες
ένα σήμερα
ένας θάνατος
να μας διαπερνά σαν αέρας.

Ανάμεσα σ’ Εσένα και σ’ εμένα
το απόλυτο Είναι
-παρουσία απουσίας θανάσιμη.

Αγαπάω - αγαπώ - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε10




Αγαπάω-αγαπώ
αγαπάω-αγαπώ, αγαπάω-αγαπώ, αγαπάω-αγαπώ,
αγαπάω-αγαπώ, αγαπάω- αγαπώ...
την τιμωρία μου γράφω
και
τα μάτια δε θέλω να μου δέσουν
όταν θα ουρλιάζουνε
-ΠΥΡ...

Αγαπάω-αγαπώ
και κατάρα αφήνω κι ευχή
το κρανίο εσύ να φυλάξεις
από κρύα και χιόνια
από δάκρυα και λύπες.
Και
τις εικόνες σου απ’ το χθες,
την εικόνα σου απ’ το σήμερα
στο αύριο αφήνω
Διαθήκη
να σκύβουν ταπεινά να τη φιλούν
τα γλαροπούλια που συνάντησα
όταν αρμένιζα στα μάτια σου.

Αγαπάω - αγαπώ
θα φωνάζω ανάμεσα από παράθυρα,
ανάμεσα από κάγκελα
που τη ζωή μου έφραξαν.

Αγαπάω - αγαπώ
και λυτρώνομαι
τα φτερά μου στα χέρια σου αφήνοντας
και το αίμα στα μάτια σου...

Αγαπάω - αγαπώ
αγαπάω - αγ
...Μικρό πουλί
γιατί δακρύζεις;

Θ’ αρχίσω να γράφω με σήματα - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε9

Θ’ αρχίσω να γράφω με σήματα
Θ’ αρχίσω να τραγουδώ με αριθμούς.
Τώρα πια πέρασα απέναντι.

Το καράβι της Κολχίδας μου αρμενίζει
κι εγώ αρχίζω να γράφω με σήματα,
να μιλώ με την αφή...

Αγαπάω-αγαπώ,
Αγαπάω-αγαπώ,
Αγαπάω-αγαπώ...
την τιμωρία μου γράφω
αμετανόητα άτακτος
ε γ ώ
ο λοξίας της τάξης
και της ευπρέπειας των πραγμάτων.

Περιφρονώντας κανόνες και συμπεριφορές,
φτύνοντας στο πρόσωπο της νηφαλιότητας,
καταθέτω στα νεκροταφεία των δημόσιων ερπετών
την προσωπίδα του κλόουν
που μου απένειμαν,
αποσύρω τις μέρες μου
απ’ τις βιτρίνες των δημόσιων αποχωρητηρίων,
κρατώντας στα δάχτυλά μου
μόνο ήλιο
δυό κραυγές του Οιδίποδα
κι ένα σβώλο πηλό
να φτιάξω στο ανύποπτο αύριο
τα τόξα των βλεφάρων σου...

Ναυαγώ, εγώ, ο εραστής των Συμπληγάδων - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε8

Ναυαγώ
με το δισάκι του Οδυσσέα στους ώμους,
εγώ, ο εραστής των Συμπληγάδων
σε θάλασσες γαλήνιες και οικείες, πια.

Με βλέμμα διάπυρο βλέπω
τους θολούς ορίζοντες ακινητοποιημένους,
τις γυναίκες των Λαπήθων ν’ αντιστέκονται,
τον Πειρίθου να ματώνει
μ’ έναν ήλιο θλιμμένο στο μέτωπο.

Ναυαγώ
και δεν ξέρω
η νύχτα αν θά ’ρθει...
`Όλο καημό την προσμένουν οι Κένταυροι.


Αν θα μπορούσαν
λίγο ακόμα να κρατήσουν οι Λάπηθες
μπορεί και να μη νύχτωνε,
μπορεί κι εγώ να πάλευα τα κύματα.

Εγώ, ο λοξίας - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε7

Ναυαγώ
Θαλασσοδέρνομαι στα μάτια σου.

Ναυαγώ
στης σιωπής σου το πέλαγος,
απλώνοντας στερνή φορά τα χέρια.

Ναυαγώ
με την επίγνωση της ερημιάς των τοπίων.

Εγώ,
ο λοξίας,
την καρδιά μου δεν πούλησα
και στα χέρια μου πάντα
κρατούσα λουλούδια...

Ναυαγώ ολομόναχος,
λυτρωμένος Διόνυσος,
μ’ ένα λουλούδι στα μαλλιά
κι ένα τραγούδι για τα μάτια σου.

Ναυαγώ στα πέτρινα μάτια σου
στο σκούρο μπλε της χειμωνιάτικης θάλασσας,
τη νύχτα προσμένοντας νά ’ρθει.

Ναυαγώ στ’ απροσπέλαστα χείλη σου
στη λαλιά των χεριών σου,
προσδοκώντας τη συντριβή των προσωπείων.

Φτερούγα είμαι... - ΛΟΓΟΣ τρίτος-Ε6.




Φτερούγα είμαι...

Αποκαλύπτομαι Φτερούγα είμαι
Αποκαλύπτομαι Πες τα τριαντάφυλλα να μη τρομάξουν
Αποκαλύπτομαι Ζωγραφίζοντας στο τοπίο Εσένα
Αποκαλύπτομαι Δακρύζοντας πρώτη φορά
Αποκαλύπτομαι Κραυγή και αίμα στο αύριο της ζωής
Αποκαλύπτομαι Εσένα πίστεψα ως επανάσταση
Αποκαλύπτομαι Να μ’ αγαπάς την ώρα που θα σβήνω

Εσένα πίστεψα ως Επανάσταση

Σύνθλιψέ με ανάμεσα στα δάχτυλα, στα δόντια.
Στόλισέ με βασιλικό και μέντα.
Θάψε με σε γυμνό οροπέδιο.

Εσένα πίστεψα σαν Επανάσταση

Ανάστησέ με στα μάτια σου, στον ουρανίσκο σου.

Οι κραυγές μου συνώνυμες της απελπισίας
συντρίβονται εκεί
όπου ο έρωτας αγκαλιάζει το θάνατο,
χορεύοντας ζεϊμπέκικο
και πίνοντας κρασί από την ήβη σου.

Ό,τι αγάπησα περιτρέχει τα όρια των εικόνων
και ανασαίνει τα χρώματα της αυγής.
Όσο για το κόκκινο
-στο γκρίζο των μαλλιών μου-
είναι αυτό που ξεστράτισε απ’ τις φλέβες μου...

Εγώ δεν είμαι έρημος - ΛΟΓΟΣ τρίτος- Ε5.

Εγώ
δεν είμαι έρημος θάλασσα αταξίδευτη.

Πάντα ονειρευόμουν ένα πανί
πάντα αλμύρα έσταζαν τα μάτια μου.

Σε μαδάρες αντίκρυ στεκόμουν
χαράζοντας λέξεις μ’ ανέμους ακυβέρνητους
μόνο και μόνο
για ν’ αντέξω στο αύριο της αγωνίας μου.

Δεν είμαι έρημος...
Δεν είμαι έρημος...

Διαχέεσαι σε νύχτες χωρίς όρια - ΛΟΓΟΣ τρίτος-Ε4




Διαχέεσαι
με το φως της αστραπής φωτίζοντας τις νύχτες,
αφού πρώτα καλείς τις μνήμες
να γυρίσουν στο σήμερα,
αφού πρώτα σημαδεύεις τα χέρια
ενώνοντας τις παλάμες σου
πάνω από τη φλόγα των κεριών.

Διαχέεσαι σε νύχτες χωρίς όρια.

Απροσπέλαστη από μάτια ανθρώπινα,
απ’ την ευτέλεια του σήμερα.

Ακριβοθώρητη συντέλεια του λόγου μου,
εσχατολογική αγωνία των απελπισμένων ρεμβασμών μου.

Τα ιερογλυφικά της ανάσας σου
πώς να ερμηνεύσω;
Και πώς ν’ αναζητήσω τις αρχαίες ημέρες
στα λεηλατημένα μυστήρια των χθόνιων θεών μου;

Ιστορώ εικόνες αχειροποίητες - ΛΟΓΟΣ τρίτος-Ε3


Ε3.

Στη Μονεμβασιά, ψηλά,
ιστορώ εικόνες αχειροποίητες,
με σκαριά ποντοπόρα κι εσένα γοργόνα.

Με το βλέμμα στραμμένο στο πέλαγος,
καρτερώ το γυρισμό των ονείρων...

Αφουγκράζομαι επιστροφές ματιών
αφουγκράζομαι τη ροή του αίματός σου
στις φλέβες μου...

Καρτερώ το γυρισμό των ονείρων
με τα μάτια γεμάτα θάλασσες ανταριασμένες
και τα τσίνουρά μου γεμάτα αλμύρα...

Καρτερώ το γυρισμό των ονείρων
κι αυτά, όπως πάντα,
κερί ανάβουν στην αγάπη
και μένουν παράμερα στη σιωπή
το πορτρέτο σου να ικετεύουν
και να δακρύζουν...

Ανήκουμε στον άχρονο νόστο - ΛΟΓΟΣ τρίτος (απόσπασμα - Ε2)

Ανήκουμε
στην αναζήτηση της μήτρας μας,
στον άχρονο νόστο,
στους λευκούς τιτανόλιθους της Επίδαυρου,
στους ασάλευτους πωρόλιθους
που μνημονεύουν αχαιούς βασιλείς
και στους απέραντους ελαιώνες
που ερωτεύεται ξανά και ξανά η Κορωνίδα,
συντρίβοντας τους μύθους του Απόλλωνα,
χαρίζοντας και τον έσχατο των ασπασμών της
στα φλεγόμενα δάχτυλα των θνητών...

Τίποτα το φανταχτερό στα επικά σου μάτια,
τίποτα το καθημερινό στις εικόνες σου.
Και τα χρώματά σου ανεξίτηλα
προορισμένα να μιλήσουν
στους αιώνες.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Ε 1. - Εσύ Αγαπημένη


Ε1.

Εσύ Αγαπημένη
γαλαξιακό στερέωμα
στα μάτια της άχρονης νύχτας,
ταξιδεύεις με ταχύτητες φωτός,
αφήνοντάς μου τις χθεσινές σου εικόνες
ως μόνη γνώση.

Εγώ, Αγαπημένη
ελάχιστο κβαν στα δικά σου τα μάτια,
ταξιδεύω σε ποτάμι δακρύων για να σε φτάσω,
να μιλήσω μ’ όλους αυτούς που χάθηκαν,
ή θα χαθούν,
αυτούς που έμειναν λησμονημένα περάσματα.

Μόριο σκόνης στα μάτια της νύχτας,
που ανοιγοκλείνουν μηχανικά για να με διώξουν,
ταξιδεύω ξορκίζοντας τις σκληρές ώρες,
χαϊδεύοντας τα κουρασμένα σου μέλη,
με την επίγνωση ενός θανάτου αναπότρεπτου
και μιας φυγής ανερμήνευτης...

Ταξιδεύω,
κρατώντας τη σιωπή των ματιών σου,
το ίδιο τρυφερά,
όπως κάποια παιδιά
κρατούν περιστέρια σε αφίσες ειρήνης,
το ίδιο τρυφερά ,
όπως τυλίγουν το σώμα σου σεντόνια αγαπημένα.

Ταξιδεύω, ξορκίζοντας το κακό,
όπως οι μάνες όλου του κόσμου
ξορκίζουν τις σφαίρες με τα ονόματα των παιδιών τους.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 8. - Και οι λέξεις...

Και οι λέξεις...

Οι λέξεις δε χάνουν το νόημα,
παρά μονάχα το περίγραμμα
για να χωρέσεις
Ε σ ύ
μονάχα εσύ
ως μαχαίρι στο χθες,
ως σημαία στο σήμερα,
κραυγαλέα ορατή και παρούσα,
ως φιλί και πληγή,
ως ζωή και σαν θάνατος...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 7. -Και τα μάτια...


Δ7.

Και τα μάτια...

Αν είναι να μείνουν τα μάτια μου
ας μείνουν μόνο στα μάτια σου,
ή έστω στον αγέρα.

Αν είναι να μείνουν τα μάτια μου
ας μείνουν ως διαθήκη σιωπής,
αφού ανήκουν στις όχθες του Πηνειού,
-αφού γέμισαν με τοπία και χρώματα
-αφού μπορούν και σφαλιχτά να μιλούν
για κάστρα και αρχαίους ναούς,
για τη συμφωνία της πέτρας και της θάλασσας
για κυπαρισσοκορφές
μετέωρες στην αφετηριακή γραμμή του χρόμου,
-αφού κρατούν άφθορα
τα ερημικά ακρογιάλια του Κίσσαβου
όρθια τα πλατάνια και τις κουτσουπιές
που χαιρετίζουν το Αιγαίο.

Αν είναι να μείνουν τα μάτια μου
ας μείνουν μόνο στα μάτια σου
αφού πολύ σ’ αγάπησα
και στις πορείες
τον ιδρώτα σου σκούπιζα
με τα χείλη.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 6 - Διαχέεσαι σαν τραγούδι




Και τα δάχτυλα

Δάχτυλα πυρπολημένα
και αναζήτηση του προσώπου σου.
Μετέωρο το δάκρυ
και οι σπασμοί των βλεφάρων σου.
Ψυχανεμίζομαι δίνοντας σχήμα στη σιωπή,
αφουγκραζόμενος τους ψιθύρους των κοχυλιών
και το τραγούδι των γλάρων.

Βυθίζομαι σε ασύνορες νύχτες,
αναζητώντας ψηφίδες
για το ψηφιδωτό της αγωνίας...
Στα δάχτυλά μου
αποτυπώνονται θροΐσματα μαλλιών,
το χρώμα μιας ήβης ολάνθιστης
και μια εγκατάλειψη χρωματισμένη
κόκκινο του ηλιοβασιλέματος.

Κι εσύ
διαχέεσαι σαν τραγούδι
όταν το βλέμμα μου αγκαλιάζει το βλέμμα σου,
την ώρα που σφίγγονται τα δάχτυλα
στο τέντωμα των κορμιών...

Να χορεύεις στις πλατείες ολόγυμνη.

Στις ακροθαλασσιές να σχίζομαι
από λεπίδες με φως φεγγαριών
και να κερνάω θάνατο τις ώρες μου...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 5. - Οι αδιάβατες θάλασσες που μας κυκλώνουν

Δ5.

Και οι θάλασσες...

Οι αδιάβατες θάλασσες που μας κυκλώνουν
είναι για τις φυγές μας...
Κι εμείς,
με τις καρίνες μας όλο σκουριά
...για να σαλπάρουμε.
Χωρίς πυξίδες, πια, οι ποντοπορίες μας,
χωρίς μαρκόνι στο τσούρμο,
δίχως νηολόγιο.

Με τα πανιά μας βουτηγμένα στο μπλε της απόγνωσης
κι ένα τραγούδι ν’ ανεμίζει στο μεσιανό κατάρτι
ξανοιγόμαστε στο πέλαγος.

Στη γλώσσα των γλάρων οι αποχαιρετισμοί.

Στο αλφαβητάρι των κοχυλιών
περισσεύουν τα δάκρυα,
οι μνήμες των δειλινών,
τα νεύματα που έμειναν στον αέρα
και οι εικόνες από τους ταρσανάδες...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 4. - Οι πέτρες είναι για να σμιλεύονται

Οι πέτρες είναι για να σμιλεύονται
-να γίνονται ειδώλια.
Οι πέτρες είναι για να μένουν
-σιωπηλές και ακίνητες.

Οι πέτρες είναι για να θυμίζουν...

Οι πέτρες
μπορεί και να μην είναι πέτρες,
μπορεί να είναι ανάσες,
κυματισμοί ματιών.

Οι πέτρες
μπορεί και νά ’ναι Πέτρες ασήκωτες,
να καίνε τα δάχτυλα,
να σχίζουν τα χείλη,
να κοκκινίζουν απ’ το αίμα μας...

Μπορεί και νά ’ναι ομολογίες ζωής,
νά ’ναι αρχή και τέλος,
τα μεγάλα ερωτηματικά
τ’ ανερμήνευτα και τα μαγικά,
τα σπουδαία ανεξιχνίαστα,
τα θανάσιμα λόγια.
Ας μην βεβηλωθούν από αμύητους.
Μου ανήκουν όπως ο θάνατος,
όπως οι έσχατοι λόγοι της εκδημίας μου...

ΛΟΓΟΣ τρίτος Δ 3. - Το αίμα μας, μελάνι έκαναν

Οι χυδαίοι με τις χλαμύδες μας λιθοβόλησαν.

Το αίμα μας, μελάνι έκαναν,
μνημεία τις σάρκες μας,
λέγοντάς μας «ηρωικώς πεσόντες».

Μας λιθοβόλησαν οι χυδαίοι,
αφού πρώτα μας είπαν μπροστάρηδες,
αφού πρώτα μας φίλησαν στο μέτωπο.

Μας λιθοβόλησαν
την ώρα που σταματούσαμε το χρόνο,
σφίγγοντας τη ζωή στα χέρια μας,
την ώρα που τραγουδούσαμε
πως θα χτίσουμε άλλους κόσμους,
πως θα γκρεμίσουμε τα είδωλα.

Τις πέτρες, όμως, ξέχασαν να θάψουν,
τις πέτρες που αποκαλύπτουν τους λιθοβολισμούς.

Τις πέτρες που εμείς λατρέψαμε
και γράφουμε μ’ αυτές
στα μέτωπα των βουνών
το «αγαπώ»
και το «πεθαίνω».

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 2. - Μνήμη ο παλιός καστανάς

Μνήμη και οι ακίνητες φιγούρες του δρόμου,
ο παλιός καστανάς,
ο καμπούρης με το μαλλί της γριάς,
ο σαλεπιτζής στο πάρκο της γειτονιάς.

Μνήμη το παλιό τυπογραφείο
κι εκείνα τα πρώτα ποιήματα
που τραγουδούσαν προσδοκίες,
η αμφισβήτηση της εφηβείας,
το δάκρυ στα μαλλιά των κοριτσιών...

Μνήμη θαμμένη στο χιόνι,
πλάι σε χρόνια εφηβικά,
πλάι σε λουλούδια ξερά
που πετροβόλησαν άνθρωποι με χλαμύδες.

Ασάλευτα βλέμματα
και φωνές στοιχειωμένες
σημαδεύουν τις μέρες μας.
Λαλιές ακατάληπτες,
κραυγές πετρωμένες
τεμαχίζουν τις ώρες μας.
Μέτωπα κάθιδρα
ιστορούν την αγωνία
της κάθε νύχτας μας.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Δ 1. - Τα λόγια μας κομματιάζουν τον χρόνο

Δ1.

Τα λόγια
μάς τοξεύουν,
κομματιάζουν το χρόνο,
μας δικάζουν.

Τα λόγια που έμειναν λόγια
χαμογελούν ειρωνικά στο σήμερα
σαν πάνω τους οι μνήμες αντικατοπτρίζονται...

Τα λόγια
διατρέχουν σημεία καταποντισμένα
στο χθες,
σε θάλασσες αρχαίες,
εισχωρούν σε αγγεία μελανόμορφα,
ταράζουν τον ύπνο των ωρών,
ξεθάβουν νεκρά αγγίγματα.

Τα λόγια διατρέχουν το χρόνο
ρευστοποιούνται,
διαχέονται σε ασύνορες θάλασσες,
σε γαλαξίες,
συγχέοντας τις τροχιές τους
με τις τροχιές των πλανητών
και την τροχιά της μνήμης...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ 9. - Η νύχτα γεωγραφεί τη στέρηση





Τώρα ώρα μνήμης...

Διαβάτες τώρα κάποιου δρόμου
που νέοι χαράξαμε κάποτε,
προσμένουμε το αύριο
μ’ ένα χαμόγελο φτιαχτό
και με τις μάσκες στα πρόσωπά μας.

Τώρα ώρα αλήθειας...

Με την ηχώ της να ειρωνεύεται,
να χαστουκίζει τον εφησυχασμό,
τα γυάλινα χρώματα,
τα παγωμένα δάκρυα.

Τώρα ώρα αλήθειας...
Μη ρεζιλεύεσαι άλλο...
Ο καθρέφτης
κάθε πρωί βλέπει το πρόσωπό σου
χωρίς να ξεχνάει το χθεσινό.
Μη ρεζιλεύεσαι άλλο...
Οι ουλές μακιγιάρονται μόνο τη μέρα.

Η νύχτα αποκαλύπτει τα σημάδια,
την ερημιά της μοναξιάς μας.
Καρφώνεται στα ιδρωμένα σεντόνια
και γεωγραφεί τη στέρηση και τ’ ανεκπλήρωτα.
Ακροβατεί στο κόκκινο,
με την επίγνωση του ζωντανού θανάτου...

Οι ουλές χαρακώνουν το πρόσωπο,
σημαδεύοντας τα χρόνια με αξημέρωτα πρωινά.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ 8. - Ποιοι κόψαν τα φτερά των γλάρων

Γ8.

`Ήχοι που οδηγούν στην ώρα του πάντα,
έχοντας για σημάδι γνωριμιάς πνιχτές κραυγές γλάρων,
γλάρων που ποτέ δεν έμαθαν ποιοί κόψαν τα φτερά τους...

Ποιοι ’κόψαν τα φτερά των γλάρων
κι έπεσε τόσο νωρίς η νύχτα;
Ποιοι στάθηκαν στη νιότη μας μαχαίρια;

Εκείνα τα γραφικά ακρογιάλια,
εκείνα τ’ απογεύματα στους ταρσανάδες
ποιοι μας τά ’κλεψαν;

Ποιοι τη ζωή τους έχτισαν με το δικό μας αίμα;

Σε απογεύματα βροχής ίσκιοι περιπλανώμενοι,
δάχτυλα σφιγμένα σε τούφες μαλλιών.
Σε απογεύματα βροχής έμειναν ακίνητες οι ώρες μας,
να σκλαβώνουν το χρόνο απαθανατίζοντας τα πρόσωπά μας.
Σε απογεύματα βροχής ψίθυροι και λυγμοί,
που έλεγαν πως δεν υπάρχουν πορείες δίχως λάθη
πληγές δίχως αίμα.

Εμείς στους ταρσανάδες μας
χτίζαμε καράβια για τη νιότη μας
στον κόσμο ν’ αρμενίσουμε.
Γοργόνες στα πανιά τους ζωγραφίζαμε,
και στις καρίνες τα μάτια που αγαπήσαμε χαράζαμε...

Σε απογεύματα βροχής έμειναν τα μάτια,
σε τσαλακωμένα χαρτιά οι λέξεις που έκαιγαν,
σε τραγούδια οι θύμισες,
σε αριθμούς οι αυταπάτες...

Κρατάω τα τραγούδια για τον αέρα,
τους αριθμούς για την προσμονή,
τις μνήμες για να ξορκίζω τα φαντάσματα...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ 7. - Είναι κάτι κραυγές μετέωρες

Γ7.

Είναι κάτι κραυγές μετέωρες
γεμάτες μνήμες,
μάγουλα γρατσουνισμένα,
αλαφιασμένα μαλλιά,
ματωμένα δάχτυλα.
Κλείνουν μέσα τους λασπωμένα πρωινά,
μάτια διασταλμένα...

Είναι κάτι σταγόνες βροχής
-χωρίς όνομα
-χωρίς χρώμα
-χωρίς σχήμα
που ακινητούν στις άκρες των φύλλων
ή,
εκεί που τ’ όνειρο χωρίζεται στα δυό.

Είναι τα βράδια που στέκονται μετέωρα
-σπάθες αμφίστομες-
διαπερνώντας το σώμα,
τεμαχίζοντας τις σκέψεις
-τις άλαλες-
που βολοδέρνουν σε σκοτεινά δωμάτια
-κάθιδρες-
γυμνές από προσχήματα,
σημαδεμένες και πέρα απ’ το θάνατο
με ιερογλυφικά μοναξιάς.

Και είναι οι άνεμοι
που κομματιάζονται στα δέντρα,
και οι φωνές τους αυτές που γυρνούν τα ρολόγια,
που ορίζουν τις επιστροφές της μνήμης,
καθώς ανασαίνει την ερημιά των δέντρων...

Φωνές που τυλίγουν μαρμαρωμένα χαμόγελα
χέρια που πέτρωσαν, καθώς τεντώνονταν,
χωρίς ποτέ ν’ αγγίξουν το ένα το άλλο...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ6. - Τις μνήμες έκρυβα

Γ6.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...

Τις μνήμες έκρυβα σε γωνιές αραχνιασμένες,
σε κάμαρες με πετρωμένα παράθυρα.
`Έκρυβα εκεί που υπήρχε μόνο νύχτα
τα πήλινα κύπελλα με τις αρχαίες δαχτυλιές,
τους αμφορείς που υπερπλήρωσε η αγωνία μας...
`Έτσι δεν έμαθε κανείς τη μοναξιά μας,
για το κρύο που μας διαπερνούσε
όταν χαράζαμε το όνομά μας στους τοίχους της φυλακής...

Η φυλακή είναι ένας φόβος
μια σιωπή, τα χίλια μη,
μ’ ένα μόνο παράθυρο
κι εσένα απέναντι μια επανάσταση...

Τα δειλινά σ’ αναζητούσα πίσω απ’ τις πικροδάφνες...
`Έκανα βαρκούλες με προκηρύξεις που ποτέ δεν μοιράστηκαν
αν και τυπώθηκαν μ’ αίμα από τις φλέβες μας.

Οι προκηρύξεις μας
έμοιαζαν πάντα με σπασμένες σημαίες,
με κάτι κραυγές μετέωρες και φιμωμένες...

Οι προσμονές μας έμοιαζαν με κάτι ξεχασμένα πεύκα στις άκρες χορταριασμένων μονοπατιών, που βήμα οδοιπόρου έχει χρόνια να ταράξει τα παιγνίδια της σαύρας. `Έμοιαζαν με καράβια παροπλισμένα και απόμαχα, που έχουν ξεχάσει το σχήμα του ωκεανού και τη γεύση της τρικυμίας...

Οι σημαίες μας
θύμιζαν τοιχογραφίες ανώνυμων
σ’ εξωκλήσια απρόσιτων βράχων,
θύμιζαν κείμενα αποκηρυγμένα και απόκληρα,
αλήθειες κρεουργημένες...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ5. - Συνθήματα στους τοίχους

Γ5.

Συνθήματα στους τοίχους
και περιπολικά.

Μοιρασμένα όνειρα,
κραυγές σε πρωτοσέλιδα,
πορείες επικίνδυνες χωρίς φρένα
-μόνο σημαίες και αίμα.

Εσύ
και η λαλιά σου για τις νύχτες.
Εγώ
και η λαλιά σου για τις μέρες.

Κρυώνω κατακαλόκαιρα,
ψάχνω προσκέφαλο για όνειρα,
ψάχνω τα σημάδια του λαιμού,
τις δαχτυλιές στα ποτήρια...

Τρομάζω με τ’ άσπρο χαρτί...

Οι ποιητές του κόσμου
προφητεύουν ερείπια...

Με μέτωπο ματωμένο
αναζητώ τα χείλη σου
στις σχισμένες αφίσες κάποιας ιδέας
μιας επανάστασης
που δεν κάναμε ποτέ...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ4. - Σ’ έψαχνα αγαπημένη...


Γ4.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...
Με τα χέρια ψηλάφιζα γνωστές πέτρες,
πασχίζοντας να βρω τα χνάρια της φυγής σου.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...
Φώναζα τ’ όνομά σου
στα νυχτωμένα μονοπάτια του κόσμου,
ακούγοντας μόνο τον αντίλαλο
να χιλιοσχίζεται σε κυπαρίσσια.

Σ’ έψαχνα αγαπημένη...
στους πεθαμένους δρόμους και στις σχισμένες αφίσες,
στα σφαλιχτά παράθυρα της ερημιάς του κόσμου...
Σ’ αναζητούσα
-πασχίζοντας να συναντήσω τα μάτια σου,
-πασχίζοντας ν’ αγγίξω τα χέρια σου,
μια έστω άκρη από το ρούχο σου.

Μακρινό ακροκέραμο η μορφή σου
σταματημένο στην άκρη του κόσμου,
να σημαδεύει την άκρη του ουρανού,
την αρχή
και το τέλος από πορείες οδύνης.
Μακρινό ακροκέραμο η μορφή σου
ραγισμένο ως αρχαίο εύρημα,
να θυμίζει θλιμμένα απογεύματα
και φιλιά ταριχευμένα.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ3. - Εμείς κινήσαμε κατακαλόκαιρο

Εμείς κινήσαμε κατακαλόκαιρο,
σκουπίζοντας απ’ τα χείλη,
το δάκρυ και το αίμα του έρωτα.

Τα κορμιά μας ιδρώτα μύριζαν,
τα χέρια μας απελπισμένα έψαχναν.

Εμείς κινήσαμε κατακαλόκαιρο
τον ήλιο κοιτώντας κατάματα.
Σε τούτο το χώμα δεν ήρθαμε να κλέψουμε
στο πέλαγος δεν ξανοιχτήκαμε στην τύχη.

Βαθιά ν’ αγαπηθούμε θέλαμε
και τραγουδώντας να πεθάνουμε.

Δεν ήρθαμε να κλέψουμε,
παρά ν’ αγκαλιαστούμε στις φουρτούνες,
να πάρουμε στον ώμο το σταυρό μας,
να ορκιστούμε στα τριαντάφυλλα...

Κινήσαμε κατακαλόκαιρο,
χωρίς επινίκια τραγούδια,
με ποντοπόρα όνειρα στα μάτια μας
και χιόνια στα μαλλιά μας...

Τώρα
δε μένει παρά το χιόνι.
Αδιαφορώντας για τα χνάρια που θ’ αφήσω
δραπετεύω,
τους δεσμοφύλακες προκαλώντας
να ουρλιάξουν «πυρ»...

Το χιόνι... το χιόνι...
Ίσως ξαναβρεθούμε στο χιόνι...
Αγαπημένη...

ΛΟΓΟΣ τρίτοσ - Γ2 - Τί γυρεύουμε σε τόσες επιφάνειες

Τί γυρεύουμε
ανάμεσα σε τόσες επιφάνειες;

Οι επιφάνειες χαμογελούν.
Αστράφτουν καλά σμαλτωμένες.

Οι επιφάνειες -φράχτες στα μάτια μας
κρύβουν ζηλότυπα
-νεύρα, αρτηρίες, φλέβες.

Πρέπει να σπάσουμε τις επιφάνειες,
πρέπει τα μάτια μας να δουν στο βάθος.
Πρέπει τα δάχτυλα να φτάσουν στα νεύρα,
στις αρτηρίες,
να επιστρέψουν σε κάποια μήτρα
σε κάτι προϋπάρχον.

Πρέπει να συντριφτούν οι επιφάνειες,
μήπως και βρούμε κάποιο φως
στα υπόγεια κοιτάσματα...

Τί γυρεύουμε ανάμεσα σε τόσες επιφάνειες
εμείς -ως ασθενείς της τρίτης θέσης
-ως μελλοθάνατοι της φιέστας που μυρίζει φορμόλη
-ως παρείσακτοι και ρακοσυλλέκτες;

Τί γυρεύουμε ανάμεσα σε τόσες επιφάνειες,
εμείς -οι νυχτερινοί εραστές των τοίχων,
που ζωγραφίζουμε στο σκοτάδι την `Άνοιξη,
σφίγγοντας τις γροθιές μας στο θάνατο,
-οι ονειροπόλοι;

Εμείς οι ανώνυμοι,
οι ενταγμένοι στις προαποφάσεις τους,
οι ανένταχτοι εραστές της δίψας,
του έρωτα και του θανάτου,
θ’ ανεμίζουμε πάντα τη σημαία της άρνησης.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Γ1 - Εσύ που ξέρεις να διαβάζεις τα μάτια

Εσύ
που ξέρεις να διαβάζεις τα μάτια,
που ξέρεις να κρατάς το χέρι
την ώρα που σέρνω βροχή
Εσύ ξέρεις και τ’ όνομά μου.

Στις αλάλητες ώρες,
στις νεκρικές απουσίες
θα μιλάς χαμηλόφωνα.

Θα ρωτάς τους αγέρηδες
τη σκιά μου αν είδαν,
τις σταγόνες της βροχής, θα ρωτάς,
τα μαλλιά μου αν δρόσισαν...

Τις ανώνυμες σταγόνες της βροχής,
θα ρωτάς, για τους ανθρώπους...
«Οι άνθρωποι...
Τί απόγιναν οι άνθρωποι;
Δεν ένιωσα κανένα σεισμό.
Τί έγιναν οι άνθρωποι;»

Τί απόγιναν οι άνθρωποι;
Και τί γυρεύουμε σ’ αυτό το λεωφορείο
με τα σπασμένα τζάμια,
με τους τουρίστες που μασούν πασατέμπο,
αδιαφορώντας για το τοπίο;
Θά ’πρεπε από ώρα να είχαμε κατέβει.
Θά ’πρεπε από ώρα να οδοιπορούσαμε,
σηκώνοντας στους ώμους τις αποσκευές μας.
Τί γυρεύουμε σε τούτο το λεωφορείο
λέγοντας «καλή αντάμωση»
σε ταξιδιώτες αδιάφορους,
σ’ ανθρώπους που μας ξενάγησαν σ’ έρημες χώρες;

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β15 - `Έτοιμος από καιρό...

`Έτοιμος από καιρό...

Φορτωμένος σπασμένους καθρέφτες,
χορτασμένος ραγισμένα τραγούδια,
ιδρωμένος στα χιόνια των ερώτων,
πανέτοιμος στους ανέμους τους τέσσερις
να σκορπίσω την ανάσα μου...

`Ετοιμος για το τελευταίο ταξίδι,
με το λευκό μαντήλι του αποχωρισμού στο λαιμό
κι ένα κλωνί βασιλικού στ’ αφτί,
τοκίζω στ’ αστέρια έναν έρωτα ανομολόγητο,
στ’ όνειρο τα μάτια με το χρώμα τ’ ουρανού,
καταθέτοντας στις μαρτυρίες των τρίτων
ένα μου πέταγμα στην άβυσσο.

Να χάσω δεν έχω πολλά
-εξόν από μάτια που βλέπουν πίσω από κουρτίνες, -εξόν από αφτιά που αφουγκράζονται στην ερημιά -εκτός από χείλια υπερπληρωμένα με στιφάδα αγρύπνιας.

Να χάσω δεν έχω πολλά
-εκτός από του στήθους μου τις χαρακιές,
που σκύβει και φιλά ανάβοντας κερί στις θύμισες
ο Δον Κιχώτης μου κάθε που λέει «καληνύχτα»...

Ο Δον Κιχώτης μου μόνος του απέναντι στο θάνατο,
να μιλάει με τους άταφους των αιώνων.
Μόνος του στην παγωνιά των εξόριστων ερώτων,
σφίγγει στη χούφτα του ματωμένα όνειρα,
κι ένα προσευχητάρι στα χέρια του
-ιστορημένο με πρόσωπα αγοριών
που στα χείλη τους κρέμασαν αγριολούλουδα,
-ιστορημένο με πρόσωπα κοριτσιών
που στα μαλλιά τους κάρφωσαν ανεμώνες...
-ιστορημένο με ραγισμένα πρόσωπα
που ανάμεσα στα δόντια τους κρατούν σπυρί ζωής...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β11 - Ενώπιος, ενωπίω

Β11.


Ενώπιος ενωπίω
-απομυθοποιημένη αγωνία-
για την ομολογία την έσχατη.

Ο δρόμος υπήρξε μακρύς
και η οδύνη παρούσα στις ώρες της νύχτας.

Υπόδικος σκιών
εν ονόματι των «καλώς εχόντων»
και της σιωπής.

Υπόδικος ερπετών
στο όνομα
του «έτσι υπάρχειν»
και της αφθονίας...

Ταραξίας τώρα
το: «επί σκοπόν...ΠΥΡ!»
χλευάζω...

Με όνειρα πυρπολημένα
και ματωμένο στήθος
τραγουδάω πρωινά αξημέρωτα.

Ανυπόταχτος στις συμφωνίες του φόβου,
εξαγνίζομαι στο δάκρυ των ματιών σου
τους ανείπωτους πόνους τραγουδώντας...

Με μάτια γεμάτα φως,
με χέρια έτοιμα να ξαναχτίσουν.
`Έτοιμος, από καιρό, για το ταξίδι...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β10 - Στην έρημη πόλη οδοιπορώ

Β10.

Οδοιπορώ

Στην έρημη πόλη οδοιπορώ,
με φλέβες σχισμένες,
και μάτια καρφωμένα,
οδοιπορώ...

Οδοιπορώ
προσμένοντας το σεισμό
και την πτώση μου
μ’ ένα χαμόγελο.

Η έρημη πόλη το αλώνι μου.
Αντίκρυ μου αυτοί που σταματούν τον ήλιο,
αυτοί που νεκρώνουν τον αγέρα,
αυτοί που πίνουν το αίμα μου...

Να τους γκρεμίσω θέλω.

Να τραγουδήσω θέλω τη ζωή.
-`Έστω χωρίς στόμα.
-`Έστω χωρίς φτερούγες.
-`Έστω μόνο με μάτια...

Αντάρτης να σταθώ,
προσμένοντας την ώρα που αντέχει στο αίμα,
που χωράει χίλιους ήχους,
μυριάδες κραυγές...

Τους τοίχους
να γκρεμίσω θέλω...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β9 - Πέρασα στην απέναντι όχθη

Πέρασα στην απέναντι όχθη
καλά φορολογημένος
απ’ τους ανθρώπους...

Στις τσέπες μου
μόνο ένας καθρέφτης μικρός
και μια τρύπια δραχμή

Να κοιτάζω ανάμεσά της τα χέρια τα κομμένα,
το βομβαρδισμένο στήθος.
Να σφυρίζω μηνύματα σ’ αυτούς που έμειναν πίσω
κρατώντας ενέχυρο τα χέρια μου.

Αδιαφορώ...
Μπορώ πια να ζήσω μόνο με μάτια.
Μπορώ να ψηλαφώ με την ανάσα μόνο.
Μπορώ να πεθαίνω κατά βούληση.

Ξέροντας πως
αν κάτι μ’ αγάπησε παράφορα
κι αν κάτι λάτρεψα ασύνορα
είταν οι Θερμοπύλες...

Πέρασα στην αντίπερα όχθη.

Κρατήστε τους βάλτους
για την τιμή των όπλων σας.

Ανήκω πια στα οροπέδια...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β8 - Σχήμα προσώπου μεταμορφωνόμενο

Β8.

Σχήμα προσώπου
μεταμορφωνόμενο σύμφωνα με το φύσημα του αγέρα.
Σχήμα προσώπου
υποκλινόμενο στις σκοπιμότητες συστημάτων,
χρώμα προσώπου
λασπωμένο εν ονόματι των νόμων
και της τάξης των πραγμάτων...

Σας εξορίζω στα θλιβερά κατάλοιπα
των ανερμάτιστων ημερών..

Αρκούν, πια, σε μένα
μια χούφτα αγάπη,
μια πίκρα ανείπωτη,
μια θάλασσα σχισμένες φλέβες
και η σημαία του λοξία.

Αρκούν σε μένα
μια χούφτα αγάπη,
μια νύχτα ρακένδυτη
κι ένα υπόγειο παγωμένο,
να γράφω στους τοίχους του
τη δική μου Οδύσσεια
-έστω
γνωρίζοντας πως
θα είμαι κι εγώ
ο ανώνυμος ένας
των τόσων δισεκατομμυρίων νεκρών
του χθες
του σήμερα
του αύριο...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β7 - Σχήμα και χρώμα της μορφής μου

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
σας συναντώ
στο τελευταίο δέκατο του εικοστού αιώνα
ντυμένα με ρούχα πλαστικά.

Σας συναντώ
στις πανάθλιες εταίρες του σήμερα,
στα φανερά καταδικαζόμενα Σόδομα,
στα κρυφά λατρευόμενα Γόμορρα
και στον τρόμο των παιδικών ματιών.

Σας συναντώ
με χίλιες ταμπέλες,
άοσμα και ανύπαρκτα,
να μιλάτε γλώσσα ερειπωμένη,
ν’ αναπνέετε την αιθάλη χαμογελώντας,
να υποχωρείτε στις καταιγίδες,
δοξάζοντας την ευκαμψία της μέσης...

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
εκπορνευόμενα για πινάκιο φακής
σας συναντώ
στη σιωπή των καταφυγίων,
στα ναρκοθετημένα οροπέδια
της Μέσης Ανατολής,
στις κοχλάζουσες αφρικάνικες ζούγκλες
στ’ ανθρωποπάζαρα της Αμερικής,
στη νεκρική σιγή των Βαλκανίων
συνεχώς να μασκαρευόμενα.

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
συμβιβαζόμενα καθημερινά
με τις ντροπές ενός αιώνα παράδοξου
σας συναντώ
να δοξάζετε τις τραγελαφικές αντιθέσεις
στα χρηματιστήρια της ανθρώπινης ζωής,
κλείνοντας τα μάτια στους βιολογικούς θανάτους...

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β6 - Σχήμα της μορφής μου επίπεδο

Β6.


Σχήμα της μορφής μου
τετραγωνισμένο κι επίπεδο.

Σε συναντώ
στις αφίσες των τοίχων,
στα καρβουνιασμένα δάση,
στις δολοφονημένες θάλασσες...

Σε συναντώ
σε πολιτείες αμίλητες,
σε μουντούς ουρανούς,
σε ματωμένους δρόμους,
σε φυλακές και ψυχιατρεία,
σε βρώμικα αποχωρητήρια αναμορφωτηρίων
να παρακολουθείς μ’ απάθεια τους ζωντανούς θανάτους,
καταγράφοντας μόνο αριθμούς.

Σχήμα της μορφής μου...
Σε συναντώ στην ερημιά των κούφιων λέξεων
και στα τετράγωνα κουτιά των τηλεοράσεων,
στα κλουβιά του μπετόν αρμέ
και στις γιορτές των επετείων με το χαμόγελο κλόουν...

Σε συναντώ
στα κρατικά πορνεία
να σε βιάζουν νταβάδες εξουσίας.
Στις τσέπες των χριστιανών
- σε συναντώ -
που στηρίζουν τους μύθους τους
πετροβολώντας τον έρωτα
κι έχοντας κλειστά τα μάτια
στο δάκρυ των έσχατων.

ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β 5 - Τοίχοι τσιμέντινοι εγκάρσια με τεμαχίζουν

Σχήμα του προσώπου μου
- τετραγωνισμένο κι επίπεδο -
πίσω από καγκελόφραχτα παράθυρα
ανασαίνεις το θάνατο των φουγάρων.

Μάτια καρφωμένα με κεραίες τηλεοράσεων,
πνιγμένα σε γκρίζα κομμάτια ουρανού.

Τοίχοι τσιμέντινοι εγκάρσια με τεμαχίζουν,
πλαστικά λουλούδια ντύνουν το σώμα μου...

Και το τοπίο αμετάβλητο,
κάθε πρωί προφητεύει νέους θανάτους,
καθώς στο ραδιόφωνο
η φωνή που ερωτευθήκαμε ψιθυρίζει
διαφημιστικά για σερβιέτες και σαμπουάν,
μαχαιρώνοντας τους στερνούς μύθους...

Μπροστά στο Πάσχα

Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,
δεν βρίσκει ταξί,
οι συνειδήσεις συνωστίζονται
στον ίδιο μονόδρομο,
όλοι νίπτουν τα χείρας των,
μάλιστα τέτοιες μέρες.
Κική Δημουλά
«Μεγάλη Εβδομάδα»
Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου»


Χωρίς περιστροφές και δισταγμούς ξανά μπροστά στο αισιόδοξο άγγελμα της Ανάστασης, με τις ανοιξιάτικες μέρες να μας θυμίζουν πως ακόμα δίπλα μας προχωρά η ελπίδα. Ευτυχώς που υπάρχουν ακόμα αγριολούλουδα στον κάμπο κι ευτυχώς που ακόμα ο Ρωμανός ο Μελωδός αντιστέκεται στον Πόντιο Πιλάτο κι έτσι μπορούμε να αισιοδοξούμε ότι ίσως κερδίσουμε κάποιες ώρες γλυκιάς παρηγορίας στην ελλειμματική καθημερινότητά μας.
Βέβαια οι Πόντιοι Πιλάτοι θα χασκογελούν πάντα σε βάρος των προσδοκιών μας και πάντα θα καλλιεργούν μια ενοχική ατμόσφαιρα για τις προθέσεις μας, έτσι ώστε να μην είμαστε εμείς οι ζητούντες τα ρέστα, αλλά οι εσαεί απολογούμενοι.
Πάνε δεκαετίες τώρα που μπήκαμε στο τούνελ και στις εποχές της λιτότητας, χωρίς ποτέ κανείς να καταδείξει το «τις πταίει;». Τώρα οι εποχές της λιτότητας έδωσαν τη θέση τους στις εποχές της πτώχευσης. Και πάλι ουδείς μας λέει «τι πταίει;» Απλά όσοι ευαγγελίστηκαν την άνοιξη, όσοι από τα μπαλκόνια εμφανίστηκαν ως σωτήρες, νίπτουν τώρα τας χείρας τους. Και δηλώνουν έγκοποι. Οι γελοίοι, οι άχρηστοι, οι απατεώνες, οι ανίκανοι. Οι βρομόψυχοι. Τι κρίμα…
Από μέρες, στα δρώμενα της Μεγαλοβδομάδας προστέθηκαν και τα δρώμενα της πολιτικής γελοιότητας, που άλλα λένε, άλλα κάνουν, άλλα εννοούν. Ούτως ή άλλως αυτοί έχουν κηρύξει προ πολλού πτώχευση αξιών. Έκπτωτοι μιας πραγματικότητας που τους έχει αφαιρέσει τις μάσκες, παραδέρνουν στον μικρόκοσμο της δήθεν εξουσίας τους. Για μας, τους υπόλοιπους, είναι άγνωστο αν η Μεγάλη Εβδομάδα, με την Άκρα Ταπείνωση, τον Ενταφιασμό και την Ανάσταση, θ’ αποτελέσει τη φυσική ευκαιρία για να εξιχνιάσουμε και να φωτίσουμε το σκοτεινό αίνιγμα του θανάτου.
Επίσης άγνωστο το πόσοι και ποιοι από μας θα νιώσουν το πόσο ψεύτισε η ζωή μας, η οποία από τη μια απειλείται από τη φυσική ανέχεια και από την άλλη από τα σκύβαλα θεσμών και ηθών που άκριτα υιοθετούμε. Η ευτέλεια είναι τόση που πια μόνο αηδία παράγει και δε μένει για τους σκεπτόμενους παρά η καταφυγή σε μιαν ερημιά ή έστω σ’ ένα adagio, μια και τα ιδιόμελα ή τα τριώδια, τον Ρωμανό Μελωδό, αλλά και τον Ελύτη θέλει θάρρος για να τους προσεγγίσουμε. Κι εμείς χάσαμε το θάρρος μας από καιρό…
Ο μεταφυσικός άξονας της γιορτής μένει στα αζήτητα και στη θέση του τοποθετούμε έναν φανταχτερό διάκοσμο εντυπωσιακής ψευτιάς, με δήθεν θλίψη, με δήθεν αγαλλίαση και με την ανάδειξη σε πρώτο πλάνο μόνο κάποιων εκφυλιστικών απολήξεων των λαϊκών παραδόσεων, που εκμεταλλεύεται άγρια και ξεδιάντροπα ο νέος θεός του ανθρώπου, η κερδοσκοπία, λεηλατώντας το συναίσθημα, αλλά και τη χωρίς έρμα ανθρώπινη συνείδηση.
Όμως είναι αναγκαίο σε κάποια στιγμή να θυμηθούμε πόσο φθαρτό είναι το ‘‘εγώ’’ μας στην όλη διαδικασία της ζωής και να διδαχτούμε πόσο αναπόφευκτο είναι αυτό το μέγα μυστήριο του θανάτου, που μόνο ο ευαγγελικός Λόγος το μετέτρεψε σε χαστούκι στο πρόσωπο της έπαρσης, αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πόρτες της ελπίδας για όσους εν επιγνώσει θελήσουν να πορευτούν ως έσχατοι.
Και ίσως θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη ν’ απολαύσουμε τις γλυκές στιγμές των ανοιξιάτικων δειλινών, να μυρίσουμε το πρωινό ξύπνημα μέσα από τα τιτιβίσματα των αποδημητικών που ξαναγύρισαν στις μεσόγειες πατρίδες τους, να περπατήσουμε στα παραποτάμια μονοπάτια ανιχνεύοντας τη σιωπή της υπαίθρου.
Είναι παρήγορο το ότι οι μέρες του Πάσχα δίνουν την ευκαιρία στον καθένα μας ν’ ακουμπήσει τη σκέψη του στο θλιμμένο πρόσωπο του Ιησού, όπως το ξέρουμε από την ταπεινή εικονογραφία των άγνωστων αγιογράφων, να παραδώσει την ψυχή του σ’ ένα στάσιμο της υμνογραφίας των Παθών ή σ’ ένα αναστάσιμο εωθινό και να ονειρευτεί μια ζωή με λιγότερη αδικία και πόνο στον απόηχο των Λόγων Εκείνου που δίδαξε την αγάπη και απάλυνε το χτύπημα του θανάτου.

Καλό Πάσχα
Απρίλιος 2011

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου - ΛΟΓΟΣ τρίτος, Β4.



Στην έρημη πόλη
σχήμα και χρώμα της μορφής μου
σας συναντώ σε συρματοπλέγματα.

Σχήμα και χρώμα της μορφής μου
σας συναντώ σε αμίλητους τοίχους,
σε λέξεις ξεχασμένων βιβλίων.

Σχήμα της παλάμης μου,
ραγισμένη επιφάνεια χρωματισμένη σκούρο μπλε
σε συναντώ σ’ απομεινάρια οδοφραγμάτων,
σ’ ετοιμόρροπους κυματοθραύστες,
σε πρωινά που δεν ξημέρωσαν...

Τα μάτια μου τα σταύρωσαν εφτά φορές - ΛΟΓΟΣ τρίτος, Β3.

Τα μάτια μου...
Χιλιοσπασμένοι καθρέφτες τα μάτια μου,
με την υγρασία της αβέβαιης μέρας στα βλέφαρα.

Τα μάτια μου τα σταύρωσαν εφτά φορές
κι εφτά φορές τα μοίρασαν.

Στους σταυρωτές μου
χάρισα ένα χαμόγελο,
χαραγμένο με ράμφη πουλιών
στο μέτωπο κάθε αγωνίας.

Ασταύρωτο έμεινε το δάκρυ,
σπονδή σε λόγια και συνθήματα
που έμειναν στους τοίχους ξεχασμένα,
ή στον αγέρα άψυχα.

Και οι αγάπες
που δεν χάρηκαν το δάκρυ μου
καλότυχες νά ’ναι.
Καλότυχοι και οι σύντροφοι
που δείλιασαν στις Θερμοπύλες
κι εφτά φορές με σταύρωσαν...

Δικό μου το δάκρυ,
το ασταύρωτο...
Να το χαρίσω ξανά στους ανέμους,
στις αρχαίες σκουριές
και στην αρμύρα μιας ανάμνησης.

Δικό μου το δάκρυ, το ασταύρωτο
και τα όνειρα τ’ ατείχιστα...

Στην έρημη πόλη πορεύομαι... , ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β2.

Τοπία ακίνητα σε λησμονημένες σελίδες.
Μαρμαρωμένες γοργόνες από αέρα και ήλιο,
χωρίς μια σκιά, χωρίς μια φουρτούνα στα μάτια,
να λεν πως αγάπησαν,
να λεν πως θυμούνται τα μάτια που τις λάτρεψαν.

Στην έρημη πόλη πορεύομαι...

Παγωμένες σκιές οι γύρω
θρυμματίζονται κάθε που απλώνω το χέρι,
συντροφιά μου, αφήνοντας, τη νύχτα.

Μόνο στους κήπους κάποιες σιωπές
κρατούν ακόμα το χρώμα του φθινοπώρου,
αγγίζουν το σώμα της νύχτας,
σφίγγουν στο στήθος τους σκόρπιες νότες...

Στην έρημη πόλη αναζητώ
ό,τι διαλύθηκε στο πρώτο άγγιγμα,
αναζητώ ό,τι αγαπήθηκε παράφορα...

Στα μάτια μου
εφιάλτης η Προκρούστια κλίνη,
τα μέλη που τεντώνονται για να φτάσουν,
τα μέλη που τεμαχίζονται για να χωρέσουν.

Και η γεύση της πίκρας
κατακάθι στα χείλη μου...

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Β1.

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη
χρόνια έχει να ξημερώσει.
Στα δρομάκια
ηχούν βήματα ανθρώπων που ποτέ δεν γεννήθηκαν
και ανθρώπων που ποτέ δεν έμαθαν το θάνατό τους.
Στα παράθυρα γκρίζα μάτια ακινητοποιημένα
στα οργωμένα πάρκα ξεφτισμένα πυρωμένα κορμιά.

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη
δεν υπάρχει λιμάνι για να σαλπάρουμε.
Δεν υπάρχει ουρανός να μας σκεπάσει.

Μόνο μεθυσμένοι άνεμοι και σκοτάδι...

Σ’ αυτήν την έρημη πόλη
αναζητάω τις ώρες σε μουχλιασμένες θύμισες.

Τα μάτια τοπία απουσίας
κορνίζες εξόριστης πίστης.

Αναζητάω τις ώρες ανάμεσα σε δάχτυλα,
ανάμεσα σε φλέβες που άντεξαν στο γκρίζο.
Όπως άντεξαν στο χρόνο κάποια ακρογιάλια
γεμάτα σάπια ξύλα και μέρες βουβές,
με μόνο ήχο το φλοίσβο της θάλασσας,
με μόνες εικόνες τα λιγοστά κυπαρίσσια,
τα ερειπωμένα σπίτια, τους άδειους καφενέδες,
τις αρχαίες φραγκοσυκιές...

Πώς να ψάξω το πρόσωπό σου; ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α29.


Τότε που
έλεγα και ξανάλεγα πως:

Μυστικά από μένα δεν έχω,
παρά μονάχα εσένα,
που κοιτάζεις τις χούφτες μου
τις γραμμές τους διαβάζοντας...

Τότε που
έλεγα και ξανάλεγα πως:

Να κλάψεις θέλω.
Τα δάκρυα να ρουφήξω από τα τσίνουρα.
Να ζωντανέψω τ’ όνειρο στις χούφτες μου...

Και τώρα να ρωτώ και να ξαναρωτώ:

Τις εικόνες σου
με τόση νύχτα γύρω
πώς να ψάξω;

Τα δάχτυλά μου δεν έχουν άκρες,
και δε θα βρουν τ’ αποτυπώματά τους,
παρά μονάχα απ’ την παλάμη -κι αυτά μουντά
με την τρύπα του καρφιού -να χάσκει.

Πώς να ψάξω το πρόσωπό σου
με τόσο σκοτάδι
και με κομμένα δάχτυλα;

Τα βράδια σ’ έπαιρνα απ’ το χέρι, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α28.



Α28.

Λέξη με λέξη ύφαινα τη ζωή
ανάσα - ανάσα σού στόλιζα το μέτωπο.

Τα βράδια σ’ έπαιρνα απ’ το χέρι,
σε πήγαινα σε ξεχασμένες γέφυρες,
στις ακροθαλασσιές της σιωπής μας.

Σε ξεναγούσα σε αρχαίες πολιτείες,
σου έδειχνα τα κιονόκρανα
και τις σπασμένες μετώπες...

Σκαρφάλωνα στις πιο ψηλές κορφές
ανοίγοντας τα χέρια
για να σου δείξω το πλάτος της αγάπης.

Μάζευα χαλικάκια από ακτές ξεχασμένες,
φύκια για να στολίσω το πορτρέτο σου...

Κι εσύ...
Αμήχανα έπαιζες τα δάχτυλα
σαν γέμιζα δυό μάτια με την παρουσία σου,
σαν γέμιζα δυό βότσαλα με την ανάσα σου...
σαν έλεγα πως:

θά ’σαι απ’ τα έργα
που δεν αρκούν δυό πινελιές
και μια χουφτίτσα χρώμα.

Κάποτε θα τραγουδήσω με τη φωνή των δέντρων, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α27.

Κάποτε
θα τραγουδήσω με τη φωνή των δέντρων,
με το ψιθύρισμα των λουλουδιών.

Κάποτε
θα τραγουδήσω με το θρόισμα των φύλλων,
με τη φωνή των ανέμων.

Κάποτε
θα τραγουδήσω με το ξέσπασμα καλοκαιριάτικης μπόρας
και θα σταθώ απέναντί σου με δυο κυκλάμινα...

Θα τραγουδήσω για τα σπίτια με τις βοκαμβίλιες
για τα ξωκλήσια που σκλαβώνουν στο άσπρο τους το φως,
για σκαριά τσακισμένα
και γοργόνες που θρηνούν ακόμα την πτώση του Ίκαρου.

Μικρό πουλί
κάποτε θα τραγουδήσω
μ’ εκείνες τις ξεχασμένες νότες,
μ’ εκείνες τις σκουριασμένες λέξεις
που άκουγες σαν κούρνιαζες στην αγκαλιά μου
σαν έγερνες στο ένα μου φτερό
και σε ταξίδευα στα παιδικά σου όνειρα...

Μικρό πουλί, αποδημητικό...
στα δικά μου τραγούδια
τα ταξίδια δεν πέθαναν.

Ανάσα - ανάσα τραγουδάω τον έρωτα,
λέξη τη λέξη υφαίνω τη ζωή...

Κουράστηκες να περπατάς τις νύχτες, ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α26.

Κουράστηκες να περπατάς τις νύχτες.
Τόσο σκοτάδι ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα σε κούρασε.

Τα φύλλα του φθινόπωρου γέμισαν λάσπη.
Χιόνια σκεπάσαν τα μαλλιά μας.

Νοστάλγησες την άνοιξη,
τα καλοκαιρινά ακρογιάλια...

Άνοιξες τα πανιά σου καταχείμωνο
αναζητώντας ηλιοτόπια...

Μικρό πουλί αποδημητικό,
ποιοι ήλιοι τώρα σ’ αγκαλιάζουν;
Μικρό πουλί...

Ήταν δικές μας οι νύχτες... - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α25.

Οι νύχτες...

Ήταν ωραίες οι νύχτες...
Δικές μας ήταν
κι είχαν κι ένα μεγάλο μάτι για φεγγάρι
κι ένα αίσθημα απουσίας του κόσμου.

Ήταν δικές μας οι νύχτες...
Στις θάλασσές τους ξυλάρμενοι μπαρκάραμε
με το παράπονο πυξίδα μας
και τον καημό γι’ ακρόπρωρο...

Για μας τους ποντοπόρους
με τις σκουριασμένες καρίνες
ήταν μονάχα νύχτες...

Νιώθαμε τον άνεμο να μας τυλίγει,
νιώθαμε το σκοτάδι να μας κρύβει απ’ τον κόσμο
και τις σταγόνες της βροχής
να εισχωρούν στα κύτταρα,
στις φλέβες...

-Δεν θα βρεθεί κανείς για να μας κρύψει,
ρώταγες
παρά μονάχα η νύχτα;

Μα η νύχτα είναι χωροχρόνος,
παραπέτασμα αδιαπέραστο από μάτια, ανάσα, αφή.
Η νύχτα είναι αγωνία άμετρη,
δοξαστικό ενός θανάτου,
σημάδι απόλυτης απουσίας.

Μαθαίνουμε τους δρόμους της,
το σχήμα των σκιών της,
μαθαίνουμε το άγγιγμά της οδοιπορώντας.

Πού ονειροπολούσες; - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α24.



Ποιος άνεμος φιλούσε τα μαλλιά σου
τις ώρες που κραύγαζαν οι φλέβες μου,
τις ώρες που ξεψυχούσε η αγωνία στα ματόκλαδα;

Ποιες σκόνες έκαναν τα μάτια μου να τσούζουν,
τις ώρες που ξέθαβα τις εικόνες σου,
τις ώρες που έστρωνα για σεντόνι μου τις θύμησες
και καρτερούσα να φανείς όπως σε όραμα;

Πού ονειροπολούσες;
Πού ταξίδευες;
Πού οδοιπορούσες;

Τώρα παίρνει το σχήμα σου η σιωπή
και τη λαλιά σου τα ποτήρια.

Στους τοίχους ζωγραφίζεται το χθες
κι ένα καράβι όλο συντρίμμια.

Στους τοίχους πιάνω και κρεμώ
τις ξεφτισμένες νύχτες...

Δεν ήξερα πόσο θ' αργούσαν οι άνοιξες - ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α23.




Δεν ήξερα πόσο θ’ αργούσαν οι άνοιξες,
πόσο αργό θα είταν το βήμα του ήλιου
και περίμενα...

Σκυμμένος στα κάγκελα,
κοιτώντας τα φώτα της πολιτείας
περίμενα...

Περίμενα
δαγκώνοντας τη γλώσσα μέχρι που να ματώσει,
τραγουδώντας πως όπου νά ’ναι θά ’ρθεις,
να κοκκινίσουν τα χείλη σου,
να σβήσεις τα κρύα φώτα
τα μαλλιά σου στα μάτια μου τυλίγοντας...

Δεν ήξερα πόσο θ’ αργούσαν οι άνοιξες,
ούτε και πως κάθε αναλγησία
έχει το δικό της αλφάβητο.

Σκυμμένος στα κάγκελα
ζωγράφιζα στο σκοτάδι
τα χνάρια των βημάτων σου
και της επιστροφής τους ήχους.

Η ζωή στο κόκκινο



Η ζωή στο κόκκινο
(Παρουσίαση του μυθιστορήματος «Ζωές στο κόκκινο, 3-3-2011)
Χρήστος Μπλέτας – δημοσιογράφος (τ. διευθυντής «Ε» Ελευθεροτυπίας)


Όταν τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου μου γεννήθηκε η εξής απορία: Ο Άγγελος είναι ένας συγγραφέας που υποδύεται τόσα χρόνια το δημοσιογράφο ή ένας δαιμόνιος δημοσιογράφος που βρήκε ένα τρόπο να πει λόγια ανείπωτα φορώντας τον μανδύα του συγγραφέα;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι - πέραν της επαγγελματικής μου διαστροφής- που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Άγγελος είναι τελικά το δεύτερο. Ένας αθεράπευτα ρομαντικός δημοσιογράφος με λογοτεχνική φλέβα.

Αναφέρω ορισμένους που πηγάζουν από την ανάγνωση του βιβλίου του.

• Αντλεί το θέμα του μυθιστορήματος από την επικαιρότητα. Οι «ζωές στο κόκκινο» έρχεται ως συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου του, «κρυφοί έρωτες» , μια έκδοση, που γνώρισε επιτυχία στο κοινό της πόλης και αναφερόταν στην περίφημη «γκαρσονιέρα της Λάρισας», όπως έγινε γνωστή από τα ΜΜΕ, στο πανελλήνιο

• Η κοινή γνώμη έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ήρωές του, όπως άλλωστε και για κάθε δημοσιογράφο. Eίναι η άποψη και παράλληλα η συνείδηση μιας κοινωνίας που ασκεί έλεγχο και κριτική.

• Επιλέγει εφημερίδα να είναι εκείνη που πατάει την σκανδάλη ώστε να ξεσπάσει το ροζ σκάνδαλο και

• Περιγράφει με λεπτομέρεια και ακρίβεια τα γεγονότα τηρώντας πιστά τους κανόνες της κλασσικής δημοσιογραφίας, η οποία γράφει την ιστορία της στιγμής. Μιλά δηλαδή, με σαφήνεια για τις πράξεις και τις προθέσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου και δεν αφήνει σκιές και αμφιβολίες για τους χαρακτήρες και τις απόψεις τους.

• Επιλέγει ως πρωταγωνιστές, πρόσωπα οικεία, που μας θυμίζουν κάποιους, ίσως κι εμάς τους ίδιους. Μέχρι τέλους, κρατά με τέχνη το ενδιαφέρον του αναγνώστη σχετικά με την κατάληξη που ο συγγραφέας επιθυμεί να έχουν οι ζωές στο κόκκινο, όχι στο κόκκινο του ερωτικού πόθου ή του συναισθηματικού πάθους, αλλά στο κόκκινο ενός ανεξέλεγκτου ερωτικού ενστίκτου που επιδιώκει την εξαργύρωσή του στα πάσης φύσεως τοπικά κοινωνικά χρηματιστήρια.


Το θέμα του βιβλίου είναι η ερωτική συμπεριφορά -ακραία και μη- εκπροσώπων της εύπορης τάξης της πόλης και επίδοξων μελών της. Για τους πρωταγωνιστές, η ηδονή είναι ένα τρόπαιο που καλείται κανείς να κυνηγά και να κατακτά διαρκώς. Ένας αυτοσκοπός, θρησκεία . Έτσι η κατάκτηση μιας όμορφης νεαρής ή ενός νεαρού χαρίζει αίγλη, πρόσκαιρη ευτυχία στον ήρωα ή στην ηρωίδα, αλλά διαρκεί τόσο όσο μια μέθη. Παράλληλα, δημιουργεί νέα πεδία ανταγωνισμού μεταξύ των θυτών και υποψηφίων θυμάτων.

Εκτός από τον τύπο του παραδοσιακού άνδρα, τον φιλόδοξο, κυνηγό ή μοναχικό, στο βιβλίο του Άγγελου εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας νέος τύπος γυναικών. Οι γυναίκες «Cougar»., όπως λέγονται στις μέρες μας αυτές που κυνηγούν νεαρούς. Στο βιβλίο του Άγγελου είναι γυναίκες που δεν ολοκληρώθηκαν συναισθηματικά και σεξουαλικά στο γάμο τους. Ασφυκτιούν εγκλωβισμένες στο παραδοσιακό ρόλο της συζύγου και ζουν την πλήξη μιας επαρχιακής πόλης. Με ποικίλες ερωτικές συναναστροφές, αναζητούν την αυτοπραγμάτωση υποδυόμενες άλλοτε ηρωίδες από αμερικάνικες σαπουνόπερες που βλέπουν στην τηλεόραση κι άλλοτε τις πρωταγωνίστριες των φιλμ πορνό που προβάλλονται μεταμεσονύχτια.


Μέσα από μια άλλη ανάγνωση, το βιβλίο αποτυπώνει την ασημαντότητα της ζωής κάποιων ανθρώπων, τις μικρολογίες, καθώς και τρέχουσες αξίες που κυριαρχούν στην καθημερινότητα. Θα ήμουν άδικος αν ισχυριζόμουν ότι όλα αυτά είναι αποκλειστικά …προνόμια μιας πόλης. Η έλλειψη οράματος είναι κάτι που αφορά και την πρωτεύουσα αλλά και ολόκληρη τη χώρα και πολλούς από τους κατοίκους της..
Η διαφορά είναι στα μεγέθη, όχι στην ουσία. Αν πρόκειται, δηλαδή, για ένα παράγοντα της Λάρισας και την ανώνυμη νεαρά καλλονή συνοδό του, μπορεί και να μην ασχολούνταν κανείς μαζί τους, τουλάχιστον δημοσίως. Ενώ αν ο μεγαλοσχήμων είναι υψηλότερου βεληνεκούς, όπως για παράδειγμα ο γιος του Καντάφι την εποχή που ερχόταν στην Ελλάδα, και στο πλευρό του είχε μια πρώην Σταρ Ελλάς ή το φερόμενο ως κορίτσι του Ρέμου τότε θα διαβάζαμε τα καθέκαστα στο «Πρώτο Θέμα» (όπως και έγινε, την περασμένη Κυριακή). Το ρεπορτάζ είχε καθαρά χαρακτήρα πολιτικοκοσμικού κουτσομπολιού και σ’ ένα συμπέρασμα που οδηγούσε τον αναγνώστη ήταν ότι τώρα με την πτώση της φαμίλιας στη Λιβύη χάνονται τα έξτρα πετροδόλαρα από το κουμπαρά της χώρας και των κοριτσιών που έφερναν συνάλλαγμα.
Με λίγα λόγια η κοινωνική και οικονομική άνοδος μέσω ερωτικών γνωριμιών, γάμων και συναναστροφών είναι φαινόμενο που συναντάται ευρέως, έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και μάλλον θα συνεχίσει, όσο υπάρχει ανθρώπινη ιστορία.
Μόνο που σε κάποιες δύσκολες εποχές, όπως είναι οι δικές μας, διάφορα ακραία φαινόμενα, όπως της εκπόρνευσης, αντιμετωπίζονται με ανοχή και γίνονται ευρύτερα αποδεκτά. Είναι φαινόμενα που προέρχονται κυρίως από την αδυναμία των κοινωνιών να παράγουν πλούτο με αποτέλεσμα τα μέλη τους να μην έχουν επαγγελματικές ευκαιρίες μέσα από τις οποίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν ραγδαία την κοινωνική και οικονομική τους θέση.
Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας μας οδήγησε αυτή την εποχή στο στάδιο όχι μόνο της οικονομικής πτώχευσης αλλά και της πτώχευσης των αξιών. Νομίζω αυτό συμμερίζεται και ο συγγραφέας του βιβλίου αν ερμηνεύω σωστά έναν βασικό ήρωά του ο οποίος, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των ροζ σκανδάλων, μοιάζει περιπλανώμενος και ξένος. Κουβαλά «παλιές ιδέες» για τις σχέσεις, όχι κατ’ ανάγκη καλογερικές. Ζει χωρίς ενοχή, την ηδονή των κορμιών και τον έρωτα των ψυχών. Είναι ένας φωτογράφος, αλλά συμπεριφέρεται σαν ποιητής. Η μοναξιά και η αγάπη, θα ‘λεγε κανείς, τον ψάχνουν να τον βασανίσουν η καθεμιά με τον τρόπο της.
Ο Άγγελος Πετρουλάκης δεν διστάζει να δημιουργήσει αναγνωρίσιμους χαρακτήρες στο βιβλίο του, με στερεότυπα, γεννήματα μιας ιδεολογίας που έθρεψε η μεταπολίτευση και μετά. Έτσι ο βιομήχανος είναι κυνικός, η σύζυγος είναι με προίκα, η κόρη ολίγον κακομαθημένη και αφελής, ο γαμπρός είναι προικοθήρας, ο γάμος είναι από συμφέρον, ο καλλιτέχνης είναι ευαίσθητος, η όμορφη νεαρά είναι μετρέσα, ο κοινωνικός περίγυρος των γυναικών υποκριτικός, ζηλόφθων κλπ. Ο Άγγελος διαλέγει να χτίσει το δημοσιογραφικό του μυθιστόρημα πάνω σε μια κοινώς αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και να χρησιμοποιήσει τους κοινούς κώδικες επικοινωνίας προκειμένου να εκφράσει την άποψη του, την δική του αλήθεια : Ότι αυτή η ομάδα χαρακτήρων με την συγκεκριμένη ιδεολογία και με προσωπικά ελλείμματα θα πρέπει να αποκαλυφθεί και να αποδοκιμαστεί. Κι από κόκκινη η ζωή να γίνει μαύρη.

Υπάρχουμε... (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α२२).

Υπάρχουμε
μαζί με κάτι σκουριασμένα παράθυρα,
μαζί με κάποια ξερά τριαντάφυλλα,
μ’ ένα λιωμένο κερί.

Στα τζάμια κρυσταλλωμένα δάκρυα,
σημάδια βροχής από αγγίγματα οδύνης,
από χειμώνες που δε λεν να διαβούν...

Στα τζάμια απογεύματα μουσκεμένα με παρελθόν
ήλιοι διαθλώμενοι που χρωματίζουν
τις γυμνές δεντροκορφές με ρευστό κόκκινο...

Υπάρχουμε
γράφοντας την ιστορία μας
στον σπασμένο καθρέφτη
του σκαμμένου μας πρόσωπου.

Υπάρχουμε
ψαχουλεύοντας την παγωνιά της άδειας τσέπης,
τις γεωγραφικές συντεταγμένες
του πυρπολημένου στήθους...

Υπάρχουμε
μαζί με κάτι γκρίζα ολόγυμνα κλαδιά,
γεμάτα σιωπή και απόγνωση,
με Φλεβάρηδες καθηλωμένους στα μάτια μας,
με τις χιονισμένες αγωνίες μας...

Στα όνειρά μας,
οι άνοιξες, έρχονται με χαμόγελα πικρά...

Και το τραγούδι μου μαχαιρωμένο (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α21

Με διπλωμένες φτερούγες
περιμένω...

Κουρνιάζω μέσα στ’ αδιέξοδα...
Τον ουρανό βάφω γκρίζο.
Τις φτερούγες μου, μ’ ένα μπλε όλο θλίψη...

Τα σπίτια βάφω κόκκινα,
τις στέγες τους ξεθωριασμένο μαύρο.
Για τα παράθυρα το μοβ της απόγνωσης
και το κίτρινο της απουσίας στ’ ακροκέραμα της προσμονής.

Τι παράλογα πού ’ναι τα χρώματα;
Τι πανάκριβα έγιναν τα όνειρα;

Κι εσύ
στη νύχτα στέκεις αγριοπερίστερο
με δυο τσαλακωμένα βλέφαρα
κι έναν ήλιο ματωμένο στα χείλη σου...

Και το τραγούδι μου μαχαιρωμένο,
γεμάτο βροχή
να ουρλιάζει πως:
θα υπάρχεις
όπως υπάρχεις
για να υπάρχω κι εγώ
στο πιο εγωιστικό ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ...

Έχοντας μάθει να ζω πεθαίνοντας... (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α20

Το μυστικό μου
θαμμένο στο πέτρινο σπίτι
με τις χελιδονοφωλιές και τα τρία παράθυρα,
τη σοφίτα και τις τρεις μαχαιριές στο τραπέζι...

Στη σοφίτα,
που η πόρτα της ποτέ δεν άνοιξε,
το μυστικό μου αναπαύεται.
Σκεπασμένο με στεγνές σταγόνες κεριού,
ήσυχο που δεν άκουσε τρίξιμο κλειδιού
ή σκάλας...

Στη σκάλα μένει ακόμα η κόκκινη γλάστρα,
πού, ποιος ξέρει,
μπορεί και νά ’ναι μια μεγάλη πινελιά αίμα
βουβή στα τόσα αδιέξοδα.

Στη σκάλα
μένει ακόμα το πρόσωπο της νύχτας,
περιμένοντας βουβό ανάμεσα στα συντρίμμια
που άφησε ένα «αντίο»...

Κι εγώ περιμένω...
Χρόνια και χρόνια περιμένω στο λιμάνι μου,
αφού στα τριαντάφυλλα ορκίστηκα
νά ’μαι ο γνώστης της σιωπής
και μυστικά πολύτιμα θανάσιμα να κρύβω...

Με μάτια - ολοκίτρινα τοπία,
με δάχτυλα - φορτωμένα απουσία,
με στήθος - όλο μνήμες
περιμένω...

Έχοντας μάθει να ταξιδεύω καρφωμένος...
Έχοντας μάθει να ζω πεθαίνοντας...

Εσύ που ξέρεις από δάκρυα (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α19)

Θα περιμένω...
Στα χείλη μπήγοντας τα δόντια,
στο κόκκινο βουτώντας τα πινέλα μου...
Θα περιμένω χρόνια , ακόμα, στο λιμάνι,
αναζητώντας το ένα πρόσωπο...

Με μάτια αφημένα στη θάλασσα
περιμένω τα πουλιά να γυρίσουν.

Τα πουλιά
που τα βράδια στην καρδιά μου φωλιάζουν
συντροφιά μ’ ανεπαίσθητα δάκρυα.

Κι εσύ που ξέρεις από δάκρυα
κι έχεις στα τσίνουρα λουλούδια ξερά
τη σιωπή μου θ’ ακούς και θα λες
πως, ακόμα, κλειστά τα λιμάνια μου είναι...

Θα περιμένω στο λιμάνι
ένα πανί ανάμεσα στα φουγάρα
να τέμνει τον ορίζοντα στα δύο
το μυστικό μου σαϊτεύοντας.

Γυμνό κορμί, γυμνό λεπίδι (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α18)

Να τραγούδησε, άλλος, τα μάτια σου;
Να φίλησε , άλλος,
τα χορταριασμένα σου μονοπάτια;
Στις ανελέητες νύχτες
νανούρισε, άλλος, τα όνειρά σου;

Γυμνό κορμί - χελιδονόψαρο
αφημένο στα χέρια σαν σπασμένο σκαρί σ’ ακρογιάλι απάνεμο,
γυμνό κορμί - προσευχητάρι των χειλιών,
λατρεμένο μέχρι τα έσχατα όρια,
γεννημένο εκεί που αρχίζει ο κόσμος,
ίσως δε μάθεις ποτέ πόσες φορές σε ζωγράφισα,
πόσες φορές πετροβόλησα τις σημαίες μου για να σ’ αγγίξω.

Χελιδονόψαρο
γυμνό λεπίδι στις αισθήσεις μου,
μισόκλειστο ματόκλαδο
ταξιδεμένο στις γραμμές της παλάμης μου,
στη διαθλώμενη απ’ τα φώτα βροχή,
στα διαρκώς πυρακτωμένα χείλη μου,
ίσως δε μάθεις ποτέ
πόσες φορές στ’ ακρόπρωρα σκάλισα τα μάτια σου,
ίσως δε μάθεις ποτέ
πόσες φορές με κόκκινο έβαψα τις λαχτάρες μου.

Γυμνό κορμί
πάναγνο στο χθες, στο τώρα, στο αύριο
προορισμένο να ζήσεις πέρα απ’ την αβεβαιότητα,
προορισμένο να τραγουδιέσαι από καημούς λοστρόμων,
να φωτίζεσαι από μοναχικά κεριά σε σφαλισμένες κάμαρες,
ίσως δε μάθεις ποτέ τ’ αλφαβητάρι των ματιών μου.

Ποτέ δε μάθεις πόσες νύχτες ανίχνευα
στον ιδρώτα της παλάμης μου την αγωνία σου.

Πόσο αγάπησα το ακριβό σου χάδι... (ΛΟΓΟΣ τρίτος - Α17).

Τοπία ερημικά τα μουράγια που σε προσμένω,
γεμάτα άπνοια
σάπιες ψαρόβαρκες
και απουσία...

Στο απόλυτο τίποτα
τα βήματα μετρούν τα χνάρια τους.

Δέκα μπροστά. -Δώδεκα πίσω.
Δέκα μπροστά. -Δώδεκα πίσω.
Να λέω : -Τι είχα και τι έχασα;
Να λέω: -Τι είμαι και ποιος είμαι;
Να ψάχνω: -Πού το δάκρυ μου;
Και να ρωτώ: -Πού το αίμα μου;
Εσένα να ρωτάω: -ΓΙΑΤΙ;

Γιατί εγώ,
που ποτέ δεν έκλαψα στον ήλιο;
γιατί εγώ,
που ποτέ δε στάθηκα απόμακρα;

Την ώρα της αλήθειας
θα μάθεις πόσο αγάπησα το ακριβό σου χάδι,
τις τρομερές εκρήξεις σου...
Θα μάθεις γιατί ζωγράφιζα τα γκρεμισμένα κάστρα,
γιατί κοντράριζα τη ζωή τραγουδώντας...

Περιμένοντας...
Τραγουδώντας...